Τόκος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Τόκος είναι η αποζημίωση σε χρήματα που είναι υποχρεωμένος να δώσει ο οφειλέτης στο δανειστή για ορισμένη ποσότητα χρηματικού δανείου που πήρε για συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Οι οικονομολόγοι συχνά αναφέρονται στον τόκο ως αμοιβή για τη χρησιμοποίηση χρηματικού κεφαλαίου, ή ως τιμή με την οποία χρεώνεται η χρήση κεφαλαίου. Ο λόγος του τόκου προς το κεφάλαιο λέγεται επιτόκιο.

Ιστορική Αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτες καταγραφές πιστώσεων χρονολογούνται πίσω στο 3.000 π.Χ. και στον πολιτισμό των Σουμέριων, ενώ και σε άλλους πολιτισμούς είναι φανερή η ύπαρξη δανείων πριν την δημιουργία νομίσματος (οι συναλλαγές γίνονταν με το ανταλλαγές αγαθών ή με πολύτιμα μέταλλα).


Ο τόκος κατά το Μεσαίωνα θεωρούνταν από την Χριστιανική Εκκλησία ως κάτι γενικά και συνολικά ανήθικο, ανεπίτρεπτο και αμαρτωλό. Ο Εβραϊκός νόμος επίσης απαγόρευε τη χορήγηση δανείων με τόκο, αλλά αυτό μπορούσε να ερμηνευτεί ως απαγόρευση τόκου σε δάνεια προς τους ομοεθνείς και δεν απαγόρευε τον τόκο σε δάνεια προς χριστιανούς. Ωστόσο με το πέρασμα του χρόνου οι πεποιθήσεις αυτές ατόνησαν και σήμερα αποτελεί συνήθη πρακτική σε πολιτισμούς με Χριστιανισμό ή Ιουδαϊσμό. Ωστόσο στα Ισλαμικά Κράτη ακόμα και σήμερα η τοκοφορία των κεφαλαίων αντίκειται στους Νόμους και τη Θρησκεία οδηγώντας σε ένα ειδικό καθεστώς λειτουργίας των τραπεζών

Θεωρίες του Τόκου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν αρκετές θεωρίες που προσπαθούν να εξηγήσουν τη φύση και το ρόλο του τόκου. Οι θεωρίες που είχαν την μεγαλύτερη απήχηση στους οικονομολόγους του 19ου αιώνα ήταν:

  • Η θεωρία της εγκράτειας που αναπτύχθηκε και είχε ως υποστηρικτές τον Ρικάρντο και Σένιορ και η οποία υποστηρίζει ότι ο τόκος εξηγείται ως συνέπεια της αποταμίευσης.
  • Η θεωρία της εκμετάλλευσης του Μάρξ και Ροντμπέρτους που εξηγεί τον τόκο ως την καπιταλιστική εκμετάλλευση της εργασίας των εργατών.
  • Η θεωρία της παραγωγικότητας η οποία υποστηρίζει ότι ο τόκος προκύπτει επειδή το κεφάλαιο είναι παραγωγικό
  • Μία άλλη θεωρία είναι αυτή που πρότεινε ο Μπάβερκ: Οι άνθρωποι για οικονομικούς ψυχολογικούς και άλλους λόγους αποδίδουν μεγαλύτερη αξία στα αγαθά που κατέχουν στο παρόν παρά σε αυτά στο μέλλον.
  • Ο Ίρβινγκ Φίσερ εισήγαγε τη θεωρία του τόκου στο πλαίσιο του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης. Συγκεκριμένα υποστήριξε ότι ο τόκος είναι μία τιμή που πρέπει να κριθεί με τα μέτρα κάθε άλλης τιμής και που καθορίζεται από τη συνάρτηση της προσφοράς και της ζήτησης. Σήμερα, το ερώτημα δεν είναι βέβαια πλέον σχετικό με την γενική "φύση" του τόκου, αλλά πως προσδιορίζεται η τιμή του, και ποιες οι επιδράσεις που έχει σε μια οικονομία η άνοδος ή η πτώση του επιτοκίου (ή και ο σχεδόν μηδενισμό του όπως έγινε κατά την κρίση του 2008), το οποίο άλλωστε προσδιορίζεται από την κεντρική τράπεζα και δεν μπορεί ο καθένας να δανείζει ή να δανείζεται ελεύθερα με όποιο τόκο επιθυμεί. Το πρόβλημα προσδιορισμού του επιτοκίου είναι αρκετά σύνθετο, και άλλωστε δεν είναι ένα πρόβλημα με μονοσήμαντη λύση αλλά αντικείμενο των επιλογών της νομισματικής πολιτικής. Ωστόσο ως προς τις γενικές αρχές του προβλήματος είναι μεταξύ των περισσότερων οικονομολόγων σήμερα αποδεκτή η σύνθεση των νεοκλασσικών απόψεων του Φίσερ με τη μακροοικονομική θεωρία του Κεϋνς (δες Υπόδειγμα IS/LM).

Τοκογλυφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Τοκογλυφία είναι έγκλημα που διαπράττει αυτός που λαμβάνει δυσανάλογα ωφελήματα για την παροχή που έκανε. Τιμωρείται από το νόμο με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Τοκογλύφος είναι αυτός που ασκεί την τοκογλυφία.

Οι πρώτοι βλαστοί της ξεπρόβαλαν λίγο μετά την εμφάνιση του χρήματος. Τον 7ο π.Χ. αιώνα, στην Αθήνα, η νομοθέτηση της "σεισάχθειας" από τον Σόλωνα είχε στόχο την απαλλαγή των υπερχρεωμένων νοικοκυριών από τα τοκογλυφικά χρέη. Κάτι ανάλογο έκανε και ο Ιούλιος Καίσαρ στη Ρώμη τον 1ο π.Χ. αιώνα.

Παρά τους απαγορευτικούς κανόνες, η τοκογλυφία γιγαντώθηκε στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ακόμα και μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού χιλιάδες δανειολήπτες, κυρίως αγρότες, σύρονταν στη δουλοπαροικία, επειδή αδυνατούσαν να εξοφλήσουν τα χρέη τους. Χρειάστηκε να παρέμβει η Α' Οικουμενική Σύνοδος, που πραγματοποιήθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325, για να διακόψει την πρακτική της χορήγησης δανείων με δυσβάστακτα επιτόκια.

Ο τόκος κατά τον Μεσαίωνα θεωρούνταν από τη Χριστιανική Εκκλησία ως κάτι γενικά ανήθικο, ανεπίτρεπτο, αμαρτωλό. Ο εβραϊκός νόμος επίσης απαγόρευε τη χορήγηση δανείων με τόκο. Όμως με την πάροδο του χρόνου η απαγόρευση αυτή θεωρήθηκε ότι αφορούσε τους ομοεθνείς και ότι δεν απέκλειε τα δάνεια με τόκο προς χριστιανούς.

Με το πέρασμα του χρόνου οι πεποιθήσεις αυτές ατόνησαν. Σήμερα ο έντοκος δανεισμός, ακόμα και η τοκογλυφία, αποτελούν πρακτικές περισσότερο ή λιγότερο συνήθεις στον χριστιανικό και τον ιουδαϊκό κόσμο.

Αντίθετα, στα ισλαμικά κράτη η τοκοφορία αντίκειται στους νόμους και στη θρησκεία. Οι τράπεζες λειτουργούν με ειδικό καθεστώς. Από αυτόν τον κανόνα τείνει να ξεφύγει σήμερα η Τουρκία λόγω του πληθωρισμού. Τα επιτόκια των εμπορικών τραπεζών εκτινάσσονται στο 12%.

Η λέξη τοκογλύφος προέρχεται από τις λέξεις τόκος και γλύφος (=χάραγμα, σκάλισμα). Αναφέρεται περιγραφικά στη συνήθεια των τοκογλύφων να χαράσσουν με τη γλυφίδα πάνω στο ξύλινο τραπέζι τους τόκους με τους οποίους επιβάρυναν τους πελάτες τους.

Υπολογιστικές σχέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τόκος υπολογίζεται ως εξής,

T \ =\ \frac {i} {100} \cdot \frac {m} {12} K

όπου,

 T \ , ο τόκος
 i \ , το επιτόκιο (ετήσιο) σε % ποσοστό
 m \ , οι μήνες διάρκειας του δανείου,
 K \ , το ποσό του χρηματικού δανείου.

Η πάνω σχέση αφορά λήψη δανείου Κ και αποπληρωμή του στο ολόκληρο συν τους τόκους (δηλ. Κ+Τ) μετά m μήνες. Αν γίνεται πληρωμή δόσης, για παράδειγμα κάθε μήνα, ο υπολογισμός φυσικά διαφέρει και αφορά το υπόλοιπο μετά κάθε πληρωμή. Σε αυτή την περίπτωση είναι:

T \ =\ \frac {i K m} {12} \frac {(1+ \frac {i} {12})^m} {(1+ \frac {i} {12})^m - 1} - K

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]