Μπουρβίλ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μπουρβίλ
Bourvil2.jpg
Ο Μπουρβίλ στο αεροδρόμιο του Άμστερνταμ στις 20 Μαρτίου 1967
Γέννηση André Robert Raimbourg[1]
27 Ιουλίου 1917
Πρετό-Βικεμάρ, Σεν-Μαριτίμ, Γαλλία
Θάνατος 23 Σεπτεμβρίου 1970 (53 ετών)
16ο Δημοτικό Διαμέρισμα Παρισιού, Παρίσι, Γαλλία
Αιτία θανάτου Πολλαπλούν μυέλωμα
Ψευδώνυμο Μπουρβίλ
Εθνικότητα Flag of France.svg Γάλλος
Υπηκοότητα Γαλλική
Ιδιότητα Ηθοποιός
Τραγουδιστής
Χιουμορίστας
Εν ενεργεία 1941-1970
Σύζυγος Ζαν Λεφρίκ
Τέκνα Φιλίπ Ραιμπούρ
Ντομινίκ Ραιμπούρ
Όργανα cornet
Σημαντικά έργα Διασχίζοντας Το Παρίσι
Ο Σύζυγος Της Γυναίκας Μου
Ένα Έξυπνο Κορόιδο
Η Πιο Ασύλληπτη Απόδραση
Ο Εγκέφαλος
Ο Κόκκινος Κύκλος
Commons page Πολυμέσα σχετικά με τον καλλιτέχνη

Ο Αντρέ Ραιμπούρ (γαλλικά: André Raimbourg, 27 Ιουλίου 1917 - 23 Σεπτεμβρίου 1970), γνωστός και ως Μπουρβίλ, ήταν Γάλλος ηθοποιός και τραγουδιστής περισσότερο γνωστός για τους ρόλους του σε κωμικές ταινίες, κυρίως από τη συνεργασία του με τον Λουί ντε Φυνές στις ταινίες Ένα Έξυπνο Κορόιδο (Le Corniaud, 1965) και Η Πιο Ασύλληπτη Απόδραση (La Grande Vadrouille, 1966).

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νεανικά χρόνια και ξεκινήματα καριέρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αντρέ Ραιμπούρ, γνωστός ως Μπουρβίλ, γεννήθηκε στο Πρετό-Βικεμάρ, Σεν-Μαριτίμ. Ήταν ο δεύτερος γιος του Αλμπέρ Ραιμπούρ (1889-1918), ο οποίος απεβίωσε από την ισπανική γρίπη στην διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της Εζενί Πεσκέ (1891-1970), ζευγάρι αγροτών. Πέρασε την παιδική του ηλικία ζώντας με την μητέρα του και τον νέο της σύζυγο, έναν αγρότη με το όνομα Ζοζέφ Μενάρ, στο Μπουρβίλ, χωριό καταγωγής της μητέρας του, όπου και επέστρεψε το 1921. Είχε επίσης έναν μεγαλύτερο αδελφό, τον Ρενέ Ραιμπούρ, μία μικρότερη αδελφή, την Ντενίζ (1919-2006), μία ετεροθαλή αδελφή, την Τερέζ, καθώς και έναν ετεροθαλή αδελφό, τον Μαρσέλ Μενάρ, ο οποίος διετέλεσε, αργότερα, δήμαρχος της κοινότητας του Μπουρβίλ[2].

Όντας καλός μαθητής, έλαβε το πιστοποιητικό σπουδών του με έπαινο "πολύ καλά". Η οικογένειά του τον προόριζε να γίνει αγρότης, ωστόσο ο ίδιος, ξεκίνησε σπουδές καθηγητή στην ανώτατη σχολή αρρένων του Ντουντεβίλ. Αποθαρρυμένος από τους αυστηρούς εσωτερικούς κανονισμούς του οικοτροφείου, επέστρεψε δύο χρόνια αργότερα στην φάρμα της οικογένειάς του[3]. Ήταν, επίσης, μέλος παιδικής εκκλησιαστικής χορωδίας με ιδιαιτέρως ζωηρό χαρακτήρα, ενώ αναλάμβανε συχνά την ψυχαγωγία των καλεσμένων στην διάρκεια οικογενειακών εορτών, συμποσίων και πανηγυριών. Στην διάρκεια αυτών, ερμήνευε τα τραγούδια του Φερναντέλ, διακωμωδώντας τον ταυτόχρονα, κάτι που σύντομα του απέφερε το ψευδώνυμο του « Νορμανδού Φερναντέλ ». Κατά διαστήματα, η οικογένεια έζευε το άλογο της φάρμας και μετέβαινε στην αγορά του Φονταίν-λε-Νταν, πρωτεύουσα του τοπικού καντονίου. Το 1936, εντός της ίδιας αυτής κοινότητας, εντάχθηκε στην τοπική φανφάρα (εντός της οποίας έπαιζε φυσαρμόνικα, ακορντεόν και κορνέτα), ενώ, ταυτόχρονα, γνώρισε ένα βράδυ, στην διάρκεια μιας χοροεσπερίδας, την Ζαν Λεφρίκ (1918-26 Ιανουαρίου 1986), της οποίας ο πατέρας ήταν επιστάτης στην τοπική ζαχαροποιία[4].

Μαθητευόμενος στην ηλικία των 17 ετών στο αρτοποιείο του κ. Μπωφίς στο Σαιν-Λοράν-αν-Κω, στην συνέχεια εργάστηκε ως αρτοποιός στη Ρουέν το 1936. Το 1937, έχοντας προηγουμένως παρακολουθήσει παράσταση του ειδώλου του, Φερναντέλ, στο τσίρκο της Ρουέν, πήρε την απόφαση να ακολουθήσει τα βήματα του τελευταίου[5].

Προκειμένου να έχει την δυνατότητα της επιλογής του στρατιωτικού σώματος στο οποίο θα εντασσόταν, με στόχο να ενταχθεί στην στρατιωτική μπάντα, αποφάσισε να προλάβει το κάλεσμα στράτευσης και να ενταχθεί στον στρατό για δύο χρόνια θητείας. Στις 20 Φεβρουαρίου 1937 τοποθετήθηκε στο 24ο Σύνταγμα Πεζικού στο Παρίσι. Κορνετίστας στην φανφάρα του συντάγματος, ψυχαγωγούσε με τα αστεία του τους ομοθαλάμους του, οι οποίοι του έβαλαν ένα στοίχημα το 1938: να δηλώσει συμμετοχή στο σόου ταλέντων Les Fiancés de Byrrh που διοργάνωνε το Radio-Paris. Χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Αντρέλ (ως φόρο τιμής στο είδωλό του, Φερναντέλ), ερμήνευσε το τραγούδι Ignace και κέρδισε το βραβείο Prix Byrrh, χρηματικής αξίας τριακοσίων φράγκων, τα οποία και επένδυσε άμεσα προκειμένου να αγοράσει ένα ακορντεόν[6].

Αποστρατεύθηκε μετά τη μάχη της Γαλλίας, ασχολήθηκε με διάφορα μικροεπαγγέλματα (υδραυλικός, βοηθός σε λογιστικό γραφείο) στην πρωτεύουσα, ωστόσο, παράλληλα, συνέχισε την μουσική του καριέρα: σόου ταλέντων, καμπαρέ, μιούζικ χολ. Καθώς οι μιμήσεις του του Φερναντέλ δεν απέφεραν πλέον σημαντικά έσοδα, αποφάσισε να δημιουργήσει έναν δικό του φανταστικό χαρακτήρα, αυτόν του αφελούς « κωμικού-χωρικού », καλύπτοντας με την χωρίστρα του το μέτωπό του και φορώντας ένα μαύρης απόχρωσης παντελόνι, καθώς και ένα στενό σακάκι: ο Αντρέλ έγινε, το 1942, ο Μπουρβίλ[7]. Καθώς ο πρώτος εξάδελφός του, Λυσιέν Ραιμπούρ, δραστηριοποιούνταν ήδη στον συγκεκριμένο χώρο, επέλεξε το συγκεκριμένο καλλιτεχνικό όνομα, ώστε να αποφεύγεται η όποια σύγχυση, ως φόρο τιμής στο χωριό όπου πέρασε την παιδική του ηλικία. Σε ορισμένες περιπτώσεις του αποδόθηκε η ονομασία «Αντρέ Μπουρβίλ» (υφίσταται, άλλωστε, ένα «Θέατρο Αντρέ Μπουρβίλ» στο 11ο Δημοτικό Διαμέρισμα του Παρισιού). Ήταν υπό το συγκεκριμένο όνομα που εμφανίστηκε στους τίτλους, καθώς και την αφίσα της προτελευταίας ταινίας στην οποία ο ίδιος έπαιξε, με τίτλο Ο Κόκκινος Κύκλος.

Νυμφεύθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1943, την Ζαν Λεφρίκ, με την οποία απέκτησε δύο γιους:

Όντας νεαρός καλλιτέχνης σε αναζήτηση της επιτυχίας, εγκαταστάθηκε με την σύζυγό του στην Βανσέν, σε ένα μικρό διαμέρισμα στον αριθμό 25 της rue des Laitières, στον έβδομο όροφο, ακριβώς κάτω από την στέγη, όπου και παρέμεινε έως το 1947[10]. Έδωσε σειρά παραστάσεων όπου έπαιζε τον « κωμικό-αγρότη », δίνοντας μία αργόσυρτη χροιά στην φωνή του, με την χρήση, ταυτόχρονα, νέας ειδικής μουσικής επένδυσης για τις παραστάσεις του, επενδύοντας με μουσική τα κείμενα του φίλου του και ακορντεονίστα, Ετιέν Λοράν, τον οποίον γνώρισε το 1939. Η πραγματική εκκίνηση της καριέρας του έλαβε χώρα το 1945 με την κυκλοφορία του τραγουδιού του με τον τίτλο Les Crayons. Ταυτόχρονα, με αυτό το τραγούδι, πραγματοποίησε και την πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο και πιο συγκεκριμένα, το 1945, στην ταινία του Ζαν Ντρεβίλ με τον τίτλο Το Σπίτι Του Κρεμασμένου (La Ferme du pendu[11].

Ένας καταξιωμένος ηθοποιός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτες του ταινίες τον μονιμοποίησαν στον ρόλο του ως έναν αφελή χαρακτήρα, ωστόσο σύντομα αντιλήφθηκε πως θα έπρεπε να τον εξελίξει. Πράγματι, η δημοτικότητά του άρχισε να πέφτει, ενώ, ταυτόχρονα, γνώρισε την πρώτη του δύσκολη στιγμή στις 9 Δεκεμβρίου 1951: όντας καλεσμένος να δώσει παράσταση ως ειδικός καλεσμένος εμπρός στο κοινό του σε που διεξαγόταν στο τσίρκο της Ρουέν, γιουχαΐστηκε από τους Νορμανδούς οι οποίοι είχαν προσβληθεί με την εικόνα του χαζού αγρότη που ο ηθοποιός έβγαζε γι' αυτούς στις παραστάσεις του[12]. Τότε, αποφάσισε να εγκαταλείψει το μουσικό σκέλος των παραστάσεών του, προτιμώντας να ξεκινήσει την ενασχόληση με το είδος της οπερέτας (κυρίως εμφανιζόμενος με τη στενή του συνεργάτιδα, Πιερέτ Μπρουνό, την οποία, ωστόσο, εγκατέλειψε το 1962, όταν ο Τύπος ανέφερε μεταξύ τους σχέση[13] · [14]) και, παρά τις αρχικές επιφυλάξεις που είχαν ο Μαρσέλ Αιμέ καθώς και ο παραγωγός, εντάχθηκε από τον Κλοντ Ωτάν-Λαρά το 1956 στην ομάδα των ηθοποιών, οι οποίοι θα γύριζαν την ταινία Διασχίζοντας Το Παρίσι (La Traversée de Paris), όπου και ο Μπουρβίλ έδειξε στο ευρύ κοινό όλο του το υποκριτικό ταλέντο[15].

Στις περίπου πενήντα ταινίες στις οποίες συνολικά εμφανίστηκε, ο ρόλος του Μπουρβίλ ήταν κυρίως αυτός του καλού χαρακτήρα, σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, ολίγον χαζού ή αφελούς, όπως οι ρόλοι που είχε στις ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε μαζί με τον Λουί ντε Φυνές: ο χαρακτήρας τον οποίον έπαιζε ο Μπουρβίλ κατάφερνε πάντοτε, μέσω της καλοσύνης του, όχι μόνον να προκαλέσει το γέλιο του κοινού, αλλά και να γλιτώσει από τις δολοπλοκίες των μακιαβελικών χαρακτήρων τους οποίους έπαιζε ο ντε Φυνές[16].

Ωστόσο, ο Μπουρβίλ έπαιξε και δραματικότερους ρόλους, όπως εκείνον του ανθρώπου για όλες τις δουλειές στην ταινία L'Arbre de Noël, στην οποία βοηθά ένα νεαρό αγόρι, το οποίο πάσχει από λευχαιμία, να ικανοποιήσει το πάθος του για τους λύκους. Σε αυτή την ταινία, όπως και στις κωμικές ταινίες του, ο θεατής ταυτοποιόταν εύκολα στον ρόλο που υποδυόταν ο Μπουρβίλ, καθώς επρόκειτο για έναν απλό άνθρωπο. Στην ταινία με τίτλο Le Miroir à deux faces, η ερμηνεία του ήταν τελείως διαφορετική: παίζοντας δίπλα στην Μισέλ Μοργκάν, υποδυόταν έναν άνθρωπο ο οποίος χειραγωγούσε μία άσχημη εμφανισιακά γυναίκα, ώστε να την νυμφευθεί, ενώ στη συνέχεια, όταν αυτή έγινε όμορφη χάρη σε χειρουργική επέμβαση, ο ίδιος επέδειξε ελεεινό χαρακτήρα απέναντί της, φτάνοντας μέχρι να την παρενοχλεί και να της αφαιρεί την κηδεμονία των παιδιών της. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί και ο ρόλος του ως ο απαίσιος Τεναρντιέ στην κινηματογραφική μεταφορά των Misérables, ή, ακόμη, τον προτελευταίο του ρόλο, ως επιθεωρητής της αστυνομίας στην ταινία Ο Κόκκινος Κύκλος (Le Cercle rouge). Ο μεγάλος αυτός ηθοποιός έφθασε μέχρι να δακρύσει στην διάρκεια της ταινίας Το Πέρασμα Του Σηκουάνα (Fortunat), μαθαίνοντας τον θάνατο μίας καθηγήτριας την οποία ένιωθε ως δεύτερη μητέρα του[17].

Ο Μπουρβίλ ήταν ένας ιδιαιτέρως καλλιεργημένος άνθρωπος. Στην διάρκεια της δεκαετίας του 1950, αγαπώντας την ησυχία της εξοχής, επέλεξε να εγκατασταθεί στο μικρό χωριό του Μονταινβίλ, καθώς το τελευταίο είχε άρτια οδική σύνδεση με το Παρίσι, μέσω της Autoroute de l'Ouest. Ο φίλος του, Ζωρζ Μπρασάνς, ο οποίος ζούσε σε σχετικά κοντινή απόσταση, και πιο συγκεκριμένα στο Κρεσπιέρ (Υβελίν) στο Moulin de La Bonde, ανέφερε πως επρόκειτο για τον πλέον έντιμο άνθρωπο, στα πρότυπα εκείνων του 17ου αιώνα, ενώ, ταυτόχρονα, του πρότεινε διάφορα αναγνώσματα. Μαζί με τον Μπρασάνς, μοιραζόταν μία εγκυκλοπαιδικού επιπέδου γνώση του γαλλικού τραγουδιού[18].
Γνώριζε, επίσης, τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ[19], ενώ το όνομά του είχε ακουστεί, για κάποιο διάστημα, για την στελέχωση της Comédie-Française.

Ο Ζαν-Πιέρ Μοκί γύρισε συνολικά τέσσερις ταινίες μαζί με τον Μπουρβίλ (Un drôle de paroissien, La Cité de l'indicible peur, La Grande Lessive (!) και L'Étalon). Ο Μοκί έδωσε στον Μπουρβίλ ρόλους, οι οποίοι δεν του ταίριαζαν.

Αποτελεί, έως σήμερα, πρότυπο για αριθμό καλλιτεχνών. Οι Φρανσουά Μορέλ και Αντουάν ντε Κων παρουσίασαν, μάλιστα, ντοκιμαντέρ με θέμα τον ίδιο, τον Μάρτιο του 2005, στα πλαίσια τηλεοπτικής εκπομπής με απώτερο στόχο την ανάδειξη του δημοφιλέστερου Γάλλου όλων των εποχών, μία κατάταξη στην οποία ο Μπουρβίλ τελείωσε στην έβδομη θέση, καταδεικνύοντας την ιδιαίτερη δημοτικότητά του, ακόμη και 35 χρόνια μετά τον θάνατό του. Μιλούσε γαλλικά, αγγλικά, καθώς και λίγα ισπανικά στις ταινίες στις οποίες έπαιξε.

Τελευταίες ταινίες και θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μνήμα του Μπουρβίλ στο Μονταινβίλ.

Το 1968, στην διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας Η Πιο Μεγάλη Κούρσα Του Αιώνος (Les Cracks), ο Μπουρβίλ είχε μία άτσαλη πτώση με το ποδήλατό του. Νοσηλευόμενος, εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία, προκειμένου να προχωρήσει στην αφαίρεση μίας απλής κύστης στο ύψος του αυτιού, η οποία τον ενοχλούσε για διάστημα δύο ετών. Ο χειρουργός πραγματοποίησε, τότε, βιοψία, μέσω της οποίας και προχώρησε στη διάγνωση πως έπασχε από την ασθένεια του Κάλερ (πολλαπλό μυέλωμα). Όταν ο γιατρός του τον ενημέρωσε σχετικά, ο Μπουρβίλ αποφάσισε να μην μοιραστεί την είδηση αυτή με τους συναδέλφους του, ωστόσο κυκλοφορούσαν φήμες ότι έπασχε από καρκίνο, με αποτέλεσμα οι ασφαλιστές του να αρχίσουν να ανησυχούν[20]. Οι ημέρες του ήταν, πλέον, μετρημένες, κι ενώ ο ίδιος βρισκόταν στο απόγειο της δόξας του. Προκειμένου να αποδείξει πως η υγεία του ήταν καλή, δέχθηκε να παίξει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία L'Étalon, ταινία η οποία γυρίστηκε εντός χρονικού διαστήματος δεκαέξι ημερών με ημερήσιας διάρκειας συμβόλαια, καθώς οι ασφαλιστικές εταιρείες τον κάλυπταν παρά μόνον για διάστημα δεκαεπτά ημερών (ο σκηνοθέτης Ζαν-Πιέρ Μοκί είχε ξυρίσει το κρανίο του Μπουρβίλ, ώστε να κρύψει την αλωπεκίασή του, η οποία αποτελούσε παρενέργεια της χημειοθεραπείας την οποία ο ίδιος ακολουθούσε[21].

Έπειτα από μία μακρά αγωνιώδη περίοδο, ο Μπουρβίλ απεβίωσε σε ηλικία 53 ετών στις 23 Σεπτεμβρίου 1970, περιτριγυρισμένος από τους συγγενείς του, στο παριζιάνικο διαμέρισμά του επί του boulevard Suchet[22]. Είχε μόλις ολοκληρώσει τα γυρίσματα της ταινίας Ο Κόκκινος Κύκλος, όπου πρωταγωνιστούσε δίπλα στους Αλαίν Ντελόν και Υβ Μοντάν. Η τελευταία του περίοδος γυρισμάτων για την ταινία Το Τείχος Του Ατλαντικού (Le Mur de l'Atlantique) απέβη ιδιαιτέρως επίπονη, με τον ηθοποιό να δείχνει ιδιαίτερο πόνο. Οι δύο παραπάνω ταινίες κυκλοφόρησαν σε διάστημα λίγων εβδομάδων μετά τον θάνατό του.

Ο Μπουρβίλ αναπαύεται στο Μονταινβίλ (Υβελίν), χωριό όπου είχε την εξοχική του κατοικία. Ο θάνατος του Μπουρβίλ έθεσε ένα τέλος σε διάφορα θεατρικά και κινηματογραφικά σχέδια στα οποία ο ίδιος θα λάμβανε μέρος: το L'Albatros του Ζαν-Πιέρ Μοκί, το Guerre des Gaules, καθώς και οι περιπλανήσεις δύο frenchies στις ΗΠΑ, όπου θα έπαιζε μαζί με τον Λουί ντε Φυνές, πάντοτε σε σκηνοθεσία του Ζεράρ Ουρί, οι περιπέτειες ενός ενεργητικότατου επαρχιώτη ιερέα στην Χώρα του Κω, εμπνευσμένες από τον αββά Αλεξάντρ. Στο θέατρο, θα συνεργαζόταν εκ νέου με τον Ντε Φυνές στο Le Contrat, παράσταση σε σενάριο του Φρανσίς Βεμπέρ και σκηνοθεσία του Ζαν Λε Πουλαίν).

Μόνον το L'Albatros, το Η Τρέλα Του Μεγαλείου (La Folie des grandeurs), ταινία εμπνεόμενη από το έργο Ruy Blas (με τον Υβ Μοντάν να παίρνει την θέση του), καθώς και το Ο Κακός Μπελάς (L'Emmerdeur), εμπνεόμενο από το έργο Contrat (με τον Ζακ Μπρελ ως πρώτο Φρανσουά Πινιόν) τελικώς ολοκληρώθηκαν ως παραγωγές.

Η σύζυγός του, Ζαν Λεφρίκ, γεννηθείσα το 1918, απεβίωσε στις 26 Ιανουαρίου 1986 στην διάρκεια τροχαίου ατυχήματος, ενώ μετέβαινε από το Παρίσι στο Μονταινβίλ, προκειμένου να επισκεφθεί το μνήμα του συζύγου της.

Ρόλοι και έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπουρβίλ έλαβε το βραβείο του καλύτερου ηθοποιού στο Φεστιβάλ Βενετίας (το Κύπελλο Βόλπι) για τον ρόλο που υποδύθηκε στην ταινία Διασχίζοντας Το Παρίσι (La Traversée de Paris, 1956, εμπνευσμένη από το ομώνυμο έργο του Μαρσέλ Αιμέ). Με το μακρύ του πρόσωπο, το διαρκώς κατάπληκτο ύφος του, την έκφραση του ανθρώπου που δεν καταλαβαίνει τίποτα, ο Μπουρβίλ υπήρξε από τους λαοφιλέστερους Γάλλους κωμικούς[23]. Ολοκληρωμένος ηθοποιός, επέλεξε επανειλημμένα ρόλους οι οποίοι πραγματεύονταν κοινωνικής φύσεως ζητήματα, ενώ, ταυτόχρονα, συνεργάστηκε για την παραγωγή ταινιών με τον Ζαν-Πιέρ Μοκί (La Cité de l'indicible Peur ou La Grande Frousse, Δεν Κάνω Πόλεμο, Κάνω Γέλιο...). Επίσης, ανέλαβε ο ίδιος την μεταγλώττιση των ταινιών του στα αγγλικά.

Φιλμογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μαζί με τους Φερναντέλ, Λουί ντε Φυνές και Ζαν Γκαμπέν, ο Μπουρβίλ συγκαταλέγεται μεταξύ των Γάλλων ηθοποιών οι οποίοι συγκέντρωσαν τον μεγαλύτερο αριθμό θεατών στις κινηματογραφικές αίθουσες: συγκεκριμένα, περίπου 205 εκατομμύρια μεταξύ του 1945 και του 1970. Οι ταινίες του οι οποίες συγκέντρωσαν τους περισσότερους θεατές ήσαν οι κάτωθι:
  • 1966 : Η Πιο Ασύλληπτη Απόδραση (La Grande Vadrouille) μαζί με τον Λουί ντε Φυνές: 17,27 εκατομμύρια εισιτήρια
  • 1962 : Η Πιο Μεγάλη Μέρα Του Πολέμου (Le Jour le plus long): 11,93 εκατομμύρια εισιτήρια
  • 1965 : Ένα Έξυπνο Κορόιδο (Le Corniaud) μαζί με τον Λουί ντε Φυνές: 11,74 εκατομμύρια εισιτήρια
  • 1958 : Οι Άθλιοι (Les Misérables) μαζί με τον Ζαν Γκαμπέν: 9,94 εκατομμύρια εισιτήρια
  • 1954 : Αν Μιλούσαν Οι Βερσαλίες (Si Versailles m’était conté): 6,99 εκατομμύρια εισιτήρια
  • 1952 : Le Trou Normand μαζί με την Μπριζίτ Μπαρντό: 3 εκατομμύρια εισιτήρια
  • 1963 : Ο Σύζυγος Της Γυναίκας Μου (La Cuisine au beurre) μαζί με τον Φερναντέλ: 6,39 εκατομμύρια εισιτήρια
  • 1947 : Pas si bête: 6,16 εκατομμύρια εισιτήρια
  • 1969 : Ο Εγκέφαλος (Le Cerveau): 5,57 εκατομμύρια εισιτήρια

Θέατρο, οπερέτες, όπερα, ραδιόφωνο, περιοδείες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δισκογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας φόρος τιμής του απεδόθη από τον Τομ Νοβάμπρ το 2006, καθώς ο τελευταίος ερμήνευσε συνολικά δεκατέσσερα τραγούδια του Μπουρβίλ στον δίσκο του με τίτλο André.

Σκετς και μονόλογοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • L'Histoire du jockey
  • L'ingénieur
  • L'inventeur
  • L'unique mousquetaire
  • La Causerie anti-alcoolique, σκετς γραμμένο από τον Ροζέ Πιέρ (ηχογράφηση, καταγραφή)
  • Le ministre de l'Agriculture
  • La plume
  • Le vélo
  • Les castagnettes
  • Mon chien
  • Une redingote
  • Le conservatoire
  • Quand il pleut
  • Père nourricier
  • Les terrassiers
  • Le charcutier
  • La laide
  • Frédo le porteur
  • Vive la mariée

Μουσική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φυσαρμόνικα, μαντολίνο, ακορντεόν, κιθάρα, κορνέτα, τρομπέτα, φλικόρνο…:

  • 1934 : δημοτική φιλαρμονική ορχήστρα του Φονταίν-λε-Νταν
  • 1935 : μουσικό τρίο στο Σαιν-Λοράν-αν-Κω, παίζοντας τρομπέτα, μαζί με τον Βικτόρ Ζαντέλ (μηχανικό, ακορντεονίστα) και τον Δόκτωρα Πιορί (ιατρό, βιολονίστα)
  • 1935 : δημοτική φιλαρμονική ορχήστρα της Ρουέν-Σαιν-Σεβέρ
  • 1936 : δημοτική φιλαρμονική ορχήστρα της Ρουέν
  • 1937 : μουσική ορχήστρα του 24ου Συντάγματος Πεζικού (Παρίσι)
  • 1941 και 1942 : μαθήματα τρομπέτας του Ωδείου του Παρισιού
  • Ακορντεονίστας της Μπορντάς, της γενειοφόρου γυναίκας, στο ABC το 1941, μαζί με τον Ετιέν Λοράν

Βραβεύσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. "Έλαβα το βραβείο στην Βενετία, εντάξει, είμαι αρκετά υπερήφανος γι'αυτό, ωστόσο δεν συγχέω την ταχύτητα και την βιασύνη, τον Μπουρβίλ και την Σαρά Μπερνάρ. Το υψηλής ποιότητας γέλιο, αυτός είναι ο στόχος τον οποίον θα επιθυμούσα να πιάσω. Ο ευτυχής αφελής, αυτός είναι ο ρόλος μου. Να δραπετεύω, από καιρό σε καιρό, δεν είμαι αρνητικός σε αυτό, ωστόσο πάντοτε θα επιστρέφω πίσω." Μπουρβίλ, Πηγή: Μωρίς Μπεσί, André Bourvil, Denoël, 1972

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Bourvil Les Gens Du Cinema
  2. Marc Lemonier (2005). Guide des lieux cultes du cinéma en France. Horay, σελ. 127. 
  3. Philippe Crocq, Jean Mareska (2006). Bourvil. De rire et de tendresse. Éditions Privat, σελ. 16-17. 
  4. Christian Plume, Xavier Pasquini (1983). Bourvil. Bréa Editions, σελ. 9-13. 
  5. Christian Plume, Xavier Pasquini, op. cit., σ. 14
  6. Philippe Crocq, Jean Mareska, op. cit., σ. 21
  7. Philippe Crocq, Jean Mareska, op. cit., σ. 28
  8. Collombier, Xavier (28 Σεπτεμβρίου 2012). «Dominique Raimbourg nous parle de son père André dit Bourvil». France 3, Pays de la Loire. http://pays-de-la-loire.france3.fr/2012/09/28/dominique-raimbourg-nous-parle-de-son-pere-andre-dit-bourvil-97509.html. 
  9. «Bourvil fils entre à l'Assemblée nationale». Libération. 6 Σεπτεμβρίου 2001. http://www.liberation.fr/politiques/0101385436-bourvil-fils-entre-a-l-assemblee-nationale. 
  10. Philippe Crocq, Jean Mareska, op. cit., σ. 46
  11. Christian Plume, Xavier Pasquini, op. cit., σ. 32
  12. Sandro Cassati (2010). André Bourvil. Une histoire vraie. City Edition, σελ. 67. 
  13. Laurent Delahousse, « André Bourvil, la rage de vaincre », documentaire Un jour, un destin, 23 Οκτωβρίου 2013, 41 min 30 s.
  14. Sandro Cassat, op. cit., σ. 144
  15. Christian Plume, Xavier Pasquini, op. cit., σ. 54
  16. Stéphane Bonnotte (2003). Louis de Funès : jusqu'au bout du rire. Michel Lafon, σελ. 111. 
  17. Christian Plume, Xavier Pasquini, op. cit., σ. 60-63
  18. Pierre Berruer (2001). Georges Brassens, la marguerite et le chrysanthème. France Loisirs, σελ. 107. 
  19. Christian Plume, Xavier Pasquini, op. cit., σ. 38
  20. Christian Plume, Xavier Pasquini (1983). Bourvil. Bréa Editions. 
  21. Christian Plume, Xavier Pasquini, op. cit., σ. 70
  22. Philippe Crocq, Jean Mareska (2006). Bourvil. De rire et de tendresse. Éditions Privat, σελ. 12. 
  23. Ιστορικό Λεύκωμα 1970, σελ. 151, Καθημερινή (1998)

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ντοκιμαντέρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Bourvil της Γαλλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).