Νικολάι Ρεπνίν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νικολάι Ρεπνίν
Nikolai Vasilyevich Repnin.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 22 Μαρτίουιουλ. / 2  Απριλίου 1734γρηγ.[1]
Αγία Πετρούπολη
Θάνατος 24 Μαΐουιουλ. / 5  Ιουνίου 1801γρηγ.[1]
Ρίγα
Τόπος ταφής Μοναστήρι του Ντονσκόι και Cemetery in Donskoy Monastery
Χώρα πολιτογράφησης Ρωσική Αυτοκρατορία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα διπλωμάτης
πολιτικός
Οικογένεια
Σύζυγος Ναταλία Αλεξάντροβνα Κουράκινα
Τέκνα d:Q4259859
d:Q61870683
Γονείς Βασίλι Ρεπνίν[2]
Οικογένεια Repnin
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατός Στρατάρχης/Πεζικό
Πόλεμοι/μάχες Πόλεμος της Αυστριακής διαδοχής
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμα πρέσβης της Ρωσίας
Βραβεύσεις Ιππότης του Τάγματος του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκι
Τάγμα του Λευκού Αετού
Τάγμα του Μαύρου Αετού
1ος Βαθμός του Τάγματος του Αγίου Βλαδίμηρου
Τάγμα του Αγίου Ανδρέα
Τάξη του Αγίου Στανισλάβου
Τάγμα του Αγίου Γεωργίου, 2η τάξη

Ο Πρίγκιπας Νικολάι Βασίλιεβιτς Ρεπνίν (ρωσικά: Никола́й Васи́льевич Репни́н‎, 11 Μαρτίου 1734 – 12 Μαΐου 1801) ήταν κρατικός αξιωματούχος και στρατηγός της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, καταγόμενος από την πριγκιπική οικογένεια των Ρεπνίν, ο οποίος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην διάλυση της Πολωνικής-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας.

Διακυβέρνηση της Πολωνίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννημένος στην Αγία Πετρούπολη, ο Πρίγκιπας Ρεπνίν υπηρέτησε στον Αυτοκρατορικό Στρατό ευρισκόμενος υπό τις διαταγές του πατέρα του, Πρίγκιπα Βασίλι Ανικίτοβιτς Ρεπνίν, κατά την διάρκεια του Ρηνανική Εκστρατεία του 1748, ενώ, ως αποτέλεσμα, για ορισμένο διάστημα διέμεινε εκτός ρωσικών συνόρων, όπου και έλαβε "μία υψηλής πειθαρχίας γερμανική εκπαίδευση." Συμμετείχε, επίσης, με την ιδιότητα του υπαγόμενου, στον Επταετή Πόλεμο.

Το 1763, ο Αυτοκράτορας Πέτρος Γ΄ τον απέστειλε στην Πρωσία ως πρέσβη. Στην διάρκεια του ίδιου έτους, η Αικατερίνη τον μετέθεσε στην Πολωνία ως Πληρεξούσιο Υπουργό. Κατά την παραμονή του στην Βαρσοβία φημολογείτο πως διατηρούσε σχέση με την Ιζαμπέλα Φλέμινγκ (με την οποία και φέρεται να απέκτησε τον Άνταμ Γιέρζι Τσαρτορίσκι).[3]

Λόγω του επιπέδου του ρωσικού ελέγχου επί της Κυβέρνησης της Πολωνίας, ο Ρεπνίν ήταν ο πραγματικός κυβερνήτης της χώρας,[4] ενώ είχε λάβει συγκεκριμένες οδηγίες για την δημιουργία ενός υπέρ των Ρώσων ρεύματος μεταξύ των διάφορων Προτεσταντών, οι οποίοι και θα ελάμβαναν ισοδύναμα δικαιώματα με τους Καθολικούς. Ο Ρεπνίν πίστευε πως οι Προτεστάντες δεν ήταν ιδιαίτερα ισχυροί, ώστε να παρουσιάζουν κάποιο όφελος για την Ρωσία, ενώ, ταυτόχρονα, η ίδια η κοινότητα των Προτεσταντών απέστειλαν επιστολή στην Αυτοκράτειρα Αικατερίνη, μέσω της οποίας και της ζητούσαν την μη-εμπλοκή τους στην συγκεκριμένη υπόθεση.

Με απώτερο στόχο την ενίσχυση των ρωσικών συμφερόντων στην περιοχή, ενθάρρυνε την δημιουργία δύο Προτεσταντικών συνομοσπονδιών (του Σλουτσκ και του Τορούν), ενώ αργότερα, μία Καθολική (την Συνομοσπονδία του Ραντόμ, της οποίας ηγείτο ο Κάρολ Στανισλάβ "Πάνιε Κονχάνκου" Ραντζίβιου).[5] Σύμφωνα με την Encyclopædia Britannica Eleventh Edition, η αλληλογραφία του Ρεπνίν αποκαλύπτει πως ο ίδιος αντιπαθούσε τις πολιτικές δολοπλοκίες στις οποίες του ζητούσαν να εμπλακεί. Πάραυτα, υπάκουσε στις οδηγίες που του είχαν δοθεί, και χρησιμοποίησε διάφορες μεθόδους προκειμένου να υποχρεώσει το Σέιμ του 1767–68 (το "Σέιμ του Ρεπνίν") να υποχωρήσει σε όλα τα σημεία στα οποία υπήρχε κάποια διαφωνία.[5] Προ του Σέιμ, διέταξε την σύλληψη και την εξορία στην Καλούγκα ορισμένων σημαντικών πολιτικών αντιπάλων του[6]Γιόζεφ Αντρζέι Ζαούσκι[7] και Βάτσλαβ Ζεβούσκι. Άμεση συνέπεια των κινήσεων αυτών, ήταν η δημιουργία της Συνομοσπονδίας του Μπαρ, η οποία και σχεδόν διέλυσε την στρατηγική που ακολουθούσε ο πρέσβης.[8]

Στρατιωτική καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρεπνίν παραιτήθηκε της θέσης του, προκειμένου να ηγηθεί στρατευμάτων εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα πλαίσια του Ρωσοτουρκικού Πολέμου. Ως επικεφαλής ανεξάρτητου στρατιωτικού σώματος στην Μολδαβία και την Βλαχία, εμπόδισε μεγάλο οθωμανικό στράτευμα από την διέλευση του Προύθου (1770), ενώ ο ίδιος διακρίθηκε στις συμπλοκές στην Λάργκα και το Καγκούλ, καθώς και την κατάληψη του Ιζμαΐλ και της Κίλια. Το 1771, έλαβε την ανώτατη αρχηγεία των ρωσικών στρατευμάτων στην Βλαχία, όπου και κατέλαβε το Βουκουρέστι. Μία αντιπαράθεσή του με τον αρχιστράτηγο, Ρουμιάντσεφ, είχε, ως αποτέλεσμα, να θέσει σε διαθεσιμότητα την παραίτησή του από το στράτευμα, ωστόσο, το 1774, έλαβε μέρος στην κατάληψη της Σιλίστρα, καθώς και στις διαπραγματεύσεις οι οποίες και οδήγησαν στην υπογραφή της συνθήκης ειρήνης του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή. Την περίοδο μεταξύ 1775-76, ο Ρεπνίν και ο ακόλουθός του, Γιακόβ Μπουλγκακόφ, εκπροσώπησαν τα ρωσικά συμφέροντα ενώπιον της Υψηλής Πύλης.

Κατά το ξέσπασμα του Πολέμου της Βαυαρικής Διαδοχής, ηγήθηκε 30.000 ανδρών στο Μπρέσλαου, ενώ στην επακόλουθη Συνθήκη του Τέσχεν, όπου και ήταν Πληρεξούσιος Υπουργός της Ρωσίας, υποχρέωσε την Αυστρία να υπογράψει σύμφωνο ειρήνης με την Πρωσία.

Κατά την διάρκεια του Δεύτερου Τουρκικού Πολέμου (1787-92) ο Ρεπνίν ήταν, μετά τον Αλεξάντερ Σουβόροφ, ο πλέον επιτυχημένος μεταξύ των Ρώσων στρατιωτικών διοικητών. Νίκησε τους Οθωμανούς στο Σάλτσια, κατάλαβε το σύνολο του στρατοπέδου των σερασκέριδων, συμπεριλαμβανομένου του Χασάν Πασά, τον οποίο και φυλάκισε στο Ιζμαΐλ, ενώ ετοιμαζόταν να το ισοπεδώσει όταν και ο Γκριγκόρι Αλεξάντροβιτς Ποτέμκιν του το απαγόρευσε (1789). Μετά την αποστράτευση του Ποτέμκιν το 1791, ο Ρεπνίν τον διαδέχτηκε ως αρχιστράτηγος και κατάφερε να τρέψει σε φυγή τα στρατεύματα του Μέγα Βεζίρη στο Ματσίν, μία νίκη η οποία υποχρέωσε τους Οθωμανούς να αποδεχτούν την συνθήκη του Γκαλάτσι (31 Ιουλίου 1791).

Τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πύλες του αρχοντικού που ανήκε στον Νικολάι Ρεπνίν. Βορόντσοβο, Μόσχα.

Μετά τον Δεύτερο Διαμοιρασμό της Πολωνίας, ορίστηκε Γενικός Κυβερνήτης των νέων λιθουανικών επαρχιών, όπου και ηγήθηκε, επίσης, των ρωσικών στρατευμάτων κατά την διάρκεια της Εξέγερσης του Κοσιούσκο. Ο Τσάρος Παύλος Α΄ τον αναβάθμισε στο αξίωμα του αρχιστράτηγου (1796), ενώ το 1798 τον απέστειλε σε διπλωματική αποστολή στο Βερολίνο και την Βιέννη, προκειμένου να αποσπάσει την Πρωσία από την Γαλλία και να ενώσει την Μοναρχία των Αψβούργων και την Πρωσία εναντίον της Α΄ Γαλλικής Δημοκρατίας. Καθώς απέτυχε στην αποστολή του αυτή, κατά την επιστροφή του απομακρύνθηκε του αξιώματός του και απεβίωσε στην Ρίγα.

Ο Ρεπνίν απέκτησε ένα εξώγαμο τέκνο, τον Ιβάν Πνιν, ενώ φημολογείτο πως ο Άνταμ Γιέρζι Τσαρτορίσκι ήταν αποτέλεσμα της σχέσης του Ρεπνίν με την Ιζαμπέλα Φλέμινγκ.[3] Νόμιμα τέκνα του Ρεπνίν ήταν τρεις κόρες. Κατά τον θάνατό του, η αρσενική γραμμή των απογόνων των Ρεπνίν αφανίστηκε, ενώ ο Αλέξανδρος Α΄ έδωσε την άδεια στον εγγονό του Ρεπνίν, Πρίγκιπα Νικολάι Βολκόνσκι, να κάνει χρήση του ονόματος των Ρεπνίν, καθώς και του θυρεού του πάππου του.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 «Репнин, Николай Васильевич» (Ρωσικά)
  2. 2,0 2,1 Vasily Yegorovich Rudakov: «Репнины» (Ρωσικά)
  3. 3,0 3,1 LeDonne, p.210
  4. Harcourt Brace, note to Casanova, p.356; Ritter, p.189
  5. 5,0 5,1 Butterwick, p.169
  6. de Madariaga Πρότυπο:Full citation needed
  7. Harcourt Brace, note to Casanova, p.528
  8. Butterwick, p.170

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Nicholas Repnin της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).