Ζωφόρος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ένδειξη θέσης ζωφόρου

Με τον όρο ζωφόρος ή ζωοφόρος[1] στην αρχιτεκτονική και την αρχαιολογία αποκαλείται το αρχιτεκτονικό (δομικό, μορφολογικό και τυπολογικό) μέρος, άνω του επιστυλίου στην αρχαία ελληνική - αρχαϊκή & κλασική - ναοδομία, το οποίο χαρακτηρίζει, εφεξής, κάθε αντίστοιχο μέρος σε μεγάλης κλίμακας μνημειακή και δημόσια, εν γένει, αρχιτεκτονική, μέχρι των ημερών μας.

Ετυμολογικώς, ο όρος ζωφόρος σημαίνει φέρω ζωή και αφορά στο μέρος αυτό του κτηρίου, ανεξαρτήτως αν φέρει γλυπτές παραστάσεις ή όχι.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αποτελεί μια ζώνη που περιτρέχει το οικοδόμημα, η οποία, ενίοτε και αναλόγως του ρυθμού του κτηρίου και της περίστασης, φέρει γλυπτές παραστάσεις, οι οποίες κοσμούν το περιστύλιο, καθώς και τον σηκό των αρχαιοελληνικών ναών[2], στην εξωτερική παρειά (πλευρά, επιφάνεια) τους. Η ζωφόρος είναι βασικό δομικό στοιχείο του ναού (και εν γένει, ενός δημόσιου, μνημειακής κλίμακας κτίσματος), επομένως, πρόκειται για στοιχείο αμφίπλευρο, εντός και εκτός αυτού. Βρίσκεται μεταξύ επιστυλίου και γείσου συναποτελώντας τον θριγκό. Η ζωφόρος φέρει γλυπτές παραστάσεις, κατά κύριο λόγο, στην αρχιτεκτονική του ιωνικού ρυθμού, η θεματολογία των οποίων σχετίζεται με την εξέλιξη της γλυπτικής, επομένως, και τη θεώρηση των αρχαίων ελληνικών κατά τόπους κοινωνιών για τον κόσμο. Ο όρος διακόσμηση ουσιαστικά προκύπτει από τις γλυπτές παραστάσεις των ιωνικών ζωφόρων και αφορά στην αποτύπωση του τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας των κοινωνιών τους σε θρησκευτικό ή/ και πολιτειακό επίπεδο.

Εξέλιξη & σημασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ζωφόρος φαίνεται να ήταν γνωστή από τον 6ο αιώνα π.Χ. στο Θησαυρό των Σιφνίων και των Κνιδίων στους Δελφούς.

Η ζωφόρος έφτασε στο μορφολογικό της απόγειο στην μοναδική περίπτωση του τέταρτου Παρθενώνα (της κλασικής περιόδου του πέμπτου π.Χ.αιώνα), ο οποίος όμως πρόκειται για τη συνύπαρξη των δύο αρχιτεκτονικών ρυθμών, στην πόλη των Αθηνών, η οποία πρόκειται για ιωνική πόλη καθώς οι Αθηναίοι αυτοπροσδιορίζονταν ως Ίωνες.

Οι εξώγλυφα ανάγλυφες παραστάσεις οι οποίες, ενίοτε, απεικονίζονται στη ζωφόρο, σχετίζονται με την ιστορική περίοδο, την εξέλιξη της τέχνης της γλυπτικής, καθώς, και το υλικό δόμησης. Έτσι, ενώ κατά την αρχαϊκή περίοδο οι παραστάσεις αποτελούνται από πλάσματα, μυθικά και της φύσης, αδρά σμιλεμένα σε πώρο λίθο (πώρος, δηλαδή, σκληρός), αντικαθίστανται διαδοχικά από ανθρώπινες μορφές, οι οποίες με τη βοήθεια του νεωτέρως χρησιμοποιούμενου μαρμάρου, γίνονται πιο κομψές σε αναλογίες και λεπτομερέστερες σε απεικόνιση. Όμως, ακόμα και στην περίπτωση του Παρθενώνα, οι παραστάσεις, ενώ απεικονίζουν από μάχες έως θρησκευτικά τελετουργικά, δεν έχουν απευθείας αναφορά σε συγκεκριμένα πρόσωπα αλλά στις ιδιότητές τους. Λ.χ., ο πόλεμος των Αθηναίων εναντίων των Περσών απεικονίζεται εμμέσως ως η μάχη των Κενταύρων με τους Λαπίθες (στις τέσσερις πλευρές απεικονίζονται, η πομπή των Παναθηναίων επί φερώνυμων πλακών από πεντελικό μάρμαρο ύψους 1 μέτρου και μήκους 1,60 μ. Στην ανατολική πλευρά απεικονίζεται η ετοιμασία προς θυσία, στη δυτική η προετοιμασία της πομπής (οδηγοί με σφάγια, κιθαριστές, πλήθος κόσμου, άρματα και ιππείς κ.α.)και στη νότια, η μάχη των Λαπιθών με τους Κενταύρους.

Χωρική & χρονική διαφοροποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νότιο-ανατολική σωζόμενη ανάγλυφη παράσταση της ζωφόρου του ναού του Ηφαίστου, στην αρχαία αγορά κάτωθεν την βόρειας κλιτύος του ιερού βράχου της Ακροπόλεως, έχει κοσμηθεί με την ευδιάκριτα σωζόμενη απεικόνιση του Θησέα, απ'όπου και προέκυψε η λανθασμένη, αρχικώς, εκτίμηση για την ονομασία του ναού. Επίσης, το επιστύλιο του αρχαίου ναού στην Άσσο της Τρωάδας, δωρικού ρυθμού, έφερε ζωφόρο με μυθικές αυτούσιες παραστάσεις - σφίγγες, του Ηρακλή εναντίων των Κενταύρων, συμποσίου, Νηρηίδων - το οποίο, όμως, πρόκειται για την εξαίρεση στον κανόνα.
Αντιθέτως, σε πολλούς αρχαίους ναούς της [Ιωνίας ([Μικρά Ασία]]), ιωνικού ρυθμού, δεν απαντάται ζωφόρος. Σ΄ αυτούς, άνωθεν του επιστυλίου, βρίσκονται οδοντωτές προεξοχές του γείσου ονόματι γεισίποδες ή οδόντες (γείσου). Αυτό το μορφολογικό στοιχείο υιοθέτησαν, κατά κόρον, οι αρχιτέκτονες κατά την ελληνιστική περίοδο κάτι το οποίο απαντάται ως κανόνας ακαι στο βωμό της Περγάμου. Όμως αυτή τη τακτική εφαρμόστηκε στους ναούς της Ιωνίας κατά την αυτή περίοδο, κατά κύριο λόγο διότι η κλίμακα των ναών ήταν τόσο μεγάλη ώστε συχνά αυτοί να μην αποπερατώνονται, είτε λόγω κόστους, είτε λόγω ανυπέρβλητων κατασκευαστικών δυσκολιών. Ακόμα όμως κι αν συνέβαινε αυτό, δεν υπήρχε λόγος ύπαρξης γλυπτών παραστάσεων αφού η απόσταση της ζωφόρου ήταν τόσο μεγάλη από τον παρατηρητή ώστε οι παραστάσεις της να μη διακρίνονταν, πλέον, από αυτόν.

Αν και θεωρείται πως η ζωφόρος εισήχθη στην αρχαία ελλαδική ηπειρωτική χώρα από την Ίωνία, εντούτοις, στον αττικο, ιωνικό ρυθμό "γεισίποδες" δεν υπάρχουν, αντ΄αυτών αναπτύχθηκε η ζωφόρος που περιβάλλει το οικοδόμημα αδιάκοπα.

Τέλος, ζωφόρο έφερε και το Ερεχθείο με ένθετες μορφές. Από τη νότια πρόσταση, όμως, αυτού έχει παραλειφθεί η ζωφόρος για να μην επιβαρύνονται αισθητικά οι κεφαλές των Καρυάτιδων. Από τις ωραιότερες ζωφόρους της αρχαιότητας θεωρείται η ζωφόρος του ναού της Αθηνάς Νόκης, εκτός των τειχών της Ακρόπολης, νοτίων των Προπυλαίων, γνωστού ως Απτέρος Νίκη.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Χ. Μπούρας, Μαθήματα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής, κεφ. VIII, σελ. 158, § 4
  2. Χ. Μπούρας, Μαθήματα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής, κεφ. VIII, σελ. 160, § 1

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Χαράλαμπος Μπούρας (Δεκέμβριος 1999). «XX». Μαθήματα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής (1ος τόμος). Αθήνα: Εκδόσεις Συμμετρία, σελ. 488. ISBN 9789602660621. 
  • Βιτρούβιος (μεταφρ.: Παύλος Λέφας) (2000). Περί αρχιτεκτονικής (πρώτος τόμος) βιβλία I-V. Αθήνα: Εκδόσεις Πλέθρον, σελ. 352. ISBN 9789603480556. 
  • Μαίρη Ασπρά-Βαρδαβάκη (2011). Η Τέχνη της Κλασσικής, Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής εποχής. Αθήνα: Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, σελ. 217. 
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου τ.8ος σ.885