Ναός του Αγίου Μηνά (Θεσσαλονίκη)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°38′8.390″N 22°56′22.618″E / 40.63566389°N 22.93961611°E / 40.63566389; 22.93961611

Ναός Αγίου Μηνά
Saint Mina Thessaloniki.jpg
Είδοςεκκλησία
Γεωγραφικές συντεταγμένες40°38′8″N 22°56′23″E
ΘρήσκευμαΟρθόδοξη Εκκλησία
Θρησκευτική υπαγωγήΙερά Μητρόπολις Θεσσαλονίκης
Διοικητική υπαγωγήΔήμος Θεσσαλονίκης
ΧώραΕλλάδα
Έναρξη κατασκευής1852
ΑρχιτέκτοναςΡάλλης Πλιούφας
Προστασίαδιατηρητέο κτίριο στην Ελλάδα
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος
Commons page Πολυμέσα

Ο ναός του Αγίου Μηνά είναι χριστιανικός ναός στη Θεσσαλονίκη. Ο σημερινός ναός άρχισε να κατασκευάζεται το 1852 και μάλλον ολοκληρώθηκε το 1891 και είναι τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική. Ο σημερινός ναός χαρακτηρίζεται από κάποιες μορφολογικές καινοτομίες, με επιρροές τόσο από τη βυζαντινή και παραδοσιακή αρχιτεκτονική όσο και από την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική της κεντρικής Ευρώπης. Στη θέση του σημερινού ναού υπήρχαν μια σειρά από παλαιότερους ναούς, οι οποίοι όμως συχνά καταστρέφονταν. Μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς, ο Άγιος Μηνάς ήταν ένας από τους δώδεκα ναούς στους οποίους επιτράπηκε να εκκλησιάζονται οι χριστιανοί.[1] Ήταν ο ναός στον οποίο τελέστηκε η δοξολογία για την απελευθέρωση της πόλης το 1912.[2]

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρώτος ναός αφιερωμένος στον Άγιο Μηνά χρονολογείται με βάση γλυπτά που βρέθηκαν στον χώρο, είτε εντοιχισμένα στον ναό είτε πλέον σε μουσειακούς χώρους, από τα τέλη του 5ου αιώνα με τις αρχές του 6ου αιώνα μ.Χ. Η παλαιότερη γραπτή μνεία σε ναό του Αγίου Μηνά στη Θεσσαλονίκη γίνεται τον 9ο αιώνα, στο βίο του Γρηγορίου του Δεκαπολίτη, όπου αναφέρεται ότι διέμεινε στην εκκλησία του μαρτύρος Μηνά, την οποία είχε κτίσει ο μοναχός Ζαχαρίας.[3] Ο ναός αναφέρεται σε αγιορείτικα έγγραφα, καθώς η περιοχή του αναπτύσσεται σε κεντρική αγορά της Θεσσαλονίκης. Ο ναός στις αρχές του 15ου αιώνα σημειώνεται από ανώνυμο απογραφέα ως ένας από τους τέσσερις μεγάλους ναούς της πόλης, τους λεγόμενους καθολικούς.[4]

Μετά την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς, ο ναός του Αγίου Μηνά ήταν ένας από τους δώδεκα που επιτρεπόταν να συνεχίσουν να λειτουργούν ως χριστιανικοί ναοί. Η ενορία του Αγίου Μηνά ήταν μια από τις πιο πολυπληθείς της πόλης, με τη συνοικία ως Γιανίκ Μαναστήρ μαχαλάς.[4] Ο ναός καταστράφηκε και κτίστηκε πολλές φορές, παρά τις απαγορεύσεις των τουρκικών αρχών. Το 1687 ή το 1700 (κατά τον Βασδραβέλλη) ως ναός καταστράφηκε όταν βομβαρδίστηκε από βενετικό πλοίο. Το γεγονός μνημονεύεται σε χειρόγραφο του 1885, το οποίο αναφέρει ότι οι Βενετοί μπέρδεψαν το ναό για τέμενος λόγω των ψηλών του τρούλων.[4] Ο Κουζινερί το 1831 μετέφερε ότι ο ναός είχε καεί πριν 60 χρόνια (το 1770), ενώ ο Βασδραβέλλης θεωρεί ότι αφορά την καταστροφή του ναού από το βομβαρδισμό.[5] Ο ναός ξανακτίστηκε με χορηγία του Ιωάννη Γούτα Καυταντζόγλου και εγκαινιάστηκε στις 30 Ιουνίου 1806, όμως και αυτός ο ναός καταστράφηκε από πυρκαγιά τον Αύγουστο του 1839.[6]

Ο ναός ξανακτίστηκε σύμφωνα με την επιγραφή το 1852, σε επιστασία του αρχιτέκτονα Ράλλη Πλιούφα. Όμως και αυτός ο ναός καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1890 σύμφωνα με κάποιους μελετητές, η οποία κατέστρεψε και άλλα μνημεία της πόλης.[6] Το 1895 κατασκευάστηκαν γύρω από το ναό καταστήματα σε σχέδια Ξενοφόντα Παιονίδη. Αν και συχνά αναφέρεται ότι ήταν ο μητροπολιτικός ναός της πόλης από το 1891 μέχρι το 1912[2], ο μητροπολιτικός ναός της Θεσσαλονίκης ήταν εκείνη την περίοδο αυτός του Αγίου Νικολάου του Τρανού. Όμως ο Άγιος Μηνάς ήταν ο ναός στον οποίο τελέστηκε η δοξολογία για την απελευθέρωση της πόλης το 1912.[7] Στη πυρκαγιά του 1917 υπέστη αμελητέες ζημιές. To 1926 ο ναός παραχωρήθηκε στον οργανισμό σχολικών κτιρίων, αλλά το 1952 έγινε ξανά ενοριακός.[2]

Δεν είναι σαφές αν ο ναός ήταν ποτέ μοναστήρι ή όχι.[2]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ναός του Αγίου Μηνά

Ο ναός είναι τρίκλιτη βασιλική, με γυναικωνίτη σε σχήμα Π στη βόρεια, δυτική και νότια πλευρά. Τα τρία κλίτη χωρίζονται με δύο κιονοστοιχία αποτελούμενες από έξι κίονες. Η οροφή είναι δίριχτη, χωρίς αποτμήσεις.[8] Οι εσωτερικές διαστάσεις του ναού χωρίς να υπολογίζεται η κόγχη είναι 35 επί 22,5 μέτρα, γεγονός που σημαίνει ότι είναι πολύ μεγαλύτερος από τις άλλες μεταβυζαντινές εκκλησίες της Θεσσαλονίκης και έχει παρόμοιο μέγεθος με την Αχειροποίητο.[8]

Το κύριο χαρακτηριστικό του ναού είναι η ύπαρξη εξωτερικής στοάς ενσωματωμένης στην κάτοψη του ναού. Σε κάθε πλευρά η στοά περιβάλλεται από έξι πέτρινους πεσσούς διαστάσεων 75 επί 75 εκατοστών, ενώ στο δυτικό τμήμα της στοάς, όπου βρίσκεται η κεντρική είσοδος του ναού βρίσκονται δύο κίονες με κιονόκρανα κορινθιακού τύπου. Ο ναός διαθέτει συνολικά πέντε εισόδους, τρεις στη δυτική πρόσοψη, ενώ οι δύο στους πλευρικούς τοίχους πλέον έχουν καταργηθεί. Οι τρεις είσοδοι οδηγούν κατευθείαν στο ναό, χωρίς την παρεμβολή νάρθηκα. Στο ανατολικό άκρο της βόρειας και της νότιας στοάς έχουν διαμορφωθεί διαμερίσματα στα οποία βρίσκονται κλιμακοστάσια που οδηγούν στον γυναικωνίτη.[8]

Ο γυναικωνίτης του ναού έχει σχήμα Π. Βρίσκεται πάνω από τη στοά και εδράζεται πάνω στο περιστύλιο με σταυροθόλια. Ο γυναικωνίτης περιβάλλεται από χαμηλό ξύλινο στηθαίο. Πάνω από την είσοδο βρίσκεται υπερυψωμένο τμήμα κατά περίπου ένα μέτρο, στο οποίο οδηγούν σκαλοπάτια ελλειπτικού σχήματος. Αυτή η υπερύψωση φαίνεται τόσο στο στηθαίο όσο και στη δυτική πρόσοψη του ναού.[9] Ο ναός διαθέτει ομοιόμορφα, ορθογώνια παράθυρα, με λίθινα πλαίσια και τοξωτό υπέρθυρο. Όλα τα παράθυρα έχουν μεταλλικά κιγκλιδώματα, διαφορετικού σχεδίου. Τα παράθυρα της δυτικής πρόσοψης διαθέτουν διπλή σειρά λίθινου τοξωτού υπέρθυρου.[10]

Προσόψεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δυτική πρόσοψη αποτελείται από επιμελημένη τοιχοποιία από εναλλασσόμενες ορθογωνισμένες πέτρες και κόκκινους πλίνθους, σαν απομίμηση της βυζαντινής τοιχοποιίας.[9] Πάνω από τους πεσσούς υπάρχουν παραστάδες, σαν φυσική συνέχειά τους, και μοιάζουν να υποστηρίζουν το γείσο. Στη δυτική πρόσοψη μοιάζουν να στηρίζουν τον κοσμητή της στέγης.[10] Χαρακτηριστικοί είναι οι καρδιόσχημοι φεγγίτες στην πρόσοψη του ναού, οι οποίοι μοιάζουν με το σχήμα μπούτα. Σύμφωνα με μια άποψη, το σχήμα αποτελεί αναφορά στην Ιερά Καρδιά του Ιησού, η οποία εντάσσεται στη θρησκευτική παράδοση των καθολικών.[11] Οι φεγγίτες βρίσκονται στο αέτωμα τόσο της δυτικής όσο και της ανατολικής πρόσοψης.[10] Οι πλευρικοί τοίχοι του ναού έχουν πάχος 70 εκατοστά και αποτελούνται από αργολιθοδομή και πλίνθους και είναι καλυμμένοι με παχύ στρώμα κονιάματος στους αρμούς, ενώ ένα κομμάτι της πέτρας δεν καλύπτεται από κονίαμα. Αυτό το επίχρισμα είναι συνηθισμένο στους μεταβυζαντινούς ναούς της Θεσσαλονίκης.[9] Η κόγχη του ναού είναι ογκώδης, με τοίχους πάχους 90 εκατοστών. Τα όρια της σε σχέση με τον υπόλοιπο ναό με οδοντωτές ταινίες. Επίσης χαρακτηριστική είναι η στέγη της, σε τέσσερα κλιμακούμενα επίπεδα.[9]

Εσωτερικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ναός Αγ. Μηνά (εσωτερικό)

Εσωτερικά ο ναός στεγάζεται με ψευδοκαμάρα, η οποία είναι διακοσμημένη με γύψινες επιχρυσωμένες ταινίες. Η ψευδοκαμάρα διαθέτει οχτώ διάχωρα. Στην ψευδοκαμάρα έχουν ζωγραφιστεί αστέρια, ώστε να θυμίζει τον έναστρο ουρανό, και ομφάλια. Στο κεντρικό ομφάλιο είναι ζωγραφισμένος ο Παντοκράτορας. Μέσα σε γύψινα ελλειψοειδή πλαίσια είναι ζωγραφισμένοι οι Ευαγγελιστές και πιο χαμηλά στους τοίχους οι προφήτες. Ο διάκοσμος είναι αποτέλεσμα δυτικών επιδράσεων και απηχεί στην μπαρόκ και ροκοκό διακόσμηση, η οποία είναι παρούσα επίσης σε τζαμιά. Πάνω από την κεντρική είσοδο βρίσκεται τετράλοβο πλαίσιο.[12]

Τα κλίτη του ναού χωρίζονται από κιονοστοιχία. Οι κίονες είναι κυκλικής διατομής και έχουν τετράγωνο ξύλινο πυρήνα και γύρω του έχει τοποθετεί μπαγδατί. Οι κίονες είναι ελαιοχρωματισμένοι. Οι κίονες στέκονται πάνω σε τετράγωνα βάθρα ύψους 1,2 μέτρων.[12] Τα κιονόκρανα είναι ανά δύο όμοια και είναι διακοσμημένα με φυτικά και ζωικά μοτίβα από γύψο. Οι κίονες στηρίζουν ημικυκλικά τόξα διακοσμημένα με γιρλάντες και προτομές αγγέλων.[13]

Το τέμπλο του ναού είναι ξυλόγλυπτο, όμως ακολουθεί τη μορφολογική τυπολογία των μαρμάρινων τέμπλων. Το τέμπλο αναπτύσσεται σε τρεις ζώνες, τη βάση, τον κορμό και την επίστεψη. Είναι χαρακτηριστικό ότι η επίστεψη διαθέτει ζωφόρο και αέτωμα, από την κλασσική τέχνη. Ξυλόγλυπτα, αυτή τη φορά όμως στα πρότυπα της μεταβυζαντινής τέχνης είναι τα βημόθυρα, ο επισκοπικός θρόνος και τα προσκυνητάρια. Ο άμβωνας είναι και αυτός ξυλόγλυπτος και διαθέτει γύψινα διακοσμητικά στοιχεία.[13]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]