Οικολογική κρίση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Οικολογική κρίση υπάρχει όταν οι αλλαγές στο περιβάλλον ενός είδους ή ενός πληθυσμού αποσταθεροποιούν τη συνεχιζόμενη επιβίωσή του. Με την οικολογική κρίση, επέρχεται διαταραχή της οικολογικής ισορροπίας και επιμέρους οικοσυστημάτων. [1] Μερικές από σημαντικότερες αιτίες οικολογικής κρίσης είναι οι εξής:

  • Υποβάθμιση ενός αβιοτικού οικολογικού παράγοντα (για παράδειγμα, αύξηση της θερμοκρασίας, λιγότερο σημαντικές βροχοπτώσεις)
  • Θήρευση και αυξημένες πιέσεις από άλλα είδη
  • Αύξηση του αριθμού των ατόμων, δηλ. υπερπληθυσμός


Λόγω της επίδρασης του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον κατά την πρόσφατη γεωλογική περίοδο, ο όρος οικολογική κρίση εφαρμόζεται συχνά σε περιβαλλοντικά προβλήματα που προκαλούνται από τον ανθρώπινο πολιτισμό, όπως: η κλιματική αλλαγή, η απώλεια βιοποικιλότητας και η ρύπανση από τα πλαστικά. Αυτά τα τρία έχουν φτάσει να γίνουν σημαντικές προκλήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο κατά τις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα.

Παραδείγματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κρίσεις από αβιοτικούς παράγοντες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κλιματική αλλαγή αρχίζει να έχει σημαντικές επιπτώσεις στα οικοσυστήματα. Με την αύξηση της θερμοκρασίας στον πλανήτη, υπάρχει μείωση των χιονοπτώσεων και η στάθμη της θάλασσας ανεβαίνει, αφού επηρεάζεται άμεσα από παρόμοιους μετεωρολογικούς και υδρολογικούς παράγοντες. [2] Τα οικοσυστήματα αλλάζουν ή εξελίσσονται, για να αντιμετωπίσουν την αύξηση της θερμοκρασίας. Κατά συνέπεια, πολλά είδη απομακρύνονται από τους βιότοπους.

Οι πολικές αρκούδες απειλούνται. Χρειάζονται πάγο για να κυνηγήσουν φώκιες, το κύριο θήραμά τους. Ωστόσο, οι πάγοι λιώνουν, καθιστώντας τις περιόδους κυνηγιού μικρότερες κάθε χρόνο. Ως αποτέλεσμα, οι πολικές αρκούδες δεν αναπτύσσουν αρκετό λίπος, το οποίο τους είναι απαραίτητο για να ζήσουν τον χειμώνα, όταν δεν υπάρχει αρκετή τροφή ούτως ή άλλως. [3] Επομένως, οι αρκούδες δεν καταφέρνουν να αναπαραχθούν με υγιή ρυθμό.

Τα οικοσυστήματα γλυκών νερών και υγρότοπων αντιμετωπίζουν επίσης ακραίες επιπτώσεις από την αύξηση της θερμοκρασίας. Η κλιματική αλλαγή θα μπορούσε να αποβεί καταστροφική για το σολομό, την πέστροφα και άλλους υδρόβιους οργανισμούς. Η άνοδος της θερμοκρασίας θα διαταράξει τα τρέχοντα πρότυπα ζωής του σολομού και της πέστροφας. Τέτοιου είδους ψάρια κρύο εγκαταλείπουν τελικά τη φυσική τους γεωγραφική περιοχή για να ζήσουν σε πιο δροσερά νερά σε μεγαλύτερο υψόμετρο. Έτσι, οι αντίστοιχοι πληθυσμοί ψαριών μειώνονται σταθερά από τις περιοχές όπου παραδοσιακά ζούσαν. [4]

Ενώ πολλά είδη κατάφεραν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες μετακινούμενα προς τους πόλους, κάποια άλλα είδη δεν στάθηκαν τόσο τυχερά. Για παράδειγμα, η επιλογή της μετακίνησης δεν υπάρχει για τις πολικές αρκούδες ούτε για κάποια υδρόβια είδη.

Εξάλειψη της βιοποικιλότητας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η απώλεια βιοποικιλότητας περιλαμβάνει την εξαφάνιση ειδών σε παγκόμσιο επίπεδο, καθώς και τη μείωση ή εξαφάνιση ειδών σε συγκεκριμένους βιότοπους. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την απώλεια βιοποικιλότητας.

Το φαινόμενο της απώλειας βιοποικιλότητας μπορεί να είναι παροδικό ή μόνιμο, ανάλογα με το κατά πόσο η υποβάθμιση του περιβάλλοντος που οδηγεί στην απώλεια είναι παροδική ή μόνιμη (όταν, για παράδειγμα, υπάρχει απώλεια γης).

Όπως έχει παρατηρηθεί, "η κλιματική αλλαγή, η απώλεια της βιοποικιλότητας και η υποβάθμιση του εδάφους μπορούν επίσης να επηρεάσουν την ευημερία του ανθρώπου, επειδή απειλούνται οι υπηρεσίες των οικοσυστημάτων, όπως η πρόσβαση σε γλυκά ύδατα και η παραγωγή τροφίμων". [5]

Υπερπληθυσμός (είδη)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην άγρια φύση, το πρόβλημα του υπερπληθυσμού των ζώων επιλύεται από την ύπαρξη των θηρευτών. Οι θηρευτές συνήθως αναζητούν σημάδια αδυναμίας στο θήραμά τους και, ως εκ τούτου, συνήθως τρώνε πρώτα τα ηλικιωμένα ή τα άρρωστα ζώα. Αυτό οδηγεί στην εξασφάλιση ενός ισχυρού πληθυσμού επιζώντων και στον έλεγχο του πληθυσμού.

Ελλείψει θηρευτών, τα είδη ζώων εξαρτώνται από τους πόρους που μπορούν να βρουν στο περιβάλλον τους, αλλά αυτό δεν ελέγχει απαραίτητα τον υπερπληθυσμό. [6] Στην πραγματικότητα, η άφθονη προσφορά πόρων μπορεί να δημιουργήσει έκρηξη πληθυσμού που καταλήγει με περισσότερα άτομα από όσα μπορεί να υποστηρίξει το περιβάλλον. Σε αυτήν την περίπτωση, η πείνα, η δίψα, και μερικές φορές ο βίαιος ανταγωνισμός για την απόκτηση των λιγοστών πόρων μπορεί να οδηγήσει σε απότομη μείωση του πληθυσμού και, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, πτώση του πληθυσμού. Είναι γνωστό ότι οι λέμοι, καθώς και άλλα λιγότερο δημοφιλή είδη τρωκτικών, έχουν βιώσει τέτοιους κύκλους ταχείας αύξησης του πληθυσμού και επακόλουθη μείωση.

Σε ένα ιδανικό περιβάλλον, όσο αυξάνονται οι ζωικοί πληθυσμοί, τόσο θα αυξάνεται και ο αριθμός των θηρευτών που τρέφονται με το συγκεκριμένο ζώο. Επίσης, τα ζώα που έχουν γενετικές ανωμαλίες ή αδύναμα γονίδια θα πεθαίνουν, αφού θα είναι ανίκανα να ανταγωνιστούν ισχυρότερα, πιο υγιή ζώα.

Στην πραγματικότητα, ένα ζώο που δεν είναι γηγενές σε ένα περιβάλλον μπορεί να έχει πλεονεκτήματα έναντι των γηγενών ειδών, όπως το ότι είναι ακατάλληλο για τους τοπικούς θηρευτές. Εάν αφεθεί ανεξέλεγκτο, ένα τέτοιο ζώο μπορεί γρήγορα να οδηγηθεί σε υπερπληθυσμό και τελικά να καταστρέψει το περιβάλλον του.

Υπάρχουν άφθονα παραδείγματα υπερπληθυσμού ζώων που προκαλούνται από την εισαγωγή ενός ξένου είδους:

  • Στην Παταγονία της Αργεντινής, για παράδειγμα, εισήχθησαν ευρωπαϊκά είδη όπως η πέστροφα και το ελάφι σε τοπικά ρέματα και δάση αντίστοιχα και γρήγορα έπληξαν την περιοχή, ανταγωνιζόμενοι και ενίοτε απομακρύνοντας τοπικά είδη ψαριών και μηρυκαστικών.
  • Στην Αυστραλία, όταν (από λάθος) εισήχθησαν κουνέλια από Ευρωπαίους μετανάστες, αναπαράχθηκαν ανεξέλεγκτα τρώγοντας τα φυτά που χρειάζονταν άλλα γηγενή ζώα για να επιβιώσουν. Οι αγρότες κυνηγούσαν τα κουνέλια για να μειώσουν τον πληθυσμό τους και να αποτρέψουν τη ζημιά που έκαναν τα κουνέλια στις καλλιέργειες. Έφεραν επίσης γάτες για προστασία από τα κουνέλια και τους αρουραίους. Αυτές οι γάτες δημιούργησαν νέο πρόβλημα, αφού έγιναν θηρευτές άλλων τοπικών ειδών.

Περισσότερα παραδείγματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μερικά κοινά παραδείγματα οικολογικών κρίσεων είναι:

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αμπελιώτης, Κωνσταντίνος· Αποστολόπουλος, Κωνσταντίνος (2015). Οικιακή οικονομία, τόμος 2ος. Αθήνα: ΙΤΥΕ - ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ. σελ. 24. 
  2. Παπανικολάου, Μαρία· Παπανικολάου, Δημήτρης (2011). Μεταβολές της στάθμης της θάλασσας και επιπτώσεις στις ακτές (PDF). Αθήνα: Τράπεζα της Ελλάδος. σελ. 2. 
  3. Αθανασίου, Μαρία (6 Αυγούστου 2020). «Πολικές αρκούδες τέλος;». Περιοδικό «Κ». https://www.kathimerini.gr/k/k-magazine/1090101/polikes-arkoydes-telos/. Ανακτήθηκε στις 13 Ιουνίου 2021. 
  4. «Σκωτία: Η χειρότερη «εποχή σολομού» στην ιστορία αποδίδεται στην υπερθέρμανση του πλανήτη». Ναυτεμπορική. 28 Νοεμβρίου 2018. https://www.naftemporiki.gr/story/1418118. 
  5. «Περιβάλλον και υγεία». Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος. 2020. Ανακτήθηκε στις 13 Ιουνίου 2021. 
  6. «10+1 είδη που καταστρέφουν τον πλανήτη μας». Η Σημερινή της Κυριακής. 27 Απριλίου 2014. https://simerini.sigmalive.com/article/2014/4/27/101-eide-pou-katastrephoun-ton-planete-mas/. Ανακτήθηκε στις 13 Ιουνίου 2021. 
  7. «Οι αρκούδες επιστρέφουν στο Τσερνόμπιλ». news.gr. 11 Μαρτίου 2021. https://www.news.gr/perivallon/planhths-gh/article-wide/194418/oi-arkoydes-epistrefoyn-sto-tsernompil.html.