Ναός του Δία στην Ολυμπία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σχεδιαστική αποκατάσταση του ναού του Δία στην Ολυμπία, περ. 1900

Ο Ναός του Δία στην Ολυμπία βρίσκεται μέσα στον περίβολο της Άλτεως, στο ιερό που ήταν αφιερωμένο στο Δία, όπου τελούνταν και οι Ολυμπιακοί Αγώνες κατά την αρχαιότητα. Το κτίσμα (βλ. κάτοψη) είναι ένας τυπικός δωρικός περίπτερος ναός, με 6 κίονες στη κάθε στενή και 13 στην κάθε μακριά πλευρά του. Ο στυλοβάτης του έχει μήκος 64,12 μ. και πλάτος 27,68 μ. και οι κίονές του ύψος 10,51 μ. Ο ναός είναι διπλός, ο σηκός του δηλ. είναι χωρισμένος σε πρόναο, κυρίως ναό και οπισθόδομο. Η είσοδος είναι στα ανατολικά και προσεγγίζεται μέσω ράμπας. Εσωτερικά ο ναός διαθέτει δύο δίτονες (διώροφες) κιονοστοιχίες τοποθετημένες κοντά στους τοίχους (βλ. τομή). Με αυτό τον τρόπο δημιουργούνται τρία κλίτη, το μεσαίο με διπλάσιο πλάτος από τα πλευρικά. Πάνω από τα πλευρικά κλίτη δημιουργείται ένα υπερώο. Κύριο υλικό δομής του ναού είναι ο ντόπιος κογχυλιάτης λίθος, επιχρισμένος με λεπτό λευκό μαρμαροκονίαμα για να δίνει την εντύπωση μαρμάρου. Η στέγη του φέρει κεράμωση κορινθιακού τύπου.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ερείπια του Ναού του Δία στην Ολυμπία

Ο Ναός του Δία χτίστηκε από τους Ηλείους με τα έσοδα από την εκποίηση των λαφύρων που απέσπασαν κατά το νικηφόρο πόλεμο εναντίον της Πίσας το 471 π.Χ. Μέχρι τότε ο Δίας λατρευόταν στο ναό της Ήρας, ήταν σύνναος με τη θεά. Έχουμε τη μαρτυρία ότι οι Σπαρτιάτες τοποθέτησαν μια χρυσή ασπίδα ως ανάθημα στο επιστύλιο του ναού μετά από νίκη τους στην Τανάγρα το 457 π.Χ. Άρα ο ναός θα πρέπει να ήταν σχεδόν, αν όχι εντελώς έτοιμος, οπότε χτίστηκε μεταξύ 471 και 457 π.Χ., δηλαδή σε λιγότερο από 15 χρόνια. Η συνοχή του συνόλου ενισχύει αυτή την άποψη. Το όνομα του αρχιτέκτονα, που παραδίνουν οι πηγές, είναι Λίβων ο Ηλείος. Περισσότερα στοιχεία γι' αυτό τον αρχιτέκτονα δεν είναι γνωστά. Ο ναός υπέστη μεγάλες καταστροφές το 426 μ.Χ., όταν πυρπολήθηκε ύστερα από διαταγή του βυζαντινού αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄, ενώ αργότερα, το 522 και το 551 μ.Χ., χτυπήθηκε από σεισμούς. Ο ναός λεηλατήθηκε από τους Γότθους, και τα υπολείμματά του γίνανε χριστιανικός ναός μέχρι που γκρεμίστηκε από έναν σεισμό. Αργότερα τα ερείπια σκεπάστηκαν από την κοίτη του ποταμού Αλφειού. Το 1875 μια γερμανική αποστολή έκανε αρχαιολογικές ανασκαφές και μέχρι το 1881 επανέφερε στο φως τα ερείπια, κάτω από τέσσερα μέτρα χώμα.

Ο Μεγάλος Βωμός του Δία βρισκόταν στο κέντρο περίπου της Άλτεως, στα νοτιοανατολικά του Ναού της Ήρας. Ο βωμός ήταν μεγάλος, κωνικού σχήματος και είχε διαμορφωθεί από τη σταδιακή συσσώρευση της τέφρας από τις θυσίες και την εστία του Πρυτανείου του ιερού.

Ο Απόλλων από το δυτικό αέτωμα του ναού του Δία στην Ολυμπία, περ. 460 π.Χ.

Διάκοσμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πλούσιος γλυπτός διάκοσμος του ναού, από παριανό μάρμαρο, χρονολογείται γύρω στο 460 π.Χ. και αποτελεί ένα από τα εξοχότερα δείγματα του λεγόμενου Αυστηρού Ρυθμού της Πρώιμης Κλασικής γλυπτικής. Στην ανατολική πλευρά (βλ. αποκατάσταση) το θέμα στο αέτωμα προέρχεται από τον τοπικό μύθο του Πέλοπα, που ήθελε να πάρει γυναίκα του την Ιπποδάμεια, την κόρη του βασιλιά της Πίσας Οινόμαου. Ο Οινόμαος τον προκάλεσε σε αρματοδρομία, την οποία κέρδισε τελικά ο Πέλοπας μαζί με την Ιπποδάμεια και την εξουσία στην Πίσα. Στο αέτωμα του ναού, που προφανώς υμνούσε μυθολογικά την ιστορική νίκη των Ηλείων επί της Πίσας, απεικονιζόταν στο κέντρο ο Δίας σε ρόλο διαιτητή, αριστερά και δεξιά του οι δύο ήρωες με τα άρματά τους. Ο Παυσανίας αναφέρει το γλύπτη Παιώνιο ως δημιουργό των γλυπτών, πρόκειται όμως μάλλον για λάθος.

Ηρακλής και ταύρος της Κρήτης σε μετόπη από το ναό του Δία στην Ολυμπία, περ. 460 π.Χ.

Στο δυτικό αέτωμα παριστάνεται μια θεσσαλική παραλλαγή του θέματος της Κενταυρομαχίας, η απόπειρα απαγωγής των Λαπιθίδων από τους Κενταύρους στο γάμο του Πειρίθου. Κεντρική μορφή είναι εδώ ο θεός Απόλλων. Ο Παυσανίας αναφέρει τον Αλκαμένη ως γλύπτη, πρόκειται όμως και πάλι πιθανότατα για λάθος. Το αέτωμα έφερε επίστεψη από ακρωτήρια, στο κέντρο ένα επίχρυσο άγαλμα Νίκης του γλύπτη Παιωνίου, στα πλάγια από ένα επίχρυσο λέβητα.

Από τις μετόπες μόνο αυτές των δύο στενών πλευρών φέρουν γλυπτό διάκοσμο και αποδίδουν τους Άθλους του Ηρακλή κατ' εντολή του Ευρυσθέα, με τη συμπαράσταση της Αθηνάς (Δωδέκαθλον). Γνωστός ήταν ο ναός και για το λατρευτικό του άγαλμα, το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, έργο του γλύπτη Φειδία από τα χρόνια γύρω στο 430 π.Χ. και ένα από τα Επτά Θαύματα του κόσμου. Στο δάπεδο του πρόναου σώζεται ψηφιδωτό δάπεδο ελληνιστικών χρόνων με παράσταση Τριτώνων.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Edgar James Banks (1916). «The seven wonders of the ancient world» (στα Αγγλικά). New York: G.P. Putnam's Sons. http://www.archive.org/details/sevenwondersofan00bank. Ανακτήθηκε στις 26 Αυγούστου 2009. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα