Οι Δαιμονισμένοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Οι δαιμονισμένοι
Fyodor Dostoyevsky manuscript and drawing 22.jpg
σελίδα από το χειρόγραφο του μυθιστορήματος, με την γραφή και την εικονογράφηση του Ντοστογιέφσκι
ΣυγγραφέαςΦιόντορ Ντοστογιέφσκι
ΤίτλοςБѣсы
ΓλώσσαΡωσικά
Ημερομηνία δημιουργίας1870
Ημερομηνία δημοσίευσης1871
1872
ΕίδοςΠολιτικό μυθιστόρημα
φιλοσοφικό μυθιστόρημα
ΧαρακτήρεςΝικολάι Σταυρόγκιν και Λοχαγός Ιγνάτιος Λεμπιάτκιν
ΤόποςΡωσική Αυτοκρατορία
LΤ ID7576788
ΠροηγούμενοΟ αιώνιος σύζυγος
ΕπόμενοΜπομπόκ
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Οι Δαιμονισμένοι - (ρωσικά : Бесы) είναι μυθιστόρημα του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Ρώσος αγγελιοφόρος»(D/R) το 187172. Θεωρείται, μαζί με τα Έγκλημα και Τιμωρία (1866), Ο Ηλίθιος (1869) και Αδελφοί Καραμάζοφ (1880), ένα από τα τέσσερα αριστουργήματα που έγραψε ο Ντοστογιέφσκι μετά την επιστροφή του από την εξορία του στη Σιβηρία.

«Οι Δαιμονισμένοι» είναι κοινωνική και πολιτική σάτιρα, ψυχολογικό δράμα και τραγωδία μεγάλης κλίμακας. Η Αμερικανίδα συγγραφέας Τζόις Κάρολ Όουτς το έχει περιγράψει ως «το πιο συγκεχυμένο και βίαιο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι και το τραγικότερο έργο του».[1] Σύμφωνα με τον Ρόναλντ Χίνγκλεϊ, συνιστά τη «μεγαλύτερη επίθεση του Ντοστογιέφσκι στο Μηδενισμό» και «ένα από τα εντυπωσιακότερα επιτεύγματα της ανθρωπότητας –πιθανόν και το ανώτερο επίτευγμά της– στην τέχνη της πεζογραφίας».[2]

«Οι Δαιμονισμένοι» αποτελούν μια αλληγορία για τις δυνητικά καταστροφικές συνέπειες του πολιτικού και ηθικού μηδενισμού που είχε αρχίσει να διαδίδεται στη Ρωσία τη δεκαετία του 1860. Μια φανταστική επαρχιακή πόλη διολισθαίνει στο χάος καθώς γίνεται το επίκεντρο μιας απόπειρας εξέγερσης σχεδιασμένης από τον αρχι-συνωμότη Πιοτρ Βερχοβένσκι. Η μυστηριώδης φιγούρα του αριστοκρατικής καταγωγής Νικολάι Σταβρόγκιν -ο οποίος αποτελεί το αντίστοιχο του Βερχοβένσκι στην ηθική σφαίρα- κυριαρχεί στο μυθιστόρημα, ασκώντας ιδιαίτερη επίδραση στις καρδιές και το μυαλό σχεδόν όλων των άλλων χαρακτήρων. Οι εκπρόσωποι της ιδεαλιστικής και δυτικόφιλης γενιάς της δεκαετίας του 1840, που συνοψίζεται στον χαρακτήρα του Στεπάν Βερχοβένσκι (πατέρα του Πιοτρ Βερχοβένσκι και παιδαγωγού του Νικολάι Σταβρόγκιν), παρουσιάζονται ως οι εν αγνοία τους πρόγονοι και ανήμποροι συνεργοί των «δαιμονικών» δυνάμεων που καταλαμβάνουν την πόλη.

Ιστορικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη της δεκαετίας του 1860 στη Ρωσία υπήρξε μια ασυνήθιστα έντονη πολιτική αναταραχή που προκλήθηκε από φοιτητικές ομάδες επηρεασμένες από φιλελεύθερες, σοσιαλιστικές και επαναστατικές ιδέες. Το 1869, ο Ντοστογιέφσκι συνέλαβε την ιδέα ενός «μυθιστορήματος-προκήρυξης» που θα στρεφόταν κατά των ριζοσπαστών. Τον απασχολούσε ιδιαίτερα η ομάδα που είχε οργανώσει ο νεαρός επαναστάτης Σεργκέι Νετσάγιεφ και η δολοφονία από τα μέλη της ομάδας ενός πρώην συντρόφου τους - του Ιβάν Ιβάνοφ - στην Αγροτική Ακαδημία Πετρόβσκαγια στη Μόσχα. Ενδιαφερόταν επίσης εκείνη την εποχή για την απόρριψη του ριζοσπαστισμού και ήθελε να πιέσει τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία και τον Οίκο των Ρομανώφ να αναλάβουν τον ρόλο των θεματοφυλάκων του πεπρωμένου της Ρωσίας. Όταν πρωτοάκουσε από τον κουνιάδο του, ο οποίος ήταν φοιτητής στην Ακαδημία Πετρόβσκαγια, για τη δολοφονία του Ιβάνοφ, αναστατώθηκε και ορκίστηκε ότι θα έγραφε ένα πολιτικό μυθιστόρημα πάνω σε αυτό που ονόμαζε «το πιο σημαντικό πρόβλημα της εποχής μας».[3] Ο Ντοστογιέφσκι εργαζόταν εκείνη την περίοδο πάνω σε ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα (με τίτλο «Η Ζωή ενός Μεγάλου Αμαρτωλού») στο οποίο θα εξέταζε τις ψυχολογικές και ηθικές επιπτώσεις του αθεϊσμού. Η πολεμική του εναντίον του ριζοσπαστισμού αλλά και τμήματα του φιλοσοφικού μυθιστορήματος που προσπαθούσε να γράψει, συγχωνεύτηκαν σε ένα ενιαίο έργο μεγαλύτερης κλίμακας, που μετατράπηκε στους «Δαιμονισμένους».[4] Καθώς το μυθιστόρημα προχωρούσε, οι χαρακτήρες με φιλελεύθερες και μηδενιστικές αντιλήψεις άρχισαν να διαδραματίζουν δευτερεύοντα ρόλο, καθώς ο Ντοστογιέφσκι εστίαζε περισσότερο στον αμοραλισμό μιας χαρισματικής αριστοκρατικής φιγούρας, του Νικολάι Σταβρόγκιν.

Αν και συνιστούν μια ανελέητη σατιρική επίθεση εναντίον διαφόρων μορφών ριζοσπαστικής σκέψης και δράσης, οι «Δαιμονισμένοι» δεν έχουν πολλά κοινά με τα τυπικά αντι-μηδενιστικά μυθιστορήματα της εποχής όπως αυτά που απαντούν στο έργο του Νικολάι Λεσκόφ(D/R) για παράδειγμα. Τα μυθιστορήματα αυτά παρουσίαζαν συνήθως τους μηδενιστές ως δόλιους εγωιστές μέσα σε έναν ουσιαστικά ασπρόμαυρο ηθικό κόσμο.[5] Αντίθετα, οι μηδενιστές του Ντοστογιέφσκι απεικονίζονται με τις τυπικές ανθρώπινες αδυναμίες τους και έλκονται από τις καταστρεπτικές ιδέες μέσω της ματαιοδοξίας, της αφέλειας, του ιδεαλισμού και της ευαισθησίας που χαρακτηρίζουν τη νεολαία. Όταν φανταζόταν το πώς ο Νετσάγιεφ σχεδίασε τη δολοφονία του Ιβάνοφ, ο Ντοστογιέφσκι προσπαθούσε να «απεικονίσει τα διαφορετικά και πολυμορφικά κίνητρα που ωθούν ακόμη και τις πιο αγνές καρδιές, ακόμη και τους πιο αθώους ανθρώπους σε τόσο τερατώδη εγκλήματα»[6] Στο Ημερολόγιο Ενός Συγγραφέα καταγίνεται με τη σχέση των ιδεών της δικής του γενιάς με εκείνες των νέων της εποχής του και ισχυρίζεται ότι και εκείνος θα μπορούσε στα νιάτα του να γίνει οπαδός ενός ανθρώπου όπως ο Νετσάγιεφ.[7] Στη νεότητά του ο Ντοστογιέφσκι είχε υπάρξει ο ίδιος μέλος μιας ριζοσπαστικής οργάνωσης (του κύκλου Πετρασέφσκι). Ο Ντοστογιέφσκι συμμετείχε ενεργά σε μια μυστική επαναστατική οργάνωση που σχηματίστηκε μεταξύ των μελών του κύκλου Πετρασέφσκι και για την ανάμειξή του σε αυτή την οργάνωση, συνελήφθη και εξορίστηκε σε μια φυλακή της Σιβηρίας. Ο ιδρυτής και αρχηγός αυτής της μυστικής οργάνωσης, ο αριστοκράτης Νικολάι Σπέσνεφ(D/R), θεωρείται από πολλούς σχολιαστές ως η κύρια έμπνευση για τον χαρακτήρα του Σταβρόγκιν.

Αφήγηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση γίνεται από τον Αντόν Λαβρέντιεβιτς Γκ-β, έναν ελάσσονα χαρακτήρα του μυθιστορήματος και έμπιστο φίλο του Στεπάν Βερχοβένσκι. Νέος, μορφωμένος, αξιοπρεπής και λογικός, ο Αντόν Λαβρέντιεβιτς είναι ένας δημόσιος υπάλληλος που αποφασίζει να γράψει ένα χρονικό των παράξενων γεγονότων που έχουν συμβεί πρόσφατα στην πόλη του. Παρότι δευτερεύων χαρακτήρας, ο Αντόν Λαβρέντιεβιτς γνωρίζει τέτοιες λεπτομέρειες για κάθε χαρακτήρα και περιστατικό, ώστε να νομίζει κανείς πως ακούει έναν τριτοπρόσωπο παντογνώστη αφηγητή. Σύμφωνα με τον Τζόζεφ Φρανκ, αυτή η επιλογή επιτρέπει στον Ντοστογιέφσκι να δημιουργήσει ένα φόντο με φήμες, απόψεις και σκανδαλολογίες, που παίζουν το ρόλο των χορικών στην αρχαιοελληνική τραγωδία.[8]

Ο λόγος του αφηγητή είναι έξυπνος, συχνά ειρωνικός και με βαθιά κατανόηση της ψυχολογίας των χαρακτήρων. Όμως, μόνο κατά περιόδους αποτελεί την κυρίαρχη φωνή στο μυθιστόρημα, ενώ συχνά μοιάζει να εξαφανίζεται εντελώς. Μεγάλο μέρος της αφήγησης ξεδιπλώνεται μέσω διαλόγων και δεν βασίζετο τόσο στις εξιστορήσεις ή τις περιγραφές του αφηγητή. Αντίθετα παρουσιάζεται υπαινικτικά μέσω της αλληλεπίδρασης των χαρακτήρων, του εσωτερικού μονολόγου κάποιου προσώπου, ή μέσω κάποιου συνδυασμού αυτών των δύο τεχνικών. Στη μελέτη του Προβλήματα της Ποιητικής του Ντοστογιέφσκι ο Ρώσος φιλόσοφος και θεωρητικός της λογοτεχνίας Μιχαήλ Μπαχτίν χαρακτηρίζει το λογοτεχνικό ύφος του Ντοστογιέφσκι πολυφωνικό, με τους χαρακτήρες να συνθέτουν ένα σύνολο "φωνών-ιδεών", οι οποίες ορίζονται ακατάπαυστα η μία σε σχέση με τους άλλες. Υπό αυτή την έννοια, ο αφηγητής δεν είναι παρά αυτός που αναλαμβάνει να συγχρονίσει και να καταγράψει τις πολλαπλές αυτόνομες αφηγήσεις, ενώ η δική του φωνή «μπαινοβαίνει» στην αντιστικτική δομή του μυθιστορήματος.[9][10]

Χαρακτήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριοι χαρακτήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο Στεπάν Τροφίμοβιτς Βερχοβένσκι είναι ένας καλλιεργημένος και υψηλόφρων διανοούμενος. Άθελά του συμβάλλει στην ανάπτυξη των μηδενιστικών δυνάμεων του μυθιστορήματος, οι οποίες, με κυριότερους εκπροσώπους τους τον γιο του, Πιοτρ Στεπάνοβιτς, και τον πρώην μαθητή του, Νικολάι Σταβρόγκιν, οδηγούν τελικά την τοπική κοινωνία στο χείλος της αβύσσου. Στον Στεπάν Τροφίμοβιτς ο Ντοστογιέφσκι απεικονίζει τον πρωτοτυπικό φιλελεύθερο ιδεαλιστή της ρωσικής διανόησης κατά τη δεκαετία του 1840. Ο χαρακτήρας βασίζεται εν μέρει στους Τιμοφέι Γκρανόφσκι(D/R) και Αλεξάντερ Χέρτσεν.[11]
Το μυθιστόρημα ξεκινά με μια τρυφερή αλλά και ειρωνική περιγραφή του χαρακτήρα και της πρώιμης καριέρας του Στεπάν Τροφίμοβιτς από τον αφηγητή. Ο Στεπάν Τροφίμοβιτς ήταν αρχικά λέκτορας στο Πανεπιστήμιο και για ένα μικρό χρονικό διάστημα λογιζόταν ως εξέχουσα προσωπικότητα μεταξύ των υποστηρικτών των «νέων ιδεών» που είχαν αρχίσει να επηρεάζουν τη ρωσική πνευματική ζωή. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι κάποιοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι τον θεωρούσαν έναν επικίνδυνο στοχαστή και γι' αυτό τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τον ακαδημαϊκό χώρο και να αυτοεξοριστεί στην επαρχία. Στην πραγματικότητα όμως το πιθανότερο είναι ότι κανένα σημαντικό μέλος της κυβέρνησης δεν γνώριζε ποιος ήταν ο Στεπάν Τροφίμοβιτς. Σε κάθε περίπτωση, ο φόβος του τον κάνει να δεχτεί την πρόταση της Βαρβάρα Σταβρόγκινα και να αναλάβει «τη διαπαιδαγώγηση και την πνευματική εκπαίδευση του μοναχογιού της, με την ιδιότητα του βασικού παιδαγωγού και φίλου, χωρίς να μιλήσουμε βέβαια για την εντυπωσιακή ανταμοιβή».[12]
Η αγνή, ιδεαλιστική αλλά τεταμένη σχέση του Στέπαν Τροφιμόβιτς με την Βαρβάρα Σταβρόγκινα συνεχίζεται πολύ μετά το πέρας αυτής της εκπαίδευσης. Σε μια κυνική αλλά όχι τελείως ανακριβή κριτική του πατέρα του, ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς περιγράφει την αμοιβαία τους εξάρτηση ως εξής: «αυτή ήταν η καπιταλίστρια, κι εσύ κοντά της ο συναισθηματικός διασκεδαστής».[13] Αν και ο ίδιος έχει πολύ μεγάλη γνώμη για τη μόρφωσή του, τα υψηλά ιδανικά του και τις ανώτερες αισθητικές του ευαισθησίες, ο Στεπάν Τροφίμοβιτς δεν φαίνεται στην πραγματικότητα να ασχολείται με καμιά ακαδημαϊκή δραστηριότητα. Εξαρτάται απόλυτα από τη Βαρβάρα Πετρόβνα, η οποία συχνά τον σώζει από τις συνέπειες της ανεύθυνης διαχείρισης των οικονομικών του. Κάθε φορά που αντιλαμβάνεται πως της έχει συμπεριφερθεί με άδικο ή ανεύθυνο τρόπο, κατακλύζεται από αισθήματα ντροπής που τον οδηγούν ακόμη και στην ασθένεια.
  • Η Βαρβάρα Πετρόβνα Σταβρόγκινα είναι μια πλούσια γαιοκτήμονας με μεγάλη επιρροή στην πόλη. Κατοικεί στο Σκβορέσνικι, το μεγαλοπρεπές κτήμα της όπου λαμβάνει χώρα μεγάλο μέρος της δράσης του μυθιστορήματος.
Η Βαρβάρα Πετρόβνα υποστηρίζει οικονομικά και συναισθηματικά τον Στεπάν Τρόφιμοβιτς, τον προστατεύει και ασχολείται συνεχώς μαζί του. Μέσω όλης αυτής της διαδικασίας τελικά αποκτά τον ιδιωτικό ρομαντικό ποιητή της, τον οποίο παρουσιάζει ως τον πιο σημαντικό διανοούμενο της πόλης. Ο ίδιος απολαμβάνει αυτή τη φήμη στις τακτικές συναντήσεις των τοπικών οπαδών της «ελεύθερης σκέψης», συναντήσεις που συχνά συνοδεύονται με αρκετή σαμπάνια.
Γενναιόδωρη, ευγενής και αποφασιστική, η Βαρβάρα Πετρόβνα υπερηφανεύεται για την υποστήριξη που παρέχει σε διάφορες καλλιτεχνικές και φιλανθρωπικές υποθέσεις. Είναι μια «μια κλασική Μαικήνας, που ενεργούσε μόνο με υψηλούς σκοπούς».[14] Ωστόσο είναι επίσης εξαιρετικά απαιτητική και δεν συγχωρεί. Γεννά σχεδόν τρόμο στον Στέπαν Τροφίμοβιτς, κάθε φορά που εκείνος αποτυγχάνει να εκτελέσει τις οδηγίες της ή την ντροπιάζει με κάποιον τρόπο. Ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς, αμέσως μετά την άφιξή του στην πόλη, εκμεταλλεύεται αμέσως τη δυσαρέσκειά της για τον πατέρα του.
Αν και η Βαρβάρα Πετρόβνα λατρεύει σχεδόν σαν θεό τον γιο της Νικολάι Βσεβολόντοβιτς, ο αναγνώστης σχηματίζει την εντύπωση πως γνωρίζει ότι κάποιο μεγάλο πρόβλημα υπάρχει με τον γιο της. Προσπαθεί ωστόσο να το αγνοήσει, και ο Πιότρ Στεπάνοβιτς καταφέρνει να κερδίσει ακόμη περισσότερο την εύνοιά της, παρουσιάζοντας με θετικό τρόπο την ανεξήγητη συμπεριφορά του γιου της.
  • Ο Νικολάι Βσεβολόντοβιτς Σταβρόγκιν είναι ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος.[15] Είναι όμορφος, δυνατός, ατρόμητος, έξυπνος και κομψός. Ταυτόχρονα όμως, σύμφωνα με τον αφηγητή, είχε και κάτι το απωθητικό πάνω του.[16] Στις κοινωνικές του σχέσεις δείχνει αυτοπεποίθηση και έχει ευγενικούς τρόπους, αλλά το βλέμμα του περιγράφεται ως «αυστηρό, συλλογισμένο και κάπως χαμένο».[17] Οι υπόλοιποι χαρακτήρες γοητεύονται από τον Σταβρόγκιν - ειδικά ο νεαρός Βερχοβένσκι, ο οποίος τον φαντάζεται ως τον ηγέτη της επανάστασης που προσπαθεί να πυροδοτήσει. Ο Σάτοφ, από την άλλη πλευρά, τον θεωρούσε κάποτε έναν δυνητικά μεγάλο ηγέτη που θα μπορούσε να εμπνεύσει τη Ρωσία και να την οδηγήσει σε μια αναγέννηση μέσω του Χριστιανισμού. Απογοητευμένος, τον θεωρεί πλέον ως έναν αργόσχολο γιο μιας μεγαλοϊδιοκτήτριας γης, ως έναν άνθρωπο που έχει απωλέσει τη διάκριση μεταξύ καλού και κακού. Σύμφωνα με τον Σάτοφ, ο Σταβρόγκιν καθοδηγείται από την επιθυμία του να βασανίζει τους άλλους, όχι μόνο για να αντλεί ευχαρίστηση από αυτό, αλλά και για να βασανίσει τη ίδια τη συνείδησή του και για να βυθιστεί στην απόλαυση μιας «ηθικής ηδονής». Σε ένα αρχικά λογοκριμένο κεφάλαιο (που συμπεριλαμβάνεται με τον τίτλο "Στον Τύχωνα" στις σύγχρονες εκδόσεις και μεταφράσεις), ο ίδιος ο Σταβρόγκιν ορίζει τον κανόνα της ζωής του ως εξής: "ότι ούτε γνωρίζω ούτε αισθάνομαι το καλό και το κακό και ότι δεν έχω χάσει μόνο την αίσθησή τους, αλλά ότι δεν υπάρχει ούτε καλό ούτε κακό ... και ότι είναι απλώς προκατάληψη". Σε μια γραπτή εξομολόγηση προς τον μοναχό Τύχωνα, αναφέρει μια σειρά από εγκλήματα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται ο βιασμός ενός κοριτσιού μόλις 11 ετών, που στη συνέχεια το έσπρωξε στην αυτοκτονία. Ο Σταβρόγκιν περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τη βαθιά εσωτερική ευχαρίστηση που βιώνει όταν ενσυνείδητα συμμετέχει σε επαίσχυντες πράξεις και ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της διάπραξης ενός εγκλήματος.
Κατά την παραμονή του στην Πετρούπολη, ο Σταβρόγκιν παντρεύεται κρυφά την ψυχικά και σωματικά ανάπηρη Μαρία Λεμπιάτκινα. Αν και δείχνει κάποια σημάδια τρυφερότητας προς τη Λεμπιάτκινα, τελικά γίνεται συνένοχος στη δολοφονία της. Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποιον βαθμό είναι ο ίδιος υπεύθυνος για τη δολοφονία της. Πάντως γνωρίζει σχετικά με τα σχέδια για τη δολοφονία της και δεν κάνει τίποτα για να την αποτρέψει. Σε μια επιστολή προς την Ντάρια Πάβλοβνα προς το τέλος του μυθιστορήματος, επιβεβαιώνει ότι είναι ένοχος στη συνείδησή του για το θάνατο της γυναίκας του.
  • Ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς Βερχοβένσκι είναι ο γιος του Στεπάν Τροφίμοβιτς και αποτελεί την κινητήρια δύναμη για το χάος που τελικά κατακλύζει την πόλη. Πατέρας και γιος προσωποποιούν την αιτιολογική σύνδεση που διέκρινε ο Ντοστογιέφσκι μεταξύ των φιλελεύθερων ιδεαλιστών της δεκαετίας του 1840 και των μηδενιστών της δεκαετίας του 1860.[18] Ο Ντοστογιέφσκι εμπνεύστηκε τον χαρακτήρα του Πιοτρ Στεπάνοβιτς από τον επαναστάτη Σεργκέι Νετσάγιεφ και τις μεθόδους του τελευταίου, όπως αυτές περιγράφονται στο μανιφέστο του Κατήχηση του Επαναστάτη.[19] Στην Κατήχηση ο συγγραφέας προτρέπει τους επαναστάτες να «συμβάλουν στην ανάπτυξη της καταστροφής και κάθε κακού, που πρέπει επιτέλους να εξαντλήσουν την υπομονή του λαού και να τους εξαναγκάσουν να εξεγερθούν μαζικά». Η δολοφονία του Σάτοφ από τον Βερχοβένσκι στο μυθιστόρημα βασίστηκε στη δολοφονία του Ιβάνοφ από τον Νετσάγιεφ.[20]
Ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς ισχυρίζεται ότι συνδέεται με την κεντρική επιτροπή μιας τεράστιας, οργανωμένης συνωμοσίας για την ανατροπή της κυβέρνησης και την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Καταφέρνει να πείσει τα μέλη της συνομωτικής του ομάδας ότι αποτελούν έναν επαναστατικό θύλακα μεταξύ πολλών και ότι σύμφωνα με το γενικότερο σχέδιο οι πράξεις τους θα συμβάλουν στο ξέσπασμα μιας εξέγερσης σε όλη τη Ρωσία. Ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς είναι γοητευμένος από την προσωπικότητα του Σταβρόγκιν και προσπαθεί απεγνωσμένα είτε να τον εμπλέξει στις πράξεις της ομάδας είτε να τον πείσει για τους στόχους της. Καθώς πιστεύει ότι η επανάσταση που οραματίζεται θα απαιτήσει τελικά έναν αυταρχικό ηγέτη, θεωρεί ότι η ισχυρή βούληση του Σταβρόγκιν, το προσωπικό του χάρισμα και η «ασυνήθιστη ροπή προς την παραβατικότητα»[21] που διαθέτει, αποτελούν τα απαραίτητα χαρακτηριστικά ενός τέτοιου ηγέτη.
Σύμφωνα με τον Σταβρόγκιν, Ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς είναι ένας «ενθουσιώδης τύπος».[22] Σε κάθε ευκαιρία χρησιμοποιεί τις εξαιρετικές λεκτικές του ικανότητες για να σπείρει τη διαφωνία και να χειριστεί τους γύρω του για τους δικούς του πολιτικούς σκοπούς. Η μεγαλύτερη επιτυχία του είναι η σύζυγος του Κυβερνήτη, στην οποία και στον κοινωνικό της κύκλο κατορθώνει να αποκτήσει σημαντική επιρροή. Εκμεταλλεύεται αδίστακτα αυτή την επιρροή (σε συνδυασμό με τη συνεχή υπονόμευση ατόμων που αντιπροσωπεύουν την εξουσία, όπως ο πατέρας του και ο Κυβερνήτης) για να προκαλέσει την κατάρρευση των κοινωνικών προτύπων.
  • Ο Ιβάν Πάβλοβιτς Σάτοφ είναι γιος ενός υπηρέτη της Βαρβάρα Σταβρόγκινα. Όταν ήταν μικρό παιδί, ο πατέρας του πέθανε και η Βαρβάρα Σταβρόγκινα τον πήρε υπό την προστασία της μαζί με την αδερφή του Ντάρια Πάβλοβνα, αναθέτοντας στον Στεπάν Τροφίμοβιτς τη διδασκαλία τους. Στο πανεπιστήμιο ο Σάτοφ είχε σοσιαλιστικές πεποιθήσεις και αποβλήθηκε ύστερα από κάποιο περιστατικό. Ταξίδεψε στο εξωτερικό ως παιδαγωγός της οικογένειας ενός εμπόρου, αλλά η απασχόλησή του αυτή έληξε όταν παντρεύτηκε την γκουβερνάντα της οικογένειας, η οποία είχε απολυθεί για τις «φιλελεύθερες ιδέες» της. Καθώς δεν είχαν χρήματα και δεν πίστευαν στα δεσμά και τον θεσμό του γάμου, το ζευγάρι χώρισε σχεδόν αμέσως. Ο Σάτοφ περιπλανήθηκε μόνος του στην Ευρώπη προτού τελικά επιστρέψει στη Ρωσία.
    Κατά την περίοδο που λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα του μυθιστορήματος, ο Σάτοφ έχει απαρνηθεί πλήρως τις παλαιότερες πεποιθήσεις του και έχει μετατραπεί σε έναν φλογερό υπερασπιστή της χριστιανικής παράδοσης της Ρωσίας. Οι αναμορφωμένες ιδέες του Σάτοφ θυμίζουν εκείνες των οπαδών της Pochvennichestvo (η φράση θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «επιστροφή στο έδαφος»), ενός ιδεολογικού ρεύματος εκείνης της εποχής με το οποίο ο Ντοστογιέφσκι συμφωνούσε. Όπως και το ευρύτερο Σλαβόφιλο κίνημα, οι οπαδοί αυτού του ρεύματος αντιμάχονταν τις πολιτισμικές επιρροές που προέρχονταν από τη Δυτική Ευρώπη και πίστευαν στην ύψιστη σημασία της σλαβικής παράδοσης για τη Ρωσία, εστιάζοντας ιδιαίτερα στη μοναδικότητα της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο Σάτοφ προχωρά πιο πέρα, θεωρώντας ότι η αποστολή αυτή έχει σημασία για όλη την υφήλιο και όχι απλώς για τη Ρωσία.[23]Ο Σάτοφ, «μονίμως σκυθρωπός και λιγομίλητος ... όταν θίγονται οι απόψεις του, εκνευριζόταν αρρωστημένα και γινόταν λεκτικά ασυγκράτητος.»[24] Στο κεφάλαιο «Νύχτα» έχει μια έντονη συζήτηση με τον Σταβρόγκιν για τον Θεό, τη Ρωσία και την ηθική. Όταν ήταν νεότερος, ο Σάτοφ είχε θεοποιήσει τον Σταβρόγκιν, αλλά τώρα, έχοντας καταλάβει τον χαρακτήρα του και έχοντας μαντέψει το μυστικό του γάμου του, επιδιώκει να καταστρέψει το πάλαι ποτέ είδωλό του. Ο Σταβρόγκιν, αν και επηρεάζεται από την επίθεση του Σάτοφ, σίγουρα δεν υποκύπτει και αντεπιτίθεται εστιάζοντας στην ανεπάρκεια της πίστης του Σάτοφ, κάτι που ο ίδιος ο Σάτοφ αναγνωρίζει.
Μεταξύ Σάτοφ και Πιοτρ Βερχοβένσκι υπάρχει σχέση αμοιβαίου μίσους. Ο Βερχοβένσκι συλλαμβάνει την ιδέα της δολοφονίας του Σάτοφ από τα μέλη της ομάδας με την κατηγορία της προδοσίας των σκοπών της, αλλά και για να ενώσει περαιτέρω τα μέλη μέσω του αίματος που θα έχουν χύσει.
  • Ο Αλεξέι Νίλιτς Κιρίλοφ είναι ένας μηχανικός που ζει στο ίδιο σπίτι με τον Σάτοφ. Έχει και αυτός σχέση με την ομάδα του Βερχοβένσκι, αλλά αυτή η σχέση είναι πολύ ιδιαίτερη: ο Κιρίλοφ είναι αποφασισμένος να αυτοκτονήσει και έχει συμφωνήσει να πραγματοποιήσει την απόφασή του τη χρονική στιγμή που αυτή η πράξη θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη για τους σκοπούς της ομάδας.
Όπως και ο Σάτοφ, ο Κιρίλοφ είναι βαθιά επηρεασμένος από τον Σταβρόγκιν, αλλά με διαμετρικά αντίθετο τρόπο. Ενώ ο Σταβρόγκιν εμπνέει τον Σάτοφ ως ένας Ρώσος Χριστός, την ίδια στιγμή ωθεί τον Κιρίλοφ στο ακραίο λογικό επακόλουθο του αθεϊσμού - την απόλυτη κυριαρχία της ανθρώπινης βούλησης.[25] «Αν [ο Θεός] δεν υπάρχει», υποστηρίζει ο Κιρίλοφ, «τότε η βούληση είναι δική μου, κι υποχρεούμαι να εκφράσω το αυτεξούσιό μου.»[26] Αυτή η διακήρυξη πρέπει να πάρει τη μορφή της πράξης της αυτοκτονίας, με μοναδικό κίνητρο την καταστροφή του φόβου της ανθρωπότητας για τον θάνατο, ενός φόβου που εμπεριέχεται στην πίστη στον Θεό. Ο Κιρίλοφ πιστεύει ότι αυτή η εκούσια πράξη, που αποτελεί επίδειξη της υπέρβασης αυτού του φόβου, θα αποτελέσει αφετηρία της νέας εποχής του Ανθρώπου-Θεού, όταν δεν θα υπάρχει κανένας άλλος Θεός εκτός από την ανθρώπινη βούληση.
Παρά το υποτιθέμενο μεγαλείο αυτής της ιδέας, ο Κιρίλοφ είναι ένα μοναχικό και βαθιά ταπεινό πρόσωπο χωρίς καθόλου εγωισμό. Αντιθέτως, τον έχει κυριεύσει η μανία να γίνει θυσία για το γενικότερο καλό της ανθρωπότητας.[27] Ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς του λέει: «Δεν κατακτήσατε εσείς την ιδέα, αλλά η ιδέα κατέκτησε εσάς, και γι' αυτό δεν μπορείτε να την εγκαταλείψετε». Τα κίνητρά του αφήνουν αδιάφορο τον Πιοτρ Στεπάνοβιτς, ο οποίος όμως αναγνωρίζει την ειλικρίνεια των προθέσεων του Κιρίλοφ. Ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς χρησιμοποιεί αυτές τις προθέσεις ως ένα μέσον αποπροσανατολισμού της προσοχής της κοινής γνώμης από την συνομωσία.

Σύνοψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τρία μέρη. Προηγούνται δύο παραθέματα, το πρώτο από το ποίημα του Αλεξάντρ Πούσκιν «Δαίμονες» και το δεύτερο από το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο 8: 32–36.

Πρώτο Μέρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από μια παρολίγον σπουδαία αλλά πρόωρα διακοπείσα ακαδημαϊκή σταδιοδρομία, ο Στεπάν Τροφίμοβιτς Βερχοβένσκι διαμένει με την πλούσια γαιοκτήμονα Βαρβάρα Πετρόβνα Σταβρόγκινα στο Σκβορέσνικι, το κτήμα της σε μια επαρχιακή ρωσική πόλη. Ο Στεπάν Τροφίμοβιτς, που παλιότερα εργαζόταν ως δάσκαλος του γιου της Σταβρόγκινα Νικολάι Βσεβολόντοβιτς, εξακολουθεί να ζει στο κτήμα για είκοσι χρόνια, διατηρώντας μια στενή αλλά πλατωνική σχέση με την ευγενή του προστάτιδα. Ο Στεπάν Τροφίμοβιτς έχει επίσης από έναν προηγούμενο γάμο έναν γιο, ο οποίος όμως έχει μεγαλώσει αλλού, μακριά από τον πατέρα του.

Η Βαρβάρα Πετρόβνα επιστρέφει ανήσυχη από την Ελβετία όπου είχε πάει για να επισκεφτεί τον Νικολάι Βσεβολόντοβιτς. Κατηγορεί τον Στέπαν Τρόφιμοβιτς για ανευθυνότητα στις οικονομικές του υποθέσεις, αλλά η κύρια ανησυχία της είναι μια "ίντριγκα" που αντιμετώπισε στην Ελβετία και αφορά τον γιο της και τις σχέσεις του με τη Λίζα Τούσινα - την όμορφη κόρη της φίλης της Πρασκόβια. Η Πρασκόβια και η Λίζα φτάνουν στην πόλη χωρίς τον Νικολάι Βσεβολόντοβιτς, που έχει μεταβεί στην Πετρούπολη. Σύμφωνα με την Πρασκόβια, η Ντάρια Πάβλοβνα (Ντάσα), μια νεαρή προστατευομένη της Βαρβάρα Πετρόβνα, έχει κι αυτή κάποια σχέση με τον Νικολάι Βσεβολόντοβιτς, αλλά οι σχετικές λεπτομέρειες είναι ασαφείς. Η Βαρβάρα Πετρόβνα έχει ξαφνικά την ιδέα να αρραβωνιάσει τον Στέπαν Τροφίμοβιτς με την Ντάσα. Αν και απογοητευμένος, ο Στέπαν Τρόφιμοβιτς αποδέχεται την πρότασή της, η οποία συμβαίνει επίσης να επιλύει ένα λεπτό οικονομικό του ζήτημα. Επηρεασμένος από τα κουτσομπολιά, αρχίζει να υποψιάζεται ότι τον παντρεύουν για να καλυφθούν οι «αμαρτίες κάποιου άλλου» και γράφει «ευγενικές» επιστολές στην αρραβωνιαστικιά του και τον Νικολάι Βσεβολόντοβιτς. Τα θέματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο από την άφιξη μιας μυστηριώδους «ανάπηρης γυναίκας», της Μαρίας Λεμπιάτκινα, με την οποία φημολογείται ότι συνδέεται επίσης ο Νικολάι Βσεβολόντοβιτς, αν και κανείς δεν φαίνεται να ξέρει πώς ακριβώς. Στον αναγνώστη παρέχεται μια σχετική υπόδειξη όταν η Βαρβάρα Πετρόβνα ρωτά την ψυχικά διαταραγμένη Μαρία, που την έχει πλησιάσει έξω από την εκκλησία, αν είναι η Λεμπιάτκινα και εκείνη απαντά ότι δεν είναι.

Η Βαρβάρα Πετρόβνα επιστρεφει με τη Μαρία (και τη Λίζα που επιμένει να τις ακολουθήσει) στο Σκβορέσνικι. Εκεί συναντούν τη Ντάσα, τον μεγαλύτερο αδελφό της Ιβάν Σάτοφ και τον Στεπάν Τροφίμοβιτς, που μοιάζει ιδιαιτέρως νευρικός. Καταφτάνει η Πρασκόβια, συνοδευόμενη από τον ανιψιό της Μαβρίκι Νικολάγιεβιτς, και απαιτεί να μάθει γιατί η κόρη της σύρθηκε στο «σκάνδαλο» της Βαρβάρα Πετρόβνα. Η Βαρβάρα Πετρόβνα ρωτά τη Ντάσα για ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που υποτίθεται ότι έστειλε ο Νικολάι Βσεβολόντοβιτς μέσω εκείνης στον αδερφό της Μαρίας, αλλά παρά τις ευθείες απαντήσεις της Ντάσα, η υπόθεση δεν ξεκαθαρίζει. Ο αδελφός της Μαρίας, ο αλκοολικός λοχαγός Λεμπιάτκιν, έρχεται για να βρει την αδελφή του, και μπερδεύει ακόμη περισσότερο τη Βαρβάρα Πετρόβνα με τα σχεδόν ακατάληπτα παραληρήματά του για κάποια ατιμία που πρέπει να παραμείνει κρυφή. Σε αυτό το σημείο ο θαλαμηπόλος ανακοινώνει την άφιξη του Νικολάι Βσεβολόντοβιτς. Προς έκπληξη όλων όμως, ένας τελείως άγνωστος άνδρας εισβάλλει στο δωμάτιο και αρχίζει αμέσως να μονοπωλεί τη συζήτηση. Αποδεικνύεται ότι πρόκειται για τον Πιοτρ Στεπάνοβιτς Βερχοβένσκι, τον γιο του Στεπάν Τροφίμοβιτς. Όσο μιλάει ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς, στο δωμάτιο εισέρχεται αθόρυβα ο Νικολάι Σταβρόγκιν. Η Βαρβάρα Πετρόβνα δείχνει τη Μαρία και απαιτεί να μάθει αν είναι η νόμιμη σύζυγός του. Εκείνος κοιτάζει απαθής τη μητέρα του και, χωρίς να πει λέξη, φιλάει το χέρι της και πλησιάζει αργά τη Μαρία. Με ήρεμο τόνο τής εξηγεί ότι παραμένει αφοσιωμένος φίλος της, ότι δεν είναι σύζυγος ή αρραβωνιαστικός της, ότι δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί και ότι προσφέρεται να τη συνοδεύσει στο σπίτι της. Εκείνη συμφωνεί και φεύγουν μαζί. Στο πανδαιμόνιο που ξεσπά μετά την αναχώρησή τους, η ισχυρότερη φωνή είναι αυτή του Πιοτρ Στεπάνοβιτς, ο οποίος καταφέρνει να πείσει τον Βαρβάρα Πετρόβνα να τον ακούσει. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ο Νικολάι Βσεβολόντοβιτς γνωρίστηκε με τους Λεμπιάτκιν όταν, πέντε χρόνια νωρίτερα στην Πετρούπολη, ζούσε κάτι που αποτελούσε «απομίμηση ζωής». Η δυστυχισμένη, ανάπηρη και μισότρελη Μαρία τον είχε ερωτευτεί παράφορα κι εκείνος την είχε σεβαστεί και την είχε αντιμετωπίσει με αξιοπρέπεια. Όταν η Μαρία άρχισε να τον θεωρεί αρραβωνιαστικό της και εκείνος επρόκειτο να φύγει, έκανε διάφορα σχέδια για να την εξασφαλίσει. Αυτά τα σχέδια περιελάμβαναν και ένα σημαντικό επίδομα, το οποίο ο αδερφός της αμέσως οικειοποιήθηκε σαν να του ανήκε με κάποιον τρόπο. Η Βαρβάρα Πετρόβνα θριαμβολογεί περιχαρής όταν ακούει ότι οι πράξεις του γιου της είχαν ευγενή και όχι ποταπά κίνητρα. Μετά από μια ανάκριση από τον Πιοτρ Στεπάνοβιτς, ο λοχαγός Λεμπιάτκιν επιβεβαιώνει απρόθυμα αυτά τα γεγονότα. Στη συνέχεια αναχωρεί ντροπιασμένος, την ίδια ώρα που ο Νικολάι Βσεβολόντοβιτς επιστρέφει, έχοντας συνοδεύσει τη Μαρία στο σπίτι της. Ο Νικολάι Βσεβολόντοβιτς απευθύνεται στη Ντάσα για να τη συγχαρεί για τον επικείμενο γάμο της. Σαν να περίμενε τα λόγια του Νικολάι Βσεβολόντοβιτς, ο Πιοτρ Στεπανόβιτς ανακοινώνει ότι, ενώ κι εκείνος έχει λάβει μια μακροσκελή επιστολή από τον πατέρα του για έναν επικείμενο γάμο, παρ' όλα αυτά δεν μπορεί να ξεδιαλύνει τι συμβαίνει: ο πατέρας του του έχει γράψει πως πρέπει να παντρευτεί λόγω των «αμαρτιών ενός άλλου άνδρα» και ότι αναζητεί κάποιον να τον «σώσει». Έξω φρενών, η Βαρβάρα Πετρόβνα διατάζει τον Στέπαν Τροφίμοβιτς να εγκαταλείψει το σπίτι της και να μην επιστρέψει ποτέ. Στην αναταραχή που ακολουθεί, κανείς δεν παρατηρεί ότι ο Σάτοφ, ο οποίος δεν έχει πει ακόμα ούτε λέξη, διασχίζει το δωμάτιο για να σταθεί μπροστά ακριβώς από τον Νικολάι Βσεβολόντοβιτς. Τον κοιτάζει στα μάτια για ώρα χωρίς να λέει τίποτα και μετά, ξαφνικά, τον χαστουκίζει με όλη του τη δύναμη. Ο Σταβρόγκιν παραπατά, ανακτά την ισορροπία του και αρπάζει τον Σάτοφ. Αμέσως όμως τον αφήνει ελεύθερο και στέκεται ακίνητος, αντικρίζοντας τον με γαλήνιο βλέμμα. Τελικά ο Σάτοφ χαμηλώνει τα μάτια του και φεύγει, εμφανώς συντετριμμένος. Η Λίζα ουρλιάζει και καταρρέει λιπόθυμη στο πάτωμα.

Πηγές - Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Joyce Carol Oates: Tragic Rites In Dostoevsky's The Possessed, p. 3
  2. Hingley, Ronald (1978). Dostoyevsky His Life and Work. London: Paul Elek Limited. σελίδες 158–59. ISBN 0 236 40121 1. 
  3. Kjetsaa (1987). p. 251.
  4. Peace, Richard (1971). Dostoyevsky: An Examination of the Major Novels. Cambridge University Press. σελίδες 140–42. ISBN 0 521 07911 X. 
  5. Frank, Joseph. Dostoevsky: A Writer in His Time. σελ. 612. 
  6. Dostoevsky, F. (1994). A Writer's Diary (trans. Kenneth Lantz). Northwestern University Press. p. 67
  7. Dostoevsky, Fyodor (2009). A Writer's Diary. σελ. 65. 
  8. Frank, Joseph (2010). Dostoevsky A Writer In His Time. σελ. 261. 
  9. Pevear, Richard (1995). Foreword to Demons (trans. Pevear and Volokhonsky). p. xiv
  10. Bakhtin, Mikhail (1984). Problems of Dostoevsky's Poetics (trans. Caryl Emerson). pp. 90–95, 265
  11. Frank, Joseph (2010). Dostoevsky A Writer In His Time. σελίδες 603–04, 610. 
  12. Ντοστογιέφσκι, Φιόντορ. Οι Δαιμονισμένοι. μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου. σελ. 29
  13. Ντοστογιέφσκι, Φιόντορ. Οι Δαιμονισμένοι. μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου. σελ. 509
  14. Ντοστογιέφσκι, Φιόντορ. Οι Δαιμονισμένοι. μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου. σελ. 33
  15. Frank (2010). pp. 604–06, 645–49
  16. Ντοστογιέφσκι, Φιόντορ. Οι Δαιμονισμένοι. μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου. σελ. 85
  17. Ντοστογιέφσκι, Φιόντορ. Οι Δαιμονισμένοι. μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου. σελ. 308
  18. Wasiolek, Edward (1964). Dostoevsky: The Major Fiction. Cambridge, Massachusetts: M.I.T. Press. p. 112
  19. Frank, Joseph (2010). Dostoevsky A Writer in his Time. σελ. 630. 
  20. Wasiolek, Edward (1964). Dostoevsky: The Major FictionFree registration required. σελ. 135. 
  21. Ντοστογιέφσκι, Φιόντορ. Οι Δαιμονισμένοι. μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου. σελ. 425
  22. Ντοστογιέφσκι, Φιόντορ. Οι Δαιμονισμένοι. μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου. σελ. 409
  23. Frank, Joseph (2010). Dostoevsky A Writer in His Time. σελίδες 648–49. 
  24. Ντοστογιέφσκι, Φιόντορ. Οι Δαιμονισμένοι. μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου. σελ. 61
  25. Frank, Joseph (2010). Dostoevsky A Writer in His Time. σελ. 656. 
  26. Ντοστογιέφσκι, Φιόντορ. Οι Δαιμονισμένοι. μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου. σελ. 1015
  27. Frank, Joseph (2010). Dostoevsky A Writer In His Time. σελίδες 654–55. 
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Demons (Dostoevsky novel) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).