Οι Δαιμονισμένοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Οι δαιμονισμένοι
Fyodor Dostoyevsky manuscript and drawing 22.jpg
σελίδα από το χειρόγραφο του μυθιστορήματος, με την γραφή και την εικονογράφηση του Ντοστογιέφσκι
ΣυγγραφέαςΦιόντορ Ντοστογιέφσκι
ΤίτλοςБѣсы
ΓλώσσαΡωσικά
Ημερομηνία δημιουργίας1870
Ημερομηνία δημοσίευσης1871
1872
ΕίδοςΠολιτικό μυθιστόρημα
ψυχολογικό μυθιστόρημα
ΧαρακτήρεςΝικολάι Σταυρόγκιν και Λοχαγός Ιγνάτιος Λεμπιάτκιν
ΤόποςΡωσική Αυτοκρατορία
LΤ ID7576788
ΠροηγούμενοΟ αιώνιος σύζυγος
ΕπόμενοΜπομπόκ
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Οι Δαιμονισμένοι - (ρωσικά : Бесы) είναι μυθιστόρημα του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Ρώσος αγγελιοφόρος»(D/R) το 187172. Θεωρείται, μαζί με τα Έγκλημα και Τιμωρία (1866), Ο Ηλίθιος (1869) και Αδελφοί Καραμάζοφ (1880), ένα από τα τέσσερα αριστουργήματα που έγραψε ο Ντοστογιέφσκι μετά την επιστροφή του από την εξορία του στη Σιβηρία.

«Οι Δαιμονισμένοι» είναι κοινωνική και πολιτική σάτιρα, ψυχολογικό δράμα και τραγωδία μεγάλης κλίμακας. Η Αμερικανίδα συγγραφέας Τζόις Κάρολ Όουτς το έχει περιγράψει ως «το πιο συγκεχυμένο και βίαιο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι και το τραγικότερο έργο του».[1] Σύμφωνα με τον Ρόναλντ Χίνγκλεϊ, συνιστά τη «μεγαλύτερη επίθεση του Ντοστογιέφσκι στο Μηδενισμό» και «ένα από τα εντυπωσιακότερα επιτεύγματα της ανθρωπότητας –πιθανόν και το ανώτερο επίτευγμά της– στην τέχνη της πεζογραφίας».[2]

«Οι Δαιμονισμένοι» αποτελούν μια αλληγορία για τις δυνητικά καταστροφικές συνέπειες του πολιτικού και ηθικού μηδενισμού που είχε αρχίσει να διαδίδεται στη Ρωσία τη δεκαετία του 1860. Μια φανταστική επαρχιακή πόλη διολισθαίνει στο χάος καθώς γίνεται το επίκεντρο μιας απόπειρας εξέγερσης σχεδιασμένης από τον αρχι-συνωμότη Πιοτρ Βερχοβένσκι. Η μυστηριώδης φιγούρα του αριστοκρατικής καταγωγής Νικολάι Σταβρόγκιν -ο οποίος αποτελεί το αντίστοιχο του Βερχοβένσκι στην ηθική σφαίρα- κυριαρχεί στο μυθιστόρημα, ασκώντας ιδιαίτερη επίδραση στις καρδιές και το μυαλό σχεδόν όλων των άλλων χαρακτήρων. Οι εκπρόσωποι της ιδεαλιστικής και δυτικόφιλης γενιάς της δεκαετίας του 1840, που συνοψίζεται στον χαρακτήρα του Στεπάν Βερχοβένσκι (πατέρα του Πιοτρ Βερχοβένσκι και παιδαγωγού του Νικολάι Σταβρόγκιν), παρουσιάζονται ως οι εν αγνοία τους πρόγονοι και ανήμποροι συνεργοί των «δαιμονικών» δυνάμεων που καταλαμβάνουν την πόλη.

Ιστορικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σεργκέι Νετσάγιεφ
Νικολάι Σπέσνεφ

Στα τέλη της δεκαετίας του 1860 στη Ρωσία υπήρξε μια ασυνήθιστα έντονη πολιτική αναταραχή που προκλήθηκε από φοιτητικές ομάδες επηρεασμένες από φιλελεύθερες, σοσιαλιστικές και επαναστατικές ιδέες. Το 1869, ο Ντοστογιέφσκι συνέλαβε την ιδέα ενός «μυθιστορήματος-προκήρυξης» που θα στρεφόταν κατά των ριζοσπαστών. Τον απασχολούσε ιδιαίτερα η ομάδα που είχε οργανώσει ο νεαρός επαναστάτης Σεργκέι Νετσάγιεφ και η δολοφονία από τα μέλη της ομάδας ενός πρώην συντρόφου τους - του Ιβάν Ιβάνοφ - στην Αγροτική Ακαδημία Πετρόβσκαγια στη Μόσχα. Ενδιαφερόταν επίσης εκείνη την εποχή για την απόρριψη του ριζοσπαστισμού και ήθελε να πιέσει τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία και τον Οίκο των Ρομανώφ να αναλάβουν τον ρόλο των θεματοφυλάκων του πεπρωμένου της Ρωσίας. Όταν πρωτοάκουσε από τον κουνιάδο του, ο οποίος ήταν φοιτητής στην Ακαδημία Πετρόβσκαγια, για τη δολοφονία του Ιβάνοφ, αναστατώθηκε και ορκίστηκε ότι θα έγραφε ένα πολιτικό μυθιστόρημα πάνω σε αυτό που ονόμαζε «το πιο σημαντικό πρόβλημα της εποχής μας».[3] Ο Ντοστογιέφσκι εργαζόταν εκείνη την περίοδο πάνω σε ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα (με τίτλο «Η Ζωή ενός Μεγάλου Αμαρτωλού») στο οποίο θα εξέταζε τις ψυχολογικές και ηθικές επιπτώσεις του αθεϊσμού. Η πολεμική του εναντίον του ριζοσπαστισμού αλλά και τμήματα του φιλοσοφικού μυθιστορήματος που προσπαθούσε να γράψει, συγχωνεύτηκαν σε ένα ενιαίο έργο μεγαλύτερης κλίμακας, που μετατράπηκε στους «Δαιμονισμένους».[4] Καθώς το μυθιστόρημα προχωρούσε, οι χαρακτήρες με φιλελεύθερες και μηδενιστικές αντιλήψεις άρχισαν να διαδραματίζουν δευτερεύοντα ρόλο, καθώς ο Ντοστογιέφσκι εστίαζε περισσότερο στον αμοραλισμό μιας χαρισματικής αριστοκρατικής φιγούρας, του Νικολάι Σταβρόγκιν.

Αν και συνιστούν μια ανελέητη σατιρική επίθεση εναντίον διαφόρων μορφών ριζοσπαστικής σκέψης και δράσης, οι «Δαιμονισμένοι» δεν έχουν πολλά κοινά με τα τυπικά αντι-μηδενιστικά μυθιστορήματα της εποχής όπως αυτά που απαντούν στο έργο του Νικολάι Λεσκόφ(D/R) για παράδειγμα. Τα μυθιστορήματα αυτά παρουσίαζαν συνήθως τους μηδενιστές ως δόλιους εγωιστές μέσα σε έναν ουσιαστικά ασπρόμαυρο ηθικό κόσμο.[5] Αντίθετα, οι μηδενιστές του Ντοστογιέφσκι απεικονίζονται με τις τυπικές ανθρώπινες αδυναμίες τους και έλκονται από τις καταστρεπτικές ιδέες μέσω της ματαιοδοξίας, της αφέλειας, του ιδεαλισμού και της ευαισθησίας που χαρακτηρίζουν τη νεολαία. Όταν φανταζόταν το πώς ο Νετσάγιεφ σχεδίασε τη δολοφονία του Ιβάνοφ, ο Ντοστογιέφσκι προσπαθούσε να «απεικονίσει τα διαφορετικά και πολυμορφικά κίνητρα που ωθούν ακόμη και τις πιο αγνές καρδιές, ακόμη και τους πιο αθώους ανθρώπους σε τόσο τερατώδη εγκλήματα»[6] Στο Ημερολόγιο Ενός Συγγραφέα καταγίνεται με τη σχέση των ιδεών της δικής του γενιάς με εκείνες των νέων της εποχής του και ισχυρίζεται ότι και εκείνος θα μπορούσε στα νιάτα του να γίνει οπαδός ενός ανθρώπου όπως ο Νετσάγιεφ.[7] Στη νεότητά του ο Ντοστογιέφσκι είχε υπάρξει ο ίδιος μέλος μιας ριζοσπαστικής οργάνωσης (του κύκλου Πετρασέφσκι). Ο Ντοστογιέφσκι συμμετείχε ενεργά σε μια μυστική επαναστατική οργάνωση που σχηματίστηκε μεταξύ των μελών του κύκλου Πετρασέφσκι και για την ανάμειξή του σε αυτή την οργάνωση, συνελήφθη και εξορίστηκε σε μια φυλακή της Σιβηρίας. Ο ιδρυτής και αρχηγός αυτής της μυστικής οργάνωσης, ο αριστοκράτης Νικολάι Σπέσνεφ(D/R), θεωρείται από πολλούς σχολιαστές ως η κύρια έμπνευση για τον χαρακτήρα του Σταβρόγκιν.

Αφήγηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση γίνεται από τον Αντόν Λαβρέντιεβιτς Γκ-β, έναν ελάσσονα χαρακτήρα του μυθιστορήματος και έμπιστο φίλο του Στεπάν Βερχοβένσκι. Νέος, μορφωμένος, αξιοπρεπής και λογικός, ο Αντόν Λαβρέντιεβιτς είναι ένας δημόσιος υπάλληλος που αποφασίζει να γράψει ένα χρονικό των παράξενων γεγονότων που έχουν συμβεί πρόσφατα στην πόλη του. Παρότι δευτερεύων χαρακτήρας, ο Αντόν Λαβρέντιεβιτς γνωρίζει τέτοιες λεπτομέρειες για κάθε χαρακτήρα και περιστατικό, ώστε να νομίζει κανείς πως ακούει έναν τριτοπρόσωπο παντογνώστη αφηγητή. Σύμφωνα με τον Τζόζεφ Φρανκ, αυτή η επιλογή επιτρέπει στον Ντοστογιέφσκι να δημιουργήσει ένα φόντο με φήμες, απόψεις και σκανδαλολογίες, που παίζουν το ρόλο των χορικών στην αρχαιοελληνική τραγωδία.[8]

Ο λόγος του αφηγητή είναι έξυπνος, συχνά ειρωνικός και με βαθιά κατανόηση της ψυχολογίας των χαρακτήρων. Όμως, μόνο κατά περιόδους αποτελεί την κυρίαρχη φωνή στο μυθιστόρημα, ενώ συχνά μοιάζει να εξαφανίζεται εντελώς. Μεγάλο μέρος της αφήγησης ξεδιπλώνεται μέσω διαλόγων και δεν βασίζετο τόσο στις εξιστορήσεις ή τις περιγραφές του αφηγητή. Αντίθετα παρουσιάζεται υπαινικτικά μέσω της αλληλεπίδρασης των χαρακτήρων, του εσωτερικού μονολόγου κάποιου προσώπου, ή μέσω κάποιου συνδυασμού αυτών των δύο τεχνικών. Στη μελέτη του Προβλήματα της Ποιητικής του Ντοστογιέφσκι ο Ρώσος φιλόσοφος και θεωρητικός της λογοτεχνίας Μιχαήλ Μπαχτίν χαρακτηρίζει το λογοτεχνικό ύφος του Ντοστογιέφσκι πολυφωνικό, με τους χαρακτήρες να συνθέτουν ένα σύνολο "φωνών-ιδεών", που η καθεμιά τους επαναορίζεται ακατάπαυστα σε σχέση με τις άλλες. Υπό αυτή την έννοια, ο αφηγητής δεν είναι παρά αυτός που αναλαμβάνει να συγχρονίσει και να καταγράψει τις πολλαπλές αυτόνομες αφηγήσεις, ενώ η δική του φωνή «μπαινοβαίνει» στην αντιστικτική δομή του μυθιστορήματος.[9][10]

Χαρακτήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριοι χαρακτήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο Στεπάν Τροφίμοβιτς Βερχοβένσκι είναι ένας καλλιεργημένος και υψηλόφρων διανοούμενος. Άθελά του συμβάλλει στην ανάπτυξη των μηδενιστικών δυνάμεων του μυθιστορήματος, οι οποίες, με κυριότερους εκπροσώπους τους τον γιο του, Πιοτρ Στεπάνοβιτς, και τον πρώην μαθητή του, Νικολάι Σταβρόγκιν, οδηγούν τελικά την τοπική κοινωνία στο χείλος της αβύσσου. Στον Στεπάν Τροφίμοβιτς ο Ντοστογιέφσκι απεικονίζει τον πρωτοτυπικό φιλελεύθερο ιδεαλιστή της ρωσικής διανόησης κατά τη δεκαετία του 1840. Ο χαρακτήρας βασίζεται εν μέρει στους Τιμοφέι Γκρανόφσκι(D/R) και Αλεξάντερ Χέρτσεν.[11]
Το μυθιστόρημα ξεκινά με μια τρυφερή αλλά και ειρωνική περιγραφή του χαρακτήρα και της πρώιμης καριέρας του Στεπάν Τροφίμοβιτς από τον αφηγητή. Ο Στεπάν Τροφίμοβιτς ήταν αρχικά λέκτορας στο Πανεπιστήμιο και για ένα μικρό χρονικό διάστημα λογιζόταν ως εξέχουσα προσωπικότητα μεταξύ των υποστηρικτών των «νέων ιδεών» που είχαν αρχίσει να επηρεάζουν τη ρωσική πνευματική ζωή. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι κάποιοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι τον θεωρούσαν έναν επικίνδυνο στοχαστή και γι' αυτό τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τον ακαδημαϊκό χώρο και να αυτοεξοριστεί στην επαρχία. Στην πραγματικότητα όμως το πιθανότερο είναι ότι κανένα σημαντικό μέλος της κυβέρνησης δεν γνώριζε ποιος ήταν ο Στεπάν Τροφίμοβιτς. Σε κάθε περίπτωση, ο φόβος του τον κάνει να δεχτεί την πρόταση της Βαρβάρα Σταβρόγκινα και να αναλάβει «τη διαπαιδαγώγηση και την πνευματική εκπαίδευση του μοναχογιού της, με την ιδιότητα του βασικού παιδαγωγού και φίλου, χωρίς να μιλήσουμε βέβαια για την εντυπωσιακή ανταμοιβή».[12]
Η αγνή, ιδεαλιστική αλλά τεταμένη σχέση του Στέπαν Τροφιμόβιτς με την Βαρβάρα Σταβρόγκινα συνεχίζεται πολύ μετά το πέρας αυτής της εκπαίδευσης. Σε μια κυνική αλλά όχι τελείως ανακριβή κριτική του πατέρα του, ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς περιγράφει την αμοιβαία τους εξάρτηση ως εξής: «αυτή ήταν η καπιταλίστρια, κι εσύ κοντά της ο συναισθηματικός διασκεδαστής».[13] Αν και ο ίδιος έχει πολύ μεγάλη γνώμη για τη μόρφωσή του, τα υψηλά ιδανικά του και τις ανώτερες αισθητικές του ευαισθησίες, ο Στεπάν Τροφίμοβιτς δεν φαίνεται στην πραγματικότητα να ασχολείται με καμιά ακαδημαϊκή δραστηριότητα. Εξαρτάται απόλυτα από τη Βαρβάρα Πετρόβνα, η οποία συχνά τον σώζει από τις συνέπειες της ανεύθυνης διαχείρισης των οικονομικών του. Κάθε φορά που αντιλαμβάνεται πως της έχει συμπεριφερθεί με άδικο ή ανεύθυνο τρόπο, κατακλύζεται από αισθήματα ντροπής που τον οδηγούν ακόμη και στην ασθένεια.
  • Η Βαρβάρα Πετρόβνα Σταβρόγκινα είναι μια πλούσια γαιοκτήμονας με μεγάλη επιρροή στην πόλη. Κατοικεί στο Σκβορέσνικι, το μεγαλοπρεπές κτήμα της όπου λαμβάνει χώρα μεγάλο μέρος της δράσης του μυθιστορήματος.
Η Βαρβάρα Πετρόβνα υποστηρίζει οικονομικά και συναισθηματικά τον Στεπάν Τρόφιμοβιτς, τον προστατεύει και ασχολείται συνεχώς μαζί του. Μέσω όλης αυτής της διαδικασίας τελικά αποκτά τον ιδιωτικό ρομαντικό ποιητή της, τον οποίο παρουσιάζει ως τον πιο σημαντικό διανοούμενο της πόλης. Ο ίδιος απολαμβάνει αυτή τη φήμη στις τακτικές συναντήσεις των τοπικών οπαδών της «ελεύθερης σκέψης», συναντήσεις που συχνά συνοδεύονται με αρκετή σαμπάνια.
Γενναιόδωρη, ευγενής και αποφασιστική, η Βαρβάρα Πετρόβνα υπερηφανεύεται για την υποστήριξη που παρέχει σε διάφορες καλλιτεχνικές και φιλανθρωπικές υποθέσεις. Είναι μια «μια κλασική Μαικήνας, που ενεργούσε μόνο με υψηλούς σκοπούς».[14] Ωστόσο είναι επίσης εξαιρετικά απαιτητική και δεν συγχωρεί. Γεννά σχεδόν τρόμο στον Στέπαν Τροφίμοβιτς, κάθε φορά που εκείνος αποτυγχάνει να εκτελέσει τις οδηγίες της ή την ντροπιάζει με κάποιον τρόπο. Ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς, αμέσως μετά την άφιξή του στην πόλη, εκμεταλλεύεται αμέσως τη δυσαρέσκειά της για τον πατέρα του.
Αν και η Βαρβάρα Πετρόβνα λατρεύει σχεδόν σαν θεό τον γιο της Νικολάι Βσεβολόντοβιτς, ο αναγνώστης σχηματίζει την εντύπωση πως γνωρίζει ότι κάποιο μεγάλο πρόβλημα υπάρχει με τον γιο της. Προσπαθεί ωστόσο να το αγνοήσει, και ο Πιότρ Στεπάνοβιτς καταφέρνει να κερδίσει ακόμη περισσότερο την εύνοιά της, παρουσιάζοντας με θετικό τρόπο την ανεξήγητη συμπεριφορά του γιου της.
  • Ο Νικολάι Βσεβολόντοβιτς Σταβρόγκιν είναι ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος.[15] Είναι όμορφος, δυνατός, ατρόμητος, έξυπνος και κομψός. Ταυτόχρονα όμως, σύμφωνα με τον αφηγητή, είχε και κάτι το απωθητικό πάνω του.[16] Στις κοινωνικές του σχέσεις δείχνει αυτοπεποίθηση και έχει ευγενικούς τρόπους, αλλά το βλέμμα του περιγράφεται ως «αυστηρό, συλλογισμένο και κάπως χαμένο».[17] Οι υπόλοιποι χαρακτήρες γοητεύονται από τον Σταβρόγκιν - ειδικά ο νεαρός Βερχοβένσκι, ο οποίος τον φαντάζεται ως τον ηγέτη της επανάστασης που προσπαθεί να πυροδοτήσει. Ο Σάτοφ, από την άλλη πλευρά, τον θεωρούσε κάποτε έναν δυνητικά μεγάλο ηγέτη που θα μπορούσε να εμπνεύσει τη Ρωσία και να την οδηγήσει σε μια αναγέννηση μέσω του Χριστιανισμού. Απογοητευμένος, τον θεωρεί πλέον ως έναν αργόσχολο γιο μιας μεγαλοϊδιοκτήτριας γης, ως έναν άνθρωπο που έχει απωλέσει τη διάκριση μεταξύ καλού και κακού. Σύμφωνα με τον Σάτοφ, ο Σταβρόγκιν καθοδηγείται από την επιθυμία του να βασανίζει τους άλλους, όχι μόνο για να αντλεί ευχαρίστηση από αυτό, αλλά και για να βασανίσει τη ίδια τη συνείδησή του και για να βυθιστεί στην απόλαυση μιας «ηθικής ηδονής». Σε ένα αρχικά λογοκριμένο κεφάλαιο (που συμπεριλαμβάνεται με τον τίτλο "Στον Τύχωνα" στις σύγχρονες εκδόσεις και μεταφράσεις), ο ίδιος ο Σταβρόγκιν ορίζει τον κανόνα της ζωής του ως εξής: "ότι ούτε γνωρίζω ούτε αισθάνομαι το καλό και το κακό και ότι δεν έχω χάσει μόνο την αίσθησή τους, αλλά ότι δεν υπάρχει ούτε καλό ούτε κακό ... και ότι είναι απλώς προκατάληψη". Σε μια γραπτή εξομολόγηση προς τον μοναχό Τύχωνα, αναφέρει μια σειρά από εγκλήματα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται ο βιασμός ενός κοριτσιού μόλις 11 ετών, που στη συνέχεια το έσπρωξε στην αυτοκτονία. Ο Σταβρόγκιν περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τη βαθιά εσωτερική ευχαρίστηση που βιώνει όταν ενσυνείδητα συμμετέχει σε επαίσχυντες πράξεις και ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της διάπραξης ενός εγκλήματος.
Κατά την παραμονή του στην Πετρούπολη, ο Σταβρόγκιν παντρεύεται κρυφά την ψυχικά και σωματικά ανάπηρη Μαρία Λεμπιάτκινα. Αν και δείχνει κάποια σημάδια τρυφερότητας προς τη Λεμπιάτκινα, τελικά γίνεται συνένοχος στη δολοφονία της. Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποιον βαθμό είναι ο ίδιος υπεύθυνος για τη δολοφονία της. Πάντως γνωρίζει σχετικά με τα σχέδια για τη δολοφονία της και δεν κάνει τίποτα για να την αποτρέψει. Σε μια επιστολή προς την Ντάρια Πάβλοβνα προς το τέλος του μυθιστορήματος, επιβεβαιώνει ότι είναι ένοχος στη συνείδησή του για το θάνατο της γυναίκας του.
  • Ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς Βερχοβένσκι είναι ο γιος του Στεπάν Τροφίμοβιτς και αποτελεί την κινητήρια δύναμη για το χάος που τελικά κατακλύζει την πόλη. Πατέρας και γιος προσωποποιούν την αιτιολογική σύνδεση που διέκρινε ο Ντοστογιέφσκι μεταξύ των φιλελεύθερων ιδεαλιστών της δεκαετίας του 1840 και των μηδενιστών της δεκαετίας του 1860.[18] Ο Ντοστογιέφσκι εμπνεύστηκε τον χαρακτήρα του Πιοτρ Στεπάνοβιτς από τον επαναστάτη Σεργκέι Νετσάγιεφ και τις μεθόδους του τελευταίου, όπως αυτές περιγράφονται στο μανιφέστο του Κατήχηση του Επαναστάτη.[19] Στην Κατήχηση ο συγγραφέας προτρέπει τους επαναστάτες να «συμβάλουν στην ανάπτυξη της καταστροφής και κάθε κακού, που πρέπει επιτέλους να εξαντλήσουν την υπομονή του λαού και να τους εξαναγκάσουν να εξεγερθούν μαζικά». Η δολοφονία του Σάτοφ από τον Βερχοβένσκι στο μυθιστόρημα βασίστηκε στη δολοφονία του Ιβάνοφ από τον Νετσάγιεφ.[20]
Ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς ισχυρίζεται ότι συνδέεται με την κεντρική επιτροπή μιας τεράστιας, οργανωμένης συνωμοσίας για την ανατροπή της κυβέρνησης και την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Καταφέρνει να πείσει τα μέλη της συνομωτικής του ομάδας ότι αποτελούν έναν επαναστατικό θύλακα μεταξύ πολλών και ότι σύμφωνα με το γενικότερο σχέδιο οι πράξεις τους θα συμβάλουν στο ξέσπασμα μιας εξέγερσης σε όλη τη Ρωσία. Ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς είναι γοητευμένος από την προσωπικότητα του Σταβρόγκιν και προσπαθεί απεγνωσμένα είτε να τον εμπλέξει στις πράξεις της ομάδας είτε να τον πείσει για τους στόχους της. Καθώς πιστεύει ότι η επανάσταση που οραματίζεται θα απαιτήσει τελικά έναν αυταρχικό ηγέτη, θεωρεί ότι η ισχυρή βούληση του Σταβρόγκιν, το προσωπικό του χάρισμα και η «ασυνήθιστη ροπή προς την παραβατικότητα»[21] που διαθέτει, αποτελούν τα απαραίτητα χαρακτηριστικά ενός τέτοιου ηγέτη.
Σύμφωνα με τον Σταβρόγκιν, Ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς είναι ένας «ενθουσιώδης τύπος».[22] Σε κάθε ευκαιρία χρησιμοποιεί τις εξαιρετικές λεκτικές του ικανότητες για να σπείρει τη διαφωνία και να χειριστεί τους γύρω του για τους δικούς του πολιτικούς σκοπούς. Η μεγαλύτερη επιτυχία του είναι η σύζυγος του Κυβερνήτη, στην οποία και στον κοινωνικό της κύκλο κατορθώνει να αποκτήσει σημαντική επιρροή. Εκμεταλλεύεται αδίστακτα αυτή την επιρροή (σε συνδυασμό με τη συνεχή υπονόμευση ατόμων που αντιπροσωπεύουν την εξουσία, όπως ο πατέρας του και ο Κυβερνήτης) για να προκαλέσει την κατάρρευση των κοινωνικών προτύπων.
  • Ο Ιβάν Πάβλοβιτς Σάτοφ είναι γιος ενός υπηρέτη της Βαρβάρα Σταβρόγκινα. Όταν ήταν μικρό παιδί, ο πατέρας του πέθανε και η Βαρβάρα Σταβρόγκινα τον πήρε υπό την προστασία της μαζί με την αδερφή του Ντάρια Πάβλοβνα, αναθέτοντας στον Στεπάν Τροφίμοβιτς τη διδασκαλία τους. Στο πανεπιστήμιο ο Σάτοφ είχε σοσιαλιστικές πεποιθήσεις και αποβλήθηκε ύστερα από κάποιο περιστατικό. Ταξίδεψε στο εξωτερικό ως παιδαγωγός της οικογένειας ενός εμπόρου, αλλά η απασχόλησή του αυτή έληξε όταν παντρεύτηκε την γκουβερνάντα της οικογένειας, η οποία είχε απολυθεί για τις «φιλελεύθερες ιδέες» της. Καθώς δεν είχαν χρήματα και δεν πίστευαν στα δεσμά και τον θεσμό του γάμου, το ζευγάρι χώρισε σχεδόν αμέσως. Ο Σάτοφ περιπλανήθηκε μόνος του στην Ευρώπη προτού τελικά επιστρέψει στη Ρωσία.
    Κατά την περίοδο που λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα του μυθιστορήματος, ο Σάτοφ έχει απαρνηθεί πλήρως τις παλαιότερες πεποιθήσεις του και έχει μετατραπεί σε έναν φλογερό υπερασπιστή της χριστιανικής παράδοσης της Ρωσίας. Οι αναμορφωμένες ιδέες του Σάτοφ θυμίζουν εκείνες των οπαδών της Pochvennichestvo (η φράση θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «επιστροφή στο έδαφος»), ενός ιδεολογικού ρεύματος εκείνης της εποχής με το οποίο ο Ντοστογιέφσκι συμφωνούσε. Όπως και το ευρύτερο Σλαβόφιλο κίνημα, οι οπαδοί αυτού του ρεύματος αντιμάχονταν τις πολιτισμικές επιρροές που προέρχονταν από τη Δυτική Ευρώπη και πίστευαν στην ύψιστη σημασία της σλαβικής παράδοσης για τη Ρωσία, εστιάζοντας ιδιαίτερα στη μοναδικότητα της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο Σάτοφ προχωρά πιο πέρα, θεωρώντας ότι η αποστολή αυτή έχει σημασία για όλη την υφήλιο και όχι απλώς για τη Ρωσία.[23]Ο Σάτοφ, «μονίμως σκυθρωπός και λιγομίλητος ... όταν θίγονται οι απόψεις του, εκνευριζόταν αρρωστημένα και γινόταν λεκτικά ασυγκράτητος.»[24] Στο κεφάλαιο «Νύχτα» έχει μια έντονη συζήτηση με τον Σταβρόγκιν για τον Θεό, τη Ρωσία και την ηθική. Όταν ήταν νεότερος, ο Σάτοφ είχε θεοποιήσει τον Σταβρόγκιν, αλλά τώρα, έχοντας καταλάβει τον χαρακτήρα του και έχοντας μαντέψει το μυστικό του γάμου του, επιδιώκει να καταστρέψει το πάλαι ποτέ είδωλό του. Ο Σταβρόγκιν, αν και επηρεάζεται από την επίθεση του Σάτοφ, σίγουρα δεν υποκύπτει και αντεπιτίθεται εστιάζοντας στην ανεπάρκεια της πίστης του Σάτοφ, κάτι που ο ίδιος ο Σάτοφ αναγνωρίζει.
Μεταξύ Σάτοφ και Πιοτρ Βερχοβένσκι υπάρχει σχέση αμοιβαίου μίσους. Ο Βερχοβένσκι συλλαμβάνει την ιδέα της δολοφονίας του Σάτοφ από τα μέλη της ομάδας με την κατηγορία της προδοσίας των σκοπών της, αλλά και για να ενώσει περαιτέρω τα μέλη μέσω του αίματος που θα έχουν χύσει.
  • Ο Αλεξέι Νίλιτς Κιρίλοφ είναι ένας μηχανικός που ζει στο ίδιο σπίτι με τον Σάτοφ. Έχει και αυτός σχέση με την ομάδα του Βερχοβένσκι, αλλά αυτή η σχέση είναι πολύ ιδιαίτερη: ο Κιρίλοφ είναι αποφασισμένος να αυτοκτονήσει και έχει συμφωνήσει να πραγματοποιήσει την απόφασή του τη χρονική στιγμή που αυτή η πράξη θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη για τους σκοπούς της ομάδας.
Όπως και ο Σάτοφ, ο Κιρίλοφ είναι βαθιά επηρεασμένος από τον Σταβρόγκιν, αλλά με διαμετρικά αντίθετο τρόπο. Ενώ ο Σταβρόγκιν εμπνέει τον Σάτοφ ως ένας Ρώσος Χριστός, την ίδια στιγμή ωθεί τον Κιρίλοφ στο ακραίο λογικό επακόλουθο του αθεϊσμού - την απόλυτη κυριαρχία της ανθρώπινης βούλησης.[25] «Αν [ο Θεός] δεν υπάρχει», υποστηρίζει ο Κιρίλοφ, «τότε η βούληση είναι δική μου, κι υποχρεούμαι να εκφράσω το αυτεξούσιό μου.»[26] Αυτή η διακήρυξη πρέπει να πάρει τη μορφή της πράξης της αυτοκτονίας, με μοναδικό κίνητρο την καταστροφή του φόβου της ανθρωπότητας για τον θάνατο, ενός φόβου που εμπεριέχεται στην πίστη στον Θεό. Ο Κιρίλοφ πιστεύει ότι αυτή η εκούσια πράξη, που αποτελεί επίδειξη της υπέρβασης αυτού του φόβου, θα αποτελέσει αφετηρία της νέας εποχής του Ανθρώπου-Θεού, όταν δεν θα υπάρχει κανένας άλλος Θεός εκτός από την ανθρώπινη βούληση.
Παρά το υποτιθέμενο μεγαλείο αυτής της ιδέας, ο Κιρίλοφ είναι ένα μοναχικό και βαθιά ταπεινό πρόσωπο χωρίς καθόλου εγωισμό. Αντιθέτως, τον έχει κυριεύσει η μανία να γίνει θυσία για το γενικότερο καλό της ανθρωπότητας.[27] Ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς του λέει: «Δεν κατακτήσατε εσείς την ιδέα, αλλά η ιδέα κατέκτησε εσάς, και γι' αυτό δεν μπορείτε να την εγκαταλείψετε». Τα κίνητρά του αφήνουν αδιάφορο τον Πιοτρ Στεπάνοβιτς, ο οποίος όμως αναγνωρίζει την ειλικρίνεια των προθέσεων του Κιρίλοφ. Ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς χρησιμοποιεί αυτές τις προθέσεις ως ένα μέσον αποπροσανατολισμού της προσοχής της κοινής γνώμης από την συνομωσία.

Δευτερεύοντες χαρακτήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η Λιζαβέτα Νικολάγεβνα Τούσινα (Λίζα) είναι μια ενθουσιώδης, όμορφη, έξυπνη και πλούσια νεαρή κοπέλα. Είναι κόρη της Πρασκόβια, μιας φίλης της Βαρβάρα Πετρόβνα, και είναι κι αυτή πρώην μαθήτρια του Στεπάν Τροφίμοβιτς. Έχει μιαν ακαθόριστη σχέση με τον Σταβρόγκιν, ύστερα από τη συνάντησή τους στην Ελβετία, ενώ φαίνεται να διακατέχεται πότε από βαθύ έρωτα και πότε από αβυσσαλέο μίσος για τον γιο της Βαρβάρα Πετρόβνα. Αφενός είναι γεμάτη πικρία και καχυποψία για την παράξενη οικειότητα που έχει η Ντάσα μαζί του και αφετέρου προσπαθεί εναγωνίως να καταλάβει τη φύση της σχέσης του με τη Μαρία Λεμπιάτκινα, όταν ο γάμος τους αποτελεί ακόμη μυστικό. Η Λίζα αρραβωνιάζεται τον εξάδελφό της Μαυρίκι Νικολάγεβιτς, αλλά συνεχίζει να προσκολλάται εμμονικά στον Σταβρόγκιν, ακόμη και όταν εκείνος αναγνωρίζει ανοιχτά το γάμο του με την Λεμπιάτκινα.
  • Η Ντάρια Παύλοβνα (Ντάσα) είναι αδερφή του Σάτοφ, προστατευομένη της Βαρβάρα Πετρόβνα και, για ένα μικρό χρονικό διάστημα, αρραβωνιαστικιά του Στεπάν Τροφίμοβιτς. Είναι η απρόθυμη έμπιστη φίλη και «νοσοκόμα» του Νικολάι Σταβρόγκιν.
  • Η Μαρία Τιμοφέγιεβνα Λεμπιάτκινα είναι παντρεμένη με τον Νικολάι Σταβρόγκιν. Αν και φέρεται σαν παιδί και είναι ψυχικά ασταθής και μπερδεμένη, συχνά δείχνει να έχει μια βαθύτερη αντίληψη για τα γεγονότα και πολλές από τις ιδιότητες ενός «άγιου σαλού».[28] Σύμφωνα με τον Φρανκ, η Μαρία αντιπροσωπεύει «την εικόνα του Ντοστογιέφσκι για την πρωτόγονη θρησκευτική ευαισθησία του ρωσικού λαού»,[29] και ο ψευτογάμος της, η απόρριψη του Σταβρόγκιν και, τελικά, η δολοφονία της, υποδεικνύουν την αδυνατότητα συγκερασμού του Ορθόδοξου Ρωσικού Λαού με τον άθεο Ρωσικό Ευρωπαϊσμό.
  • Ο Λοχαγός Λεμπιάντκιν είναι αδερφός της Μαρίας. Αν και δέχεται από τον Σταβρόγκιν χρηματικά ποσά για τη φροντίδα της, ο Λεμπιάτκιν την κακομεταχειρίζεται και σπαταλά τα χρήματά της. Είναι φωνακλάς, αδιάκριτος και σχεδόν πάντα μεθυσμένος. Θεωρεί τον εαυτό του ποιητή και απαγγέλλει συχνά στίχους του. Φοβάται τον Σταβρόγκιν, αλλά αποτελεί και μόνιμη απειλή για την αποκάλυψη του κρυφού του γάμου με την Μαρία. Συμμετέχει άθελά του στα σχέδια του Πιότρ Στεπάνοβιτς και οι αδέξιες προσπάθειές του να έρθει σε επαφή με τις αρχές για να γλιτώσει, είναι άλλος ένας λόγος που τελικά δολοφονείται.
  • Ο κατάδικος Φέντκα είναι δραπέτης από τις φυλακές και ύποπτος για μια σειρά κλοπών και δολοφονιών στην πόλη. Κάποτε ήταν ένας δουλοπάροικος που ανήκε στον Στέπαν Τροφίμοβιτς, ο οποίος όμως τον πούλησε στον στρατό για να πληρώσει τα χρέη του στα χαρτιά. Ο Φέντκα δολοφονεί τη γυναίκα του Σταβρόγκιν και τον αδελφό της, ακολουθώντας τις οδηγίες του Πιοτρ Στεπάνοβιτς. Ο ίδιος ο Σταβρόγκιν αντιτίθεται αρχικά στη δολοφονία, αλλά οι μετέπειτα πράξεις του υποδηλώνουν ένα είδος παθητικής συγκατάθεσης.
  • Ο Αντρέι Αντόνοβιτς φον Λέμπκε είναι ο Κυβερνήτης της επαρχίας και ένας από τους κύριους στόχους του Πιοτρ Στεπάνοβιτς στη συνωμοσία του για την υπονόμευση των θεμελίων της τοπικής κοινωνίας. Αν και ο φον Λέμπκε εμφανίζεται ως καλός και ευσυνείδητος άνθρωπος, είναι εν τούτοις εντελώς ανίκανος να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις μακιαβελικές μηχανορραφίες του Πιοτρ Στεπάνοβιτς. Αποξενωμένος από τη σύζυγό του, η οποία έχει γίνει άθελά της πιόνι στο παιχνίδι των συνωμοτών, ο φον Λέμπκε καταρρέει ψυχικά ενώ η κατάσταση εκτροχιάζεται όλο και περισσότερο.
  • Η Γιούλια Μιχαήλοβνα φον Λέμπκε είναι η σύζυγος του Κυβερνήτη. Η ματαιοδοξία και οι φιλελεύθερες επιδιώξεις της γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον Πιοτρ Στεπάνοβιτς προκειμένου να επιτύχει τους επαναστατικούς του στόχους. Οι συνωμότες πετυχαίνουν να μετατρέψουν τη Λογοτεχνική Γιορτή της για την υποστήριξη των φτωχών νηπιαγωγών, σε μια σκανδαλώδη φάρσα. Η απεικόνιση από τον Ντοστογιέφσκι της σχέσης του Πιοτρ Στεπάνοβιτς με την Γιούλια Μιχαήλοβνα είχε τις ρίζες της σε ένα απόσπασμα από την Κατήχηση του Νετσάγιεφ, στο οποίο δίνεται η οδηγία στους επαναστάτες να συναναστρέφονται τους φιλελεύθερους «με βάση το δικό τους πρόγραμμα, προσποιούμενοι ότι τους ακολουθούν τυφλά», αλλά με σκοπό να υπονομεύσουν τη θέση τους ώστε να μπορούν «να τους χρησιμοποιήσουν για την πρόκληση αναταραχών».[30]
  • Ο Σεμιόν Καρμάζινοφ είναι η καρικατούρα που δημιούργησε ο Ντοστογιέφσκι για να σατιρίσει τον σύγχρονό του λογοτέχνη Ιβάν Τουργκένιεφ, συγγραφέα του πρωτο-μηδενιστικού μυθιστορήματος Πατέρες και Γιοι (1862). Ο Καρμάζινοφ, που ανήκει στην ίδια γενιά με τον Στέπαν Τροφίμοβιτς, είναι ένας ματαιόδοξος και επηρμένος πρώην διάσημος συγγραφέας, ο οποίος αφενός αποζητά ξεδιάντροπα την εύνοια του Πιοτρ Στεπάνοβιτς και αφετέρου προωθεί με διάφορα μέσα τους μηδενιστές, ώστε να γίνουν αποδεκτοί στο φιλελεύθερο κατεστημένο της πόλης.[31]
  • Ο Σιγκαλιόφ είναι ένας ιστορικός-κοινωνιολόγος που παίζει τον ρόλο του διανοούμενου στον επαναστατικό όμιλο του Βερχοβένσκι. Έχει επινοήσει ένα σύστημα για την οργάνωση της ανθρωπότητας μετά την επικράτηση της επανάστασης, για το οποίο λέει: «Το συμπέρασμά μου αντιφάσκει ξεκάθαρα ως προς την αρχική μου θέση. Εκκινώντας από την απεριόριστη ελευθερία, καταλήγω στον απεριόριστο δεσποτισμό».[32] Στο σύστημά του, το ενενήντα τοις εκατό της κοινωνίας θα υποδουλωθεί στο υπόλοιπο δέκα τοις εκατό, ενώ η ισότητα του κοπαδιού θα επιβληθεί με τακτικές αστυνομικού κράτους, τρομοκρατία και καταστροφή της πνευματικής, καλλιτεχνικής και πολιτιστικής ζωής. Σύμφωνα με υπολογισμούς στο ακροατήριο του Σιγκαλιόφ, περίπου εκατό εκατομμύρια κεφάλια θα χρειαστεί να κοπούν για να επιτευχθεί ο τελικός στόχος.
  • Ο Επίσκοπος Τύχων είναι μοναχός και ο πνευματικός σύμβουλος τον οποίο θα προτείνει ο Σάτοφ στον Σταβρόγκιν. Παρότι ο Τύχων εμφανίζεται μόνο στο τελευταίο, λογοκριμένο κεφάλαιο του μυθιστορήματος, αποτελεί σημαντικό χαρακτήρα, μιας και προς αυτόν θα εξομολογηθεί ο Σταβρόγκιν την αλήθεια με απόλυτη ειλικρίνεια και σε κάθε λεπτομέρεια. Είναι ίσως ο μόνος που κατανοεί πραγματικά την πνευματική και ψυχολογική κατάσταση του Σταβρόγκιν. Καθώς θεωρεί ότι η γραπτή εξομολόγησή του είναι το πόνημα μιας ψυχής που έχει πληγωθεί θανάσιμα, ο Τύχων συμβουλεύει τον Σταβρόγκιν να εναποθέσει τη ζωή του στις προσταγές ενός Γέροντα.

Σύνοψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τρία μέρη. Προηγούνται δύο παραθέματα, το πρώτο από το ποίημα του Αλεξάντρ Πούσκιν «Δαίμονες» και το δεύτερο από το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο 8: 32–36.

Πρώτο Μέρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από μια παρολίγον σπουδαία αλλά πρόωρα διακοπείσα ακαδημαϊκή σταδιοδρομία, ο Στεπάν Τροφίμοβιτς Βερχοβένσκι διαμένει με την πλούσια γαιοκτήμονα Βαρβάρα Πετρόβνα Σταβρόγκινα στο Σκβορέσνικι, το κτήμα της σε μια επαρχιακή ρωσική πόλη. Ο Στεπάν Τροφίμοβιτς, που παλιότερα εργαζόταν ως δάσκαλος του γιου της Σταβρόγκινα Νικολάι Βσεβολόντοβιτς, εξακολουθεί να ζει στο κτήμα για είκοσι χρόνια, διατηρώντας μια στενή αλλά πλατωνική σχέση με την ευγενή του προστάτιδα. Ο Στεπάν Τροφίμοβιτς έχει επίσης από έναν προηγούμενο γάμο έναν γιο, ο οποίος όμως έχει μεγαλώσει αλλού, μακριά από τον πατέρα του.

Η Βαρβάρα Πετρόβνα επιστρέφει ανήσυχη από την Ελβετία όπου είχε πάει για να επισκεφτεί τον Νικολάι Βσεβολόντοβιτς. Κατηγορεί τον Στέπαν Τρόφιμοβιτς για ανευθυνότητα στις οικονομικές του υποθέσεις, αλλά η κύρια ανησυχία της είναι μια «ίντριγκα» που αντιμετώπισε στην Ελβετία και αφορά τον γιο της και τις σχέσεις του με τη Λίζα Τούσινα - την όμορφη κόρη της φίλης της Πρασκόβια. Η Πρασκόβια και η Λίζα φτάνουν στην πόλη χωρίς τον Νικολάι Βσεβολόντοβιτς, που έχει μεταβεί στην Πετρούπολη. Σύμφωνα με την Πρασκόβια, η Ντάρια Πάβλοβνα (Ντάσα), μια νεαρή προστατευομένη της Βαρβάρα Πετρόβνα, έχει κι αυτή κάποια σχέση με τον Νικολάι Βσεβολόντοβιτς, αλλά οι σχετικές λεπτομέρειες είναι ασαφείς. Η Βαρβάρα Πετρόβνα έχει ξαφνικά την ιδέα να αρραβωνιάσει τον Στέπαν Τροφίμοβιτς με την Ντάσα. Αν και απογοητευμένος, ο Στέπαν Τρόφιμοβιτς αποδέχεται την πρότασή της, η οποία συμβαίνει επίσης να επιλύει ένα λεπτό οικονομικό του ζήτημα. Επηρεασμένος από τα κουτσομπολιά, αρχίζει να υποψιάζεται ότι τον παντρεύουν για να καλυφθούν οι «αμαρτίες κάποιου άλλου» και γράφει «ευγενικές» επιστολές στην αρραβωνιαστικιά του και τον Νικολάι Βσεβολόντοβιτς. Τα θέματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο από την άφιξη μιας μυστηριώδους «ανάπηρης γυναίκας», της Μαρίας Λεμπιάτκινα, με την οποία φημολογείται ότι συνδέεται επίσης ο Νικολάι Βσεβολόντοβιτς, αν και κανείς δεν φαίνεται να ξέρει πώς ακριβώς. Στον αναγνώστη παρέχεται μια σχετική υπόδειξη όταν η Βαρβάρα Πετρόβνα ρωτά την ψυχικά διαταραγμένη Μαρία, που την έχει πλησιάσει έξω από την εκκλησία, αν είναι η Λεμπιάτκινα και εκείνη απαντά ότι δεν είναι.

Η Βαρβάρα Πετρόβνα επιστρεφει με τη Μαρία (και τη Λίζα που επιμένει να τις ακολουθήσει) στο Σκβορέσνικι. Εκεί συναντούν τη Ντάσα, τον μεγαλύτερο αδελφό της Ιβάν Σάτοφ και τον Στεπάν Τροφίμοβιτς, που μοιάζει ιδιαιτέρως νευρικός. Καταφτάνει η Πρασκόβια, συνοδευόμενη από τον ανιψιό της Μαβρίκι Νικολάγιεβιτς, και απαιτεί να μάθει γιατί η κόρη της σύρθηκε στο «σκάνδαλο» της Βαρβάρα Πετρόβνα. Η Βαρβάρα Πετρόβνα ρωτά τη Ντάσα για ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που υποτίθεται ότι έστειλε ο Νικολάι Βσεβολόντοβιτς μέσω εκείνης στον αδερφό της Μαρίας, αλλά παρά τις ευθείες απαντήσεις της Ντάσα, η υπόθεση δεν ξεκαθαρίζει. Ο αδελφός της Μαρίας, ο αλκοολικός λοχαγός Λεμπιάτκιν, έρχεται για να βρει την αδελφή του, και μπερδεύει ακόμη περισσότερο τη Βαρβάρα Πετρόβνα με τα σχεδόν ακατάληπτα παραληρήματά του για κάποια ατιμία που πρέπει να παραμείνει κρυφή. Σε αυτό το σημείο ο θαλαμηπόλος ανακοινώνει την άφιξη του Νικολάι Βσεβολόντοβιτς. Προς έκπληξη όλων όμως, ένας τελείως άγνωστος άνδρας εισβάλλει στο δωμάτιο και αρχίζει αμέσως να μονοπωλεί τη συζήτηση. Αποδεικνύεται ότι πρόκειται για τον Πιοτρ Στεπάνοβιτς Βερχοβένσκι, τον γιο του Στεπάν Τροφίμοβιτς. Όσο μιλάει ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς, στο δωμάτιο εισέρχεται αθόρυβα ο Νικολάι Σταβρόγκιν. Η Βαρβάρα Πετρόβνα δείχνει τη Μαρία και απαιτεί να μάθει αν είναι η νόμιμη σύζυγός του. Εκείνος κοιτάζει απαθής τη μητέρα του και, χωρίς να πει λέξη, φιλάει το χέρι της και πλησιάζει αργά τη Μαρία. Με ήρεμο τόνο τής εξηγεί ότι παραμένει αφοσιωμένος φίλος της, ότι δεν είναι σύζυγος ή αρραβωνιαστικός της, ότι δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί και ότι προσφέρεται να τη συνοδεύσει στο σπίτι της. Εκείνη συμφωνεί και φεύγουν μαζί. Στο πανδαιμόνιο που ξεσπά μετά την αναχώρησή τους, η ισχυρότερη φωνή είναι αυτή του Πιοτρ Στεπάνοβιτς, ο οποίος καταφέρνει να πείσει τον Βαρβάρα Πετρόβνα να τον ακούσει. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ο Νικολάι Βσεβολόντοβιτς γνωρίστηκε με τους Λεμπιάτκιν όταν, πέντε χρόνια νωρίτερα στην Πετρούπολη, ζούσε κάτι που αποτελούσε «απομίμηση ζωής». Η δυστυχισμένη, ανάπηρη και μισότρελη Μαρία τον είχε ερωτευτεί παράφορα κι εκείνος την είχε σεβαστεί και την είχε αντιμετωπίσει με αξιοπρέπεια. Όταν η Μαρία άρχισε να τον θεωρεί αρραβωνιαστικό της και εκείνος επρόκειτο να φύγει, έκανε διάφορα σχέδια για να την εξασφαλίσει. Αυτά τα σχέδια περιελάμβαναν και ένα σημαντικό επίδομα, το οποίο ο αδερφός της αμέσως οικειοποιήθηκε σαν να του ανήκε με κάποιον τρόπο. Η Βαρβάρα Πετρόβνα θριαμβολογεί περιχαρής όταν ακούει ότι οι πράξεις του γιου της είχαν ευγενή και όχι ποταπά κίνητρα. Μετά από μια ανάκριση από τον Πιοτρ Στεπάνοβιτς, ο λοχαγός Λεμπιάτκιν επιβεβαιώνει απρόθυμα αυτά τα γεγονότα. Στη συνέχεια αναχωρεί ντροπιασμένος, την ίδια ώρα που ο Νικολάι Βσεβολόντοβιτς επιστρέφει, έχοντας συνοδεύσει τη Μαρία στο σπίτι της. Ο Νικολάι Βσεβολόντοβιτς απευθύνεται στη Ντάσα για να τη συγχαρεί για τον επικείμενο γάμο της. Σαν να περίμενε τα λόγια του Νικολάι Βσεβολόντοβιτς, ο Πιοτρ Στεπανόβιτς ανακοινώνει ότι, ενώ κι εκείνος έχει λάβει μια μακροσκελή επιστολή από τον πατέρα του για έναν επικείμενο γάμο, παρ' όλα αυτά δεν μπορεί να ξεδιαλύνει τι συμβαίνει: ο πατέρας του του έχει γράψει πως πρέπει να παντρευτεί λόγω των «αμαρτιών ενός άλλου άνδρα» και ότι αναζητεί κάποιον να τον «σώσει». Έξω φρενών, η Βαρβάρα Πετρόβνα διατάζει τον Στέπαν Τροφίμοβιτς να εγκαταλείψει το σπίτι της και να μην επιστρέψει ποτέ. Στην αναταραχή που ακολουθεί, κανείς δεν παρατηρεί ότι ο Σάτοφ, ο οποίος δεν έχει πει ακόμα ούτε λέξη, διασχίζει το δωμάτιο για να σταθεί μπροστά ακριβώς από τον Νικολάι Βσεβολόντοβιτς. Τον κοιτάζει στα μάτια για ώρα χωρίς να λέει τίποτα και μετά, ξαφνικά, τον χαστουκίζει με όλη του τη δύναμη. Ο Σταβρόγκιν παραπατά, ανακτά την ισορροπία του και αρπάζει τον Σάτοφ. Αμέσως όμως τον αφήνει ελεύθερο και στέκεται ακίνητος, αντικρίζοντας τον με γαλήνιο βλέμμα. Τελικά ο Σάτοφ χαμηλώνει τα μάτια του και φεύγει, εμφανώς συντετριμμένος. Η Λίζα ουρλιάζει και καταρρέει λιπόθυμη στο πάτωμα.

Δεύτερο Μέρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα νέα σχετικά με τα γεγονότα στο Σκβορέσνικι διαδίδονται αμέσως στην κοινωνία της επαρχιακής πόλης. Οι βασικοί πρωταγωνιστές επιλέγουν να απομονωθούν, ενώ εξαίρεση αποτελεί ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς που συμμετέχει ενεργά στην κοινωνική ζωή της πόλης. Ύστερα από οκτώ ημέρες, επισκέπτεται τον Σταβρόγκιν και η πραγματική φύση των σχέσεών τους αρχίζει να ξεκαθαρίζει. Φαίνεται πως οι δυο τους δεν ήταν συνεννοημένοι, όπως κάποιοι υποψιάζονται. Αντίθετα ο Πιότρ Στεπανόβιτς μάλλον προσπαθεί να εμπλέξει τον Σταβρόγκιν σε κάποια δικά του ριζοσπαστικά πολιτικά σχέδια, και επιδιώκει με ζήλο να τον χρησιμοποιήσει για την επιτυχία αυτών των επιδιώξεών του. Ο Σταβρόγκιν φαίνεται να αποδέχεται ότι ο Πιοτρ Στεπανόβιτς θα ενεργεί για λογαριασμό του, αλλά από την άλλη μοιάζει να αδιαφορεί εν πολλοίς για τις προτάσεις του Πιοτρ Στεπάνοβιτς και συνεχίζει να ακολουθεί τις δικές του επιδιώξεις.

Το ίδιο βράδυ ο Σταβρόγκιν φεύγει κρυφά από το Σκβορέσνικι και κατευθύνεται πεζός στο σπίτι του Φιλίποφ, εκεί όπου ζει ο Σάτοφ. Ο βασικός σκοπός της επίσκεψής του είναι να συζητήσει με τον Κιρίλοφ, ο οποίος ζει κι αυτός στο ίδιο σπίτι. Ο Σταβρόγκιν έχει λάβει μια εξαιρετικά προσβλητική επιστολή από τον Αρτέμι Γκαγκάνοφ, τον γιο ενός σεβάσμιου γαιοκτήμονα, του Πάβελ Γκαγκάνοφ, τη μύτη του οποίου -εν είδει αστεϊσμού- είχε ταλαιπωρήσει μερικά χρόνια νωρίτερα ο Σταβρόγκιν. Μετά από αυτή την επιστολή, ο Σταβρόγκιν δεν έχει άλλη επιλογή από το να προκαλέσει τον Αρτέμι Γκαγκάνοφ σε μονομαχία. Ζητά από τον Κιρίλοφ να είναι ο μάρτυράς του και να ρυθμίσει τις λεπτομέρειες της μονομαχίας. Στη συνέχεια συζητούν φιλοσοφικά ζητήματα που προκύπτουν από την ακλόνητη πρόθεση του Κιρίλοφ να αυτοκτονήσει στο εγγύς μέλλον. Ο Σταβρόγκιν πηγαίνει στη συνέχεια στο δωμάτιο του Σάτοφ, όπου, για άλλη μια φορά, νέες πληροφορίες προστίθενται στο υπόβαθρο των γεγονότων στο Σκβορέσνικι. Ο Σάτοφ έχει μαντέψει το μυστικό πίσω από το δεσμό του Σταβρόγκιν με τη Μαρία Τιμοφέγιεβνα (στην πραγματικότητα είναι παντρεμένοι) και τον είχε χτυπήσει στο Σκβορέσνικι εξαιτίας της οργής του για την «πτώση» του Σταβρόγκιν. Στο παρελθόν ο Σταβρόγκιν είχε αποτελέσει έμπνευση για τον Σάτοφ επικαλούμενος έναν Ρώσο Χριστό. Τώρα όμως ο γάμος μαζί με άλλες ενέργειες έχουν απογοητεύσει και έχουν εξοργίσει τον Σάτοφ. Ο Σταβρόγκιν υπερασπίζεται τον εαυτό του με ηρεμία και επιχειρήματα, αλλά όχι εντελώς πειστικά. Προειδοποιεί επίσης τον Σάτοφ, ο οποίος είναι πρώην μέλος αλλά τώρα παθιασμένος εχθρός της επαναστατικής ομάδας του Πιοτρ Βερχοβένσκι, ότι ο τελευταίος πιθανόν σχεδιάζει να τον δολοφονήσει. Ο Σταβρόγκιν συνεχίζει με τα πόδια προς μια απομακρυσμένη συνοικία της πόλης, εκεί όπου σκοπεύει να επισκεφτεί τους Λεμπιάτκιν στη νέα τους κατοικία. Στη γέφυρα του ποταμού που διασχίζει την πόλη συναντά τον Φέντκα, ένα δραπέτη κατάδικο που μοιάζει να τον περιμένει. Ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς έχει ενημερώσει τον Φέντκα ότι ο Σταβρόγκιν μπορεί να χρειαστεί τις υπηρεσίες του όσον αφορά τους Λεμπιάτκιν, αλλά ο Σταβρόγκιν απορρίπτει εμφατικά τη βοήθεια του κατάδικου. Λέει στον Φέντκα ότι δεν πρόκειται να του δώσει καθόλου χρήματα και ότι, αν τον συναντήσει ξανά, θα τον πάει δεμένο στην αστυνομία. Στους Λεμπιάτκιν ενημερώνει τον Λοχαγό, που φρίττει όταν τον ακούει, ότι στο άμεσο μέλλον θα προβεί σε μια δημόσια ανακοίνωση σχετικά με τον γάμο και ότι δεν πρόκειται να του δώσει άλλα χρήματα. Όταν απευθύνεται στη Μαρία Τιμοφέγιεβνα, η όψη του μοιάζει να την τρομάζει και να την κάνει δύσπιστη απέναντί του. Απαντά με περιφρόνηση στην πρότασή του να τον ακολουθήσει για να ζήσουν μαζί στην Ελβετία. Αφού τον κατηγορεί ότι δεν είναι ο πραγματικός Σταβρόγκιν και ότι έχει έρθει να τη σκοτώσει με το μαχαίρι του, απαιτεί να μάθει τι έχει κάνει με τον «Πρίγκιπά» της. Ο Σταβρόγκιν εξοργίζεται, την απωθεί βίαια και φεύγει, με την Μαρία Τιμοφέγιεβνα έξαλλη να τον καταριέται. Ο θυμός του τον εμποδίζει να προσέξει αμέσως ότι μπροστά του έχει εμφανιστεί και πάλι ο Φέντκα, ο οποίος επαναλαμβάνει το αίτημά του για βοήθεια. Ο Σταβρόγκιν τον αρπάζει, τον πετάει πάνω σ' έναν τοίχο και αρχίζει να τον δένει. Ωστόσο, σχεδόν αμέσως σταματάει και συνεχίζει στο δρόμο του, με τον Φέντκα να τον ακολουθεί. Στο τέλος ο Σταβρόγκιν ξεσπάει σε γέλια, πετάει τα περιεχόμενα του πορτοφολιού του στο πρόσωπο του Φέντκα και συνεχίζει την πορεία του.

Η μονομαχία λαμβάνει χώρα το επόμενο απόγευμα, αλλά κανείς δεν σκοτώνεται σε αυτή. Ο Σταβρόγκιν μοιάζει να αστοχεί σκόπιμα και έτσι προκαλεί τον έντονο θυμό του Γκαγκάνκοφ, ο οποίος νομίζει πως ο αντίπαλός του θέλει να υποτιμήσει τη σημασία της μονομαχίας και να τον προσβάλει. Ο ίδιος ο Σταβρόγκιν πάντως εξηγεί ότι αστοχεί επειδή δεν θέλει πια να σκοτώσει κανέναν. Επιστρέφει στο Σκβορέσνικι όπου συναντά τη Ντάσα. Σε αυτή τη συνάντηση καθίσταται προφανές ότι η κοπέλα έχει αναλάβει τον ρόλο της έμπιστης "νοσοκόμας" του. Της διηγείται τα περιστατικά της μονομαχίας και της συνάντησης με τον Φέντκα. Της αποκαλύπτει επίσης ότι άδειασε το πορτοφόλι του στο πρόσωπο του Φέντκα, κάτι που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως η καταβολή μιας προκαταβολής για να δολοφονήσει ο δραπέτης τη σύζυγό του. Στο τέλος, ο Σταβρόγκιν ρωτάει, με ειρωνικό τόνο, την Ντάσα αν θα ερχόταν να τον βρει ακόμη κι αν εκείνος επέλεγε να δεχθεί την προσφορά του Φέντκα. Η Ντάσα, τρομοκρατημένη, αποφεύγει να απαντήσει στην ερώτησή του.

Στο μεταξύ ο Πιοτρ Στεπανόβιτς δραστηριοποιείται έντονα στην τοπική κοινωνία, χτίζοντας γνωριμίες και καλλιεργώντας τις συνθήκες που κρίνει ότι θα βοηθήσουν τους πολιτικούς του στόχους. Εστιάζει ιδιαίτερα στη Γιούλια Μιχαήλοβνα φον Λέμπκε, τη σύζυγο του κυβερνήτη. Χρησιμοποιώντας το όπλο της κολακείας, περιβάλλοντάς την με μιαν κουστωδία από ακολούθους και ενθαρρύνοντας τις ακραία φιλελεύθερες επιδιώξεις της, αποκτά επιρροή πάνω της αλλά και γενικότερα πάνω σε όσους συχνάζουν στο σαλόνι της. Μαζί με τα άλλα μέλη της ομάδας των συνωμοτών εκμεταλλεύονται την νεοαποκτηθείσα αποδοχή τους από την υψηλή κοινωνία, για να καλλιεργήσουν στην πόλη ένα κλίμα αδιαφορίας και κυνισμού. Επιδίδονται σε κακόγουστες διασκεδάσεις, διανέμουν λαθραία υλικό επαναστατικής προπαγάνδας και ξεσηκώνουν τους εργάτες στο εργοστάσιο του Σπιγκούλιν. Διαφημίζουν με ιδιαίτερο ζήλο τη «Λογοτεχνική Γιορτή» της Γιούλια Μιχαήλοβνα, μετατρέποντάς την σε πολυαναμενόμενο γεγονός για ολόκληρη την πόλη. Ο Κυβερνήτης, ο Αντρέι Αντόνοβιτς, ανησυχεί βαθιά παρακολουθώντας την επιρροή του Πιοτρ Στεπανόβιτς στη σύζυγό του αλλά και την έλλειψη σεβασμού προς την εξουσία του. Είναι όμως απελπιστικά ανίκανος να πράξει το παραμικρό για όλα αυτά. Αδυνατεί να διαχειριστεί τα πρωτάκουστα γεγονότα και την αυξανόμενη πίεση που του προκαλούν, ενώ αρχίζει να παρουσιάζει τα συμπτώματα μιας οξείας ψυχικής διαταραχής. Ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς υιοθετεί μια παρόμοια αποσταθεροποιητική προσέγγιση απέναντι στον πατέρα του: οδηγεί τον Στεπάν Τροφίμοβιτς σε παράκρουση, γελοιοποιώντας τον αδιάκοπα και υπονομεύοντας περαιτέρω την ήδη καταρρέουσα σχέση του με τη Βαρβάρα Πέτροβνα.

Ο Πιοτρ Στεπανόβιτς επισκέπτεται τον Κιρίλοφ για να του υπενθυμίσει τη «συμφωνία» του να αυτοκτονήσει σε χρόνο πρόσφορο για τις επιδιώξεις του ομίλου των επαναστατών. Προσκαλεί τον Κιρίλοφ -- και στη συνέχεια κάνει το ίδιο επισκεπτόμενος και τον Σάτοφ -- σε μια συνάντηση του τοπικού παραρτήματος του ομίλου, η οποία πρόκειται να πραγματοποιηθεί αργότερα εκείνη την ημέρα. Στη συνέχεια επισκέπτεται και τον Σταβρόγκιν, φτάνοντας στο σπίτι του λίγο πριν να αναχωρήσει από εκεί, σε έξαλλη κατάσταση, ο Μαυρίκι Νικολάγιεβιτς, ο νέος αρραβωνιαστικός της Λίζας. Παρ' όλ' αυτά, ο Σταβρόγκιν φαίνεται να βρίσκεται σε καλή διάθεση και δέχεται να συνοδεύσει τον Πιοτρ Στεπανόβιτς στη συνάντηση. Από τη μεγάλη γκάμα ιδεαλιστών, δυσαρεστημένων και ψευδο-διανοούμενων που είναι παρόντες σε αυτή τη συνάντηση, ξεχωρίζει ο φιλόσοφος Σιγκαλιόφ, ο οποίος προσπαθεί να αναπτύξει τη θεωρία του για τον ιστορικά απαραίτητο ολοκληρωτισμό που θα διέπει την κοινωνία του μέλλοντος. Οι συζητήσεις που γίνονται μοιάζουν ασυνάρτητες, μέχρι τη στιγμή που παίρνει το λόγο ο Πιοτρ Στεπανόβιτς. Επιθυμεί να εξακριβώσει εάν οι παρευρισκόμενοι έχουν πραγματικά τη διάθεση να δεσμευτούν ότι θα υπηρετήσουν τον στόχο της βίαιης επανάστασης. Ισχυρίζεται ότι αυτό το ζήτημα μπορεί να επιλυθεί εφόσον ο καθένας τους δεχθεί να απαντήσει σε μια απλή ερώτηση: στην περίπτωση που μάθει ότι έχει προγραμματιστεί μια πολιτική δολοφονία, θα ενημερώσει ή όχι την αστυνομία; Ενώ όλοι σχεδόν βιάζονται να επιβεβαιώσουν ότι φυσικά και δεν θα ενημερώσουν την αστυνομία, ο Σάτοφ σηκώνεται από τη θέση του και αποχωρεί, με τους Σταβρόγκιν και Κιρίλοφ να τον μιμούνται. Μέσα στον σάλο που επακολουθεί, ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς εγκαταλείπει κι αυτός τη συνάντηση και τρέχει πίσω από τον Σταβρόγκιν και τον Κιρίλοφ. Συναντά και τους δυο τους στο σπίτι του Κιρίλοφ, όπου βρίσκεται επίσης και ο Φέντκα. Ο Βερχοβένσκι απαιτεί να μάθει αν ο Σταβρόγκιν θα δώσει τα χρήματα για να αντιμετωπισθεί το θέμα των Λεμπιάτκιν. Για να πείσει τον Σταβρόγκιν ότι ο Λεμπιάτκιν σχεδιάζει να τους προδώσει, του παρουσιάζει ως απόδειξη μια επιστολή που έχει στείλει ο λοχαγός στον φον Λέμπκε. Ο Σταβρόγκιν αρνείται, του λέει ότι δεν θα συμφωνήσει ούτε για την περίπτωση του Σάτοφ, και αποχωρεί. Ο Βερχοβένσκι προσπαθεί να τον σταματήσει, αλλά ο Σταβρόγκιν τον ρίχνει στο έδαφος και συνεχίζει την πορεία του. Ο Βερχοβένσκι σπεύδει να τον ακολουθήσει ξανά και, προς μεγάλη έκπληξη του Σταβρόγκιν, συμπεριφέρεται πλέον ως παράφρονας. Αρχίζει έναν ασυνάρτητο μονόλογο στον οποίον, πότε με πάθος και πότε με δουλοπρέπεια, παρακαλεί απεγνωσμένα τον Σταβρόγκιν να τον συντροφεύσει στις επιδιώξεις του. Ο λόγος του, που θυμίζει εξομολόγηση ερωτευμένου, φτάνει στην αποκορύφωση με την αναφώνηση "Σταβρόγκιν, είσαι υπέροχος!" και την προσπάθεια του Πιοτρ Στεπάνοβιτς να φιλήσει το χέρι του ινδάλματός του. Όπως αποδεικνύεται, ο Βερχοβένσκι δεν οραματίζεται καμιά σοσιαλιστική κοινωνία, αλλά επιθυμεί απλώς την καταστροφή της παλιάς τάξης και την κατάληψη της εξουσίας. Στο τιμόνι σχεδιάζει να τοποθετήσει τον Σταβρόγκιν ως έναν ηγέτη με σιδερένια πυγμή. Ο ίδιος ο Σταβρόγκιν παραμένει ψυχρός απέναντι σε όλα αυτά, χωρίς όμως και να τα απορρίπτει ξεκάθαρα.

Η αναστάτωση στην κοινωνία γίνεται εντονότερη όσο πλησιάζει η ημέρα του λογοτεχνικού γκαλά. Ένας ανώτερος υπάλληλος του Κυβερνήτη, έχοντας τη λανθασμένη εντύπωση ότι ο Στεπάν Τροφίμοβιτς είναι η αιτία του προβλήματος, διατάζει να γίνει έρευνα στην κατοικία του. Η επιδρομή στο σπίτι του προξενεί μεγάλη ταραχή στον Στεπάν Τροφίμοβιτς, ο οποίος πηγαίνει στον Κυβερνήτη για να διαμαρτυρηθεί. Φτάνει εκεί την ώρα που μια μεγάλη ομάδα εργατών διαδηλώνει για τις συνθήκες εργασίας και τα μεροκάματα στο εργοστάσιο Σπιγκούλιν. Ο ανασφαλής εδώ και καιρό Αντρέι Αντόνοβιτς αντιδρά και στα δύο προβλήματα με τρόπο που περιέχει στοιχεία αυταρχισμού αλλά και κάποιας νοητικής διαταραχής. Εκείνη την ώρα επιστρέφουν από μια επίσκεψη στο Σκβορέσνικι η Γιούλια Μιχαήλοβνα με την παρέα της, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η Βαρβάρα Πετρόβνα και η Λίζα. Η δημόσια επίπληξη που δέχεται από τη σύζυγό του εξευτελίζουν ακόμη περισσότερο τον Κυβερνήτη. Λίγο αργότερα, και ενώ η Γιούλια Μιχαήλοβνα χαριεντίζεται με τον Στεπάν Τροφίμοβιτς και τον «σπουδαίο συγγραφέα» Καρμάζινοφ, οι οποίοι πρόκειται να αναγνώσουν αποσπάσματα από το έργο τους την επόμενη μέρα στο γκαλά, εισέρχεται στο ίδιο δωμάτιο και ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς. Αντικρίζοντάς τον, ο Αντρέι Αντόνοβιτς αρχίζει να παρουσιάζει συμπτώματα παράκρουσης. Η προσοχή μας όμως αμέσως στρέφεται σε ένα νέο δράμα: καταφτάνει και ο Σταβρόγκιν, τον οποίο πλησιάζει αμέσως η Λίζα. Εις επήκοον όλων διαμαρτύρεται ότι την παρενοχλεί συνεχώς κάποιος Λοχαγός Λεμπιάτκιν, ο οποίος παρουσιάζεται ως συγγενής του Σταβρόγκιν και συγκεκριμένα ως αδελφός της συζύγου του. Ο Σταβρόγκιν απαντά ήρεμα ότι η Μαρία (στο γένος Λεμπιάτκινα) είναι πράγματι η σύζυγός του και διαβεβαιώνει τη Λίζα ότι θα φροντίσει ώστε ο Λοχαγός να μη την ενοχλήσει ξανά. Μολονότι οι δηλώσεις αυτές προξενούν τρόμο στη Βαρβάρα Πετρόβνα, ο γιος της απλώς χαμογελά και αναχωρεί. Η Λίζα τον ακολουθεί.

Τρίτο Μέρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πολυαναμενόμενο λογοτεχνικό matinée λαμβάνει χώρα την επόμενη μέρα. Οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης έχουν αγοράσει εισιτήρια και όλα τα σημαντικά πρόσωπα, με εξαίρεση τους Σταβρόγκιν, δίνουν το παρών στη γιορτή. Η Γιούλια Μιχαήλοβνα, που έχει καταφέρει με κάποιον τρόπο να ηρεμήσει τον Αντρέι Αντόνοβιτς, βλέπει τις φιλοδοξίες της να πλησιάζουν στην ολοκλήρωσή τους. Τα πράγματα όμως πάνε στραβά από την πρώτη στιγμή. Εκμεταλλευόμενοι το ότι έχουν αναλάβει ρόλο επόπτη στη γιορτή, οι σύντροφοι του Πιοτρ Στεπάνοβιτς, Λιάμσιν και Λιπούτιν, τροποποιούν τη σειρά των εκδηλώσεων προκαλώντας αντιδράσεις, και επιτρέπουν σε διάφορους «άξεστους» να εισέλθουν χωρίς εισιτήριο. Η λογοτεχνική βραδιά ξεκινά με την απρογραμμάτιστη εμφάνιση στη σκηνή ενός απελπιστικά μεθυσμένου Λοχαγού Λεμπιάτκιν, που φαίνεται πως έχει σκοπό να διαβάσει κάποιο από τα ποιήματά του. Συνειδητοποιώντας ότι ο Λοχαγός είναι τύφλα, ο Λιπούτιν αναλαμβάνει να διαβάσει εκείνος το ποίημα, το οποίο αποτελείται από ανόητους και προσβλητικούς στίχους για τη σκληρότητα που χαρακτηρίζει τις νηπιαγωγούς. Σύντομα παίρνει σειρά ο γίγας της λογοτεχνίας Καρμάζινοφ, ο οποίος έχει σκοπό να απευθύνει έναν αποχαιρετισμό στο κοινό του με τίτλο «Merci». Για πάνω από μια ώρα, ο μεγάλος συγγραφέας αποχαυνώνει τους ακροατές του με μια ατελείωτη αυτοαναφορική αφήγηση χωρίς ειρμό. Το βασανιστήριο τελειώνει μόνο όταν ένας από το κοινό δεν αντέχει άλλο και κραυγάζει «Θεέ μου, τι σκουπίδια!». Ο Καρμάζινοφ, αφού πρώτα ανταλλάξει με το κοινό διάφορες προσβολές, ολοκληρώνει επιτέλους με ένα ειρωνικό «Merci, merci, merci». Η εμπάθεια φαίνεται πως έχει κυριαρχήσει στην ατμόσφαιρα και τότε ανεβαίνει στη σκηνή ο Στεπάν Τροφίμοβιτς, ο οποίος από την πρώτη στιγμή καταπιάνεται με μια παθιασμένη υπεράσπιση των αισθητικών του ιδεωδών. Όσο πληθαίνουν οι χλευασμοί του κοινού, τόσο μεγαλώνει η ένταση στη φωνή του ομιλητή, ο οποίος καταριέται τελικά τους ακροατές και αποχωρεί έξαλλος. Στην αίθουσα επικρατεί πανδαιμόνιο και τότε ανεβαίνει στη σκηνή ένας τρίτος ομιλητής εκτός προγράμματος, ένας «καθηγητής» από την Πετρούπολη. Εμφανώς ικανοποιημένος από την αναστάτωση, ο ρήτορας αυτός εξαπολύει μια ξέφρενη επίθεση εναντίον της Ρωσίας, σείοντας τη γροθιά του και φωνάζοντας με όλη του τη δύναμη. Έξι αξιωματούχοι τον κατεβάζουν κάτω, αλλά εκείνος καταφέρνει να τους ξεφύγει και να συνεχίσει για λίγο την αγόρευσή του πριν να τον αρπάξουν και πάλι. Τον λόγο παίρνει μια φοιτήτρια, που θέλει να απευθυνθεί στους καταπιεσμένους συναδέλφους της σε όλη την επικράτεια και να τους ξεσηκώσει σε διαμαρτυρία.

Μετά το πέρας όλων αυτών των γεγονότων, ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς (ο οποίος μυστηριωδώς απουσίαζε από το λογοτεχνικό απόγευμα) προσπαθεί να πείσει την πληγωμένη Γιούλια Μιχαήλοβνα ότι η κατάσταση δεν είναι τόσο τραγική όσο νομίζει, και ότι είναι απαραίτητο να παρευρεθεί στο χορό. Την ενημερώνει επίσης ότι στην πόλη κυκλοφορούν τα νέα για ένα νέο σκάνδαλο: Η Λιζαβέτα Νικολάγεβνα έχει αφήσει το σπίτι της και τον αρραβωνιαστικό της και έχει πάει στο Σκβορέσνικι με τον Σταβρόγκιν.

Παρά την καταστροφική αποτυχία του λογοτεχνικού πρωινού, ο χορός λαμβάνει χώρα κανονικά το ίδιο βράδυ, με τη Γιούλια Μιχαήλοβνα και τον Αντρέι Αντόνοβιτς να είναι παρόντες. Πολλές από τις ευυπόληπτες οικογένειες της πόλης επιλέγουν να μην παρευρεθούν, ενώ, αντιθέτως, δίνουν το παρών διάφοροι παράξενοι τύποι, που κατευθύνονται αμέσως προς τον χώρο με τα ποτά. Σχεδόν κανείς δεν χορεύει, οι περισσότεροι στέκονται εδώ κι εκεί, περιμένοντας να συμβεί κάτι και ρίχνοντας περίεργες ματιές στους φον Λέμπκε. Μια «λογοτεχνική καντρίλια» έχει χορογραφηθεί ειδικά για την περίσταση, αλλά είναι χυδαία και ανόητη και απλώς εκνευρίζει τους θεατές. Σοκαρισμένος από τις γελοιότητες της καντρίλιας και την παρακμιακή ατμόσφαιρα που επικρατεί στην αίθουσα, ο Αντρέι Αντόνοβιτς επαναφέρει στην επιφάνεια την αυταρχική του περσόνα, ενώ μια τρομαγμένη Γιούλια Μιχαήλοβνα αναγκάζεται να ζητήσει συγγνώμη εκ μέρους του. Τότε κάποιος φωνάζει «Φωτιά!» και γρήγορα διαδίδεται η είδηση ότι μια μεγάλη πυρκαγιά έχει ξεσπάσει σε ένα τμήμα της πόλης. Όλοι ορμούν προς τις εξόδους, αλλά ο Αντρέι Αντόνοβιτς ουρλιάζει πως πρέπει να γίνει σωματική έρευνα σε όλους, ενώ, όταν η αναστατωμένη σύζυγός του φωνάζει το όνομά του, εκείνος διατάζει τη σύλληψή της. Η Γιούλια Μιχαήλοβνα λιποθυμά. Την μεταφέρουν σε ασφαλές μέρος, αλλά ο Αντρέι Αντόνοβιτς αδιαφορεί και επιμένει να μεταβεί στην περιοχή της φωτιάς. Εκεί ένα δοκάρι που πέφτει, τον χτυπά και τον ρίχνει αναίσθητο. Αν και αργότερα ανακτά τις αισθήσεις του, δεν ανακτά τα λογικά του και η καριέρα του ως κυβερνήτη φτάνει στο τέλος της. Η φωτιά μαίνεται όλη τη νύχτα, αλλά το πρωί πέφτει βροχή και σιγά σιγά σβήνει. Τότε αρχίζουν να διαδίδονται τα νέα για έναν απίστευτο και φριχτό τριπλό φόνο: ένας Λοχαγός, η αδερφή του και η υπηρέτριά τους έχουν βρεθεί μαχαιρωμένοι στο σχεδόν καμένο σπίτι τους στην άκρη της πόλης.

Ο Σταβρόγκιν και η Λίζα έχουν περάσει τη νύχτα μαζί και ξυπνούν αντικρίζοντας τις τελευταίες λάμψεις της πυρκαγιάς. Η Λίζα είναι έτοιμη να εγκαταλείψει τον Σταβρόγκιν, πεπεισμένη ότι η ζωή της πλέον δεν έχει κανένα νόημα. Στο σπίτι τότε καταφθάνει ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς για να μεταφέρει τα νέα της δολοφονίας των Λεμπιάτκιν. Ισχυρίζεται ότι δολοφόνος είναι ο Φέντκα, ενώ αρνείται πως ο ίδιος έχει την οποιαδήποτε ανάμειξη και διαβεβαιώνει τον Σταβρόγκιν ότι νομικά (και φυσικά ηθικά) ούτε εκείνος μπορεί να κατηγορηθεί για το παραμικρό. Όταν η Λίζα απαιτεί να μάθει την αλήθεια από τον Σταβρόγκιν, εκείνος απαντά ότι μολονότι ήταν κατά της δολοφονίας, ήξερε ότι επρόκειτο να συμβεί και δεν εμπόδισε τους δολοφόνους. Η Λίζα φεύγει έξαλλη από το σπίτι για να μεταβεί στον τόπο των δολοφονιών και να αντικρίσει η ίδια τα πτώματα. Ο Σταβρόγκιν ζητάει από τον Πιοτρ Στεπάνοβιτς να τη σταματήσει, αλλά εκείνος απαιτεί να μάθει τις προθέσεις του. Ο Σταβρόγκιν του απαντά ότι θα μπορούσε να δεχθεί να συνεργαστεί μαζί του, αν δεν ήταν τόσο γελοίος, και του ζητάει να έρθει να τον συναντήσει την επομένη. Κάπως πιο ήρεμος, ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς τρέχει πίσω από τη Λίζα, αλλά εγκαταλείπει την προσπάθεια να τη σταματήσει, όταν εμφανίζεται και σπεύδει να τη βοηθήσει ο Μαβρίκι Νικολάγιεβιτς, που την περίμενε έξω από το αρχοντικό όλη τη νύχτα. Η Λίζα κατευθύνεται μαζί του προς την πόλη κάτω από καταρρακτώδη βροχή. Στο σημείο των δολοφονιών έχει συγκεντρωθεί ένα εξαγριωμένο πλήθος. Τώρα πια έχει γίνει γνωστό ότι η μία από τους δολοφονημένους είναι η σύζυγος του Σταβρόγκιν, ενώ η Λίζα αναγνωρίζεται ως «η γυναίκα του Σταβρόγκιν». Αυτή και ο Μαβρίκι Νικολάγιεβιτς δέχονται επίθεση από τους μεθυσμένους που βρίσκονται ανάμεσα στο πλήθος. Η Λίζα δέχεται πολλαπλά χτυπήματα στο κεφάλι και πεθαίνει.

Η οργή της κοινωνίας για τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας στρέφεται κυρίως προς τη Γιούλια Μιχαήλοβνα. Ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς δεν θεωρείται ύποπτος, ενώ για τον Σταβρόγκιν διαδίδεται ότι έχει φύγει με το τρένο για την Πετρούπολη. Τα μέλη της επαναστατικής ομάδας είναι σε αναστάτωση. Ενώ ετοιμάζονται να προχωρήσουν σε ανοιχτή εξέγερση, ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς τούς δείχνει την επιστολή του Λεμπιάτκιν προς τον Φον Λέμπκε. Τους επισημαίνει επίσης τη δική τους αδιαμφισβήτητη εμπλοκή και τους ενημερώνει ότι και ο Σάτοφ είναι αποφασισμένος να τους καταδώσει. Εκείνοι συμφωνούν ότι ο Σάτοφ πρέπει να δολοφονηθεί και όλοι μαζί καταστρώνουν ένα σχέδιο να τον παρασύρουν στην απομονωμένη τοποθεσία όπου έχει θάψει τον πολύγραφο της ομάδας. Ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς τούς εξηγεί ότι ο Κιρίλοφ έχει συμφωνήσει να γράψει ένα σημείωμα, προτού αυτοκτονήσει, στο οποίο θα αναλαμβάνει εκείνος την ευθύνη για τα εγκλήματά τους. Ο ίδιος ο Σάτοφ είναι απασχολημένος με την απροσδόκητη επιστροφή της πρώην συζύγου του Μαρί, η οποία εμφανίζεται στο κατώφλι του, μόνη, άρρωστη και πάμφτωχη. Ο Σάτοφ είναι πανευτυχής που τη βλέπει, και όταν αποκαλύπτεται ότι η Μαρί πρόκειται να γεννήσει το παιδί του Σταβρόγκιν, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να τη βοηθήσει. Το παιδί γεννιέται και ο Σάτοφ, χαρούμενος που θα αναλάβει τον ρόλο του πατέρα του παιδιού, αποκαθιστά τις σχέσεις του με τη μητέρα. Το ίδιο βράδυ καταφθάνει στο σπίτι ένας απεσταλμένος της επαναστατικής ομάδας — ο Έρκελ —, και ζητά από τον Σάτοφ να μεταβούν στο απομονωμένο τμήμα του Σκβορέσνικι όπου είναι θαμμένος ο πολύγραφος. Πιστεύοντας ότι αυτή θα είναι η τελευταία φορά που θα ανακατευτεί με την ομάδα τους, ο Σάτοφ συμφωνεί να τον οδηγήσει εκεί. Την ώρα που δείχνει στον Έρκελ το σημείο, εμφανίζονται τα άλλα μέλη της ομάδας και τον ακινητοποιούν. Ο Πιοτρ Βερχοβένσκι ακουμπά ένα πιστόλι στο μέτωπο του Σάτοφ και τον πυροβολεί. Στη συνέχεια οι συνομώτες μεταφέρουν με δυσκολία το πτώμα και το πετούν σε μια λίμνη, κι εκεί ένας από τους εγκληματίες — ο Λιάμσιν — πανικοβάλλεται και αρχίζει να ουρλιάζει σαν ζώο. Όταν οι υπόλοιποι καταφέρνουν επιτέλους να τον ηρεμήσουν, τα μέλη της ομάδας φεύγουν ακολουθώντας ξεχωριστούς δρόμους. Νωρίς το επόμενο πρωί ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς επισκέπτεται τον Κιρίλοφ, που φαίνεται να τον περιμένει με ανυπομονησία. Παρ' όλ' αυτά, η αποστροφή του για τον Πιοτρ Στεπάνοβιτς και η είδηση του θανάτου του Σάτοφ, τον κάνουν αρχικά απρόθυμο να εφαρμόσει τη συμφωνία τους. Έτσι, για κάποιο χρονικό διάστημα Κιρίλοφ και Βερχοβένσκι αναλίσκονται σε συζητήσεις, κρατώντας και οι δυο τους ένα περίστροφο στο χέρι. Τελικά ο Κιρίλοφ φαίνεται να υποκύπτει στη δύναμη της επιθυμίας του να αυτοκτονήσει και παρά τις επιφυλάξεις του, γράφει βιαστικά και υπογράφει ένα σημείωμα αυτοκτονίας, στο οποίο αναλαμβάνει την ευθύνη για όλα τα εγκλήματα της ομάδας. Ύστερα πηγαίνει βιαστικά στο διπλανό δωμάτιο. Πυροβολισμός όμως δεν ακούγεται και ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς τον ακολουθεί προσεκτικά στο σκοτεινό δωμάτιο. Ύστερα από μια τελευταία οδυνηρή αντιπαράθεση, ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς τρέπεται σε φυγή πανικόβλητος. Ακούγεται ένας πυροβολισμός και ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς επιστρέφει για να διαπιστώσει ότι ο Κιρίλοφ έχει αυτοκτονήσει με μια σφαίρα στο κεφάλι.

Στο μεταξύ, ο Στεπάν Τροφίμοβιτς, ο οποίος αγνοεί τα όσα φρικτά έχουν συμβεί, έχει αποφασίσει να φύγει πεζός από την πόλη χωρίς συγκεκριμένο προορισμό ή σκοπό και να αναζητήσει ένα αβέβαιο μέλλον. Στο δρόμο τον συναντούν κάποιοι χωρικοί, που τον καλούν να ανέβει στο κάρο τους. Τον οδηγούν στο χωριό τους κι εκεί γνωρίζει μια πλανόδια πωλήτρια ευαγγελίων, τη Σοφία Ματβέγιεβνα, από την οποία νιώθει αμέσως μια έντονη εξάρτηση. Οι δυο τους παίρνουν και πάλι τους δρόμους, αλλά ο Στεπάν Τροφίμοβιτς αρρωσταίνει και αναγκάζονται να παραμείνουν σ’ ένα πανδοχείο. Ο Στεπάν Τροφίμοβιτς διηγείται στη Σοφία Ματβέγιεβνα μια κάπως εξωραϊσμένη εκδοχή της ιστορίας της ζωής του και την εκλιπαρεί να μην τον εγκαταλείψει. Στο πανδοχείο εμφανίζεται ξαφνικά η Βαρβάρα Πετρόβνα, που αναζητεί τον Στεπάν Τροφίμοβιτς από τη στιγμή που εξαφανίστηκε από την πόλη. Η οργή της αρχικά τρομοκρατεί τους δύο περιπλανώμενους, αλλά όταν η Βαρβάρα Πετρόβνα συνειδητοποιεί ότι η Σοφία Ματβέγιεβνα φρόντιζε όλο αυτό τον καιρό τον σοβαρά ασθενή Στεπάν Τροφίμοβιτς, η στάση της μαλακώνει και στέλνει να φέρουν τον γιατρό της. Οι δύο παλαιοί γνώριμοι συμφιλιώνονται ύστερα από αρκετή προσπάθεια, ενθυμούμενοι και κάποια οδυνηρά γεγονότα του παρελθόντος. Είναι φανερό ότι ο Στεπάν Τροφίμοβιτς πεθαίνει. Τις τελευταίες του ώρες αναγνωρίζει ότι η ζωή του υπήρξε ένα ψέμα, συγχωρεί τους άλλους και διακηρύσσει μέσα σε έκσταση ότι στην ψυχή του έχει αναζωπυρωθεί η αγάπη του για τον Θεό.

Η Μαρί, ανήσυχη που ο Σάτοφ δεν έχει επιστρέψει, και εξαντλημένη ακόμη από τον τοκετό, αναζητά τον Κιρίλοφ. Ανακαλύπτοντας με φρίκη ότι ο Κιρίλοφ έχει αυτοκτονήσει, αρπάζει το νεογέννητο μωρό της και βγαίνει στους παγωμένους δρόμους της πόλης, αναζητώντας απεγνωσμένα βοήθεια. Κάποιοι καλούν τελικά την αστυνομία στο δωμάτιο του Κιρίλοφ. Οι αστυνομικοί διαβάζουν το σημείωμά του και λίγο αργότερα ανακαλύπτουν το σώμα του Σάτοφ στο Σκβορέσνικι. Η Μαρί και το μωρό αρρωσταίνουν και πεθαίνουν λίγες μέρες αργότερα. Καθώς από τα στοιχεία στον τόπο του εγκλήματος συνάγεται ότι ο Κιρίλοφ θα πρέπει να είχε συνενόχους, προκύπτει το συμπέρασμα ότι υπάρχει μια οργανωμένη ομάδα συνωμοτών πίσω από τα εγκλήματα και τις ταραχές. Η παράνοια κυριεύει τους κατοίκους της πόλης, αλλά όλα έρχονται στο φως όταν ο Λιάμσιν, αδυνατώντας να αντέξει τις τύψεις του, ομολογεί τα πάντα στους αστυνομικούς, εκλιπαρώντας για την τύχη του. Αφηγείται την ιστορία της συνωμοσίας με μεγάλη λεπτομέρεια και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας συλλαμβάνονται. Εξαίρεση αποτελεί ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς που έχει διαφύγει στην Πετρούπολη μετά την αυτοκτονία του Κιρίλοφ.

Η Βαρβάρα Πετρόβνα, επιστρέφοντας στο αρχοντικό της μετά τον θάνατο του Στεπάν Τροφίμοβιτς, συγκλονίζεται από τα τρομερά νέα. Η Ντάρια Πάβλοβνα λαμβάνει ένα ανησυχητικό γράμμα από τον Νικολάι Βσεβολόντοβιτς, το οποίο και δείχνει στη Βαρβάρα Πετρόβνα. Μαθαίνουν ότι ο Νικολάι Βσεβολόντοβιτς έχει κλειδωθεί σ’ ένα δωμάτιο στο Σκβορέσνικι χωρίς να πει λέξη σε κανέναν. Όταν φτάνουν στο δωμάτιο, βρίσκουν τον Νικολάι Βσεβολόντοβιτς κρεμασμένο.

Το λογοκριμένο κεφάλαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο εκδότης του Ρώσου Αγγελιοφόρου, Μιχαήλ Κάτκοφ, αρνήθηκε να δημοσιεύσει το κεφάλαιο "Στου Τύχωνα". Το κεφάλαιο αφορά την επίσκεψη του Σταβρόγκιν στον μοναχό Τύχωνα στο τοπικό μοναστήρι. Σε αυτή την επίσκεψη ο Σταβρόγκιν ομολογεί, με τη μορφή ενός μακροσκελούς και λεπτομερούς κειμένου που διαβάζει στον Τύχωνα, ότι στο παρελθόν είχε διαφθείρει ένα κακοποιημένο και ευάλωτο 11χρονο κορίτσι - τη Ματριόσα - και στη συνέχεια δεν την εμπόδισε από το να αυτοκτονήσει, ενώ θα μπορούσε να το είχε κάνει. Στο κείμενο περιγράφει τον γάμο του με τη Μαρία Λεμπιάτκινα ως μια εκούσια απόφασή του να καταστρέψει τον εαυτό του, κυρίως λόγω των τύψεών του για την υπόθεση της Ματριόσα, που τον κατάτρυχε.[33] Ο Ντοστογιέφσκι θεωρούσε το κεφάλαιο ουσιώδες για την κατανόηση της ψυχολογίας του Σταβρόγκιν και προσπάθησε απεγνωσμένα αλλά ανεπιτυχώς να το διατηρήσει στο μυθιστόρημα, προβαίνοντας σε αναθεωρήσεις και παραχωρήσεις προς τον Κάτκοφ. Τελικά αναγκάστηκε να το αφαιρέσει και να αναθεωρήσει άλλα σχετικά κεφάλαια. [34] Αν και δεν συμπεριέλαβε ποτέ το κεφάλαιο στις επόμενες εκδόσεις του μυθιστορήματος, στις σύγχρονες εκδόσεις συνήθως παρατίθεται ως παράρτημα.

Πηγές - Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Joyce Carol Oates: Tragic Rites In Dostoevsky's The Possessed, p. 3
  2. Hingley, Ronald (1978). Dostoyevsky His Life and Work. London: Paul Elek Limited. σελίδες 158–59. ISBN 0 236 40121 1. 
  3. Kjetsaa (1987). p. 251.
  4. Peace, Richard (1971). Dostoyevsky: An Examination of the Major Novels. Cambridge University Press. σελίδες 140–42. ISBN 0 521 07911 X. 
  5. Frank, Joseph. Dostoevsky: A Writer in His Time. σελ. 612. 
  6. Dostoevsky, F. (1994). A Writer's Diary (trans. Kenneth Lantz). Northwestern University Press. p. 67
  7. Dostoevsky, Fyodor (2009). A Writer's Diary. σελ. 65. 
  8. Frank, Joseph (2010). Dostoevsky A Writer In His Time. σελ. 261. 
  9. Pevear, Richard (1995). Foreword to Demons (trans. Pevear and Volokhonsky). p. xiv
  10. Bakhtin, Mikhail (1984). Problems of Dostoevsky's Poetics (trans. Caryl Emerson). pp. 90–95, 265
  11. Frank, Joseph (2010). Dostoevsky A Writer In His Time. σελίδες 603–04, 610. 
  12. Ντοστογιέφσκι, Φιόντορ. Οι Δαιμονισμένοι. μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου. σελ. 29
  13. Ντοστογιέφσκι, Φιόντορ. Οι Δαιμονισμένοι. μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου. σελ. 509
  14. Ντοστογιέφσκι, Φιόντορ. Οι Δαιμονισμένοι. μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου. σελ. 33
  15. Frank (2010). pp. 604–06, 645–49
  16. Ντοστογιέφσκι, Φιόντορ. Οι Δαιμονισμένοι. μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου. σελ. 85
  17. Ντοστογιέφσκι, Φιόντορ. Οι Δαιμονισμένοι. μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου. σελ. 308
  18. Wasiolek, Edward (1964). Dostoevsky: The Major Fiction. Cambridge, Massachusetts: M.I.T. Press. p. 112
  19. Frank, Joseph (2010). Dostoevsky A Writer in his Time. σελ. 630. 
  20. Wasiolek, Edward (1964). Dostoevsky: The Major FictionFree registration required. σελ. 135. 
  21. Ντοστογιέφσκι, Φιόντορ. Οι Δαιμονισμένοι. μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου. σελ. 425
  22. Ντοστογιέφσκι, Φιόντορ. Οι Δαιμονισμένοι. μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου. σελ. 409
  23. Frank, Joseph (2010). Dostoevsky A Writer in His Time. σελίδες 648–49. 
  24. Ντοστογιέφσκι, Φιόντορ. Οι Δαιμονισμένοι. μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου. σελ. 61
  25. Frank, Joseph (2010). Dostoevsky A Writer in His Time. σελ. 656. 
  26. Ντοστογιέφσκι, Φιόντορ. Οι Δαιμονισμένοι. μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου. σελ. 1015
  27. Frank, Joseph (2010). Dostoevsky A Writer In His Time. σελίδες 654–55. 
  28. Frank, Joseph (2010). Dostoevsky A Writer in His Time. σελ. 658. 
  29. Frank, Joseph (2010). Dostoevsky A Writer in His Time. σελ. 658. 
  30. Όπως αναφέρεται στο Frank, Joseph (2010). Dostoevsky A Writer in His Time. σελ. 633. 
  31. Frank, Joseph (2010). Dostoevsky A Writer in his Time. σελίδες 642–45. 
  32. Ντοστογιέφσκι, Φιόντορ. Οι Δαιμονισμένοι. μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου. σελ. 667
  33. Dostoevsky, Fyodor. Demons trans. Robert A. Maguire. p. 773
  34. Frank, Joseph (2010). Dostoevsky A Writer In His Time. σελίδες 622–24.