Μονή Τοπλού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 35°13′17.85″N 26°12′58.05″E / 35.2216250°N 26.2161250°E / 35.2216250; 26.2161250

Μονή Τοπλού Λασιθίου
Crete Moni Toplou A.jpg
Είδοςμοναστήρι
Γεωγραφικές Συντεταγμένες35°13′18″N 26°12′58″E
Διοικητική υπαγωγήΔήμος Σητείας
ΧώραΕλλάδα
Προστασίακηρυγμένος αρχαιολογικός χώρος στην Ελλάδα
Κωδωνοστάσιο

Η Μονή Τοπλού είναι ιστορικό μοναστήρι στον νομό Λασιθίου, στην ανατολική πλευρά της Κρήτης. Κτισμένη στο ακρωτήρι του Σαμωνίου[1] ή Κάβο Σίδερου[2], βρίσκεται 10 χλμ ανατολικά της Σητείας και 6 χλμ βόρεια του Παλαικάστρου. Η αρχική μονή φέρεται να κτίστηκε τον 15ο αιώνα, αλλά καταστράφηκε το 1612 λόγω σεισμού. Κατόπιν, ανοικοδομήθηκε με την οικονομική ενίσχυση των Βενετών κυρίαρχων του νησιού, ωστόσο καταστράφηκε εκ νέου κατά την περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης[3].

Η αρχική ονομασία της μονής είναι «Παναγία η Ακρωτηριανή», όπως προκύπτει από επίσημα έγγραφα και σφραγίδες του 15ου ή του 16ου αιώνα. Με την ονομασία «Τοπλού» αναφέρεται πρώτη φορά σε τουρκικό έγγραφο του 1673. Για την προέλευση του ονόματος της μονής Τοπλού έχουν ειπωθεί πολλές εκδοχές με πιο επικρατέστερη την άποψη ότι προέρχεται από την τουρκική λέξη Τοπ ( = κανόνι) εξαιτίας ενός μικρού κανονιού που υπήρχε εκεί από την περίοδο της Ενετοκρατίας και το οποίο όχι μόνο προφύλασσε τη μονή από τους πειρατές, αλλά και ειδοποιούσε τα γύρω χωριά, εάν διέτρεχε κίνδυνο. Μία άλλη εκδοχή είναι ότι προέρχεται από τη συγκοπή της λέξης πλού(σιο), καθώς το μοναστήρι διέθετε και διαθέτει ακόμα και σήμερα τεράστια ακίνητη περιουσία (κτήματα, αμπελώνες, ελαιώνες). Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ακόμα και σήμερα, όταν αναφέρονται στη μονή, την προσφωνούν με το όνομα «Το Μεγάλο Μοναστήρι».

Αρχιτεκτονική της μονής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια από τις εσωτερικές αυλές
"Μέγας εί Κύριε και Θαυμαστά τα έργα Σου"

Η Μονή βρισκόταν σε ακμή τον 14ο και τον 15ο αιώνα, εάν κρίνει κανείς από το μεγάλο αριθμό σημαντικών βυζαντινών εικόνων εκείνης της περιόδου που απηχούν πιστά την εξέλιξη της κωνσταντινουπολίτικης ζωγραφικής που σταδιακά εξαπλωνόταν στην Κρήτη από την πτώση της Πόλης και μετά. Η υψηλή εικαστική αξία των εικόνων είναι, επίσης, ενδεικτική του υψηλού επιπέδου της παιδείας των μοναχών της Μονής, που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην άνοδο του πολιτιστικού επιπέδου της αναγεννησιακής Κρήτης. Η σημερινή μορφή της μονής είναι φρουριακή σταυροπηγιακή, έχει τετράγωνο σχήμα και περιβάλλεται από έναν ψηλό τοίχο που έχει ύψος περίπου 10 μέτρα. Η συνολική έκταση που καταλαμβάνει είναι περίπου 800τμ, ενώ αναπτύσσεται σε 3 ορόφους γύρω από την εσωτερική αυλή. Η πρόσοψη της μονής έχει μορφή αετωματική αναγεννησιακού τύπου ενώ φέρει εντοιχισμένη εγχάρακτη κτητορική επιγραφή του ηγούμενου Γαβριήλ Παντόγαλου σε ελεγειακά δίστιχα. Πάνω ακριβώς από την κεντρική πύλη υπάρχει η «καταχύτρα» με την οποία έριχναν στους πειρατές και στους εισβολείς που προσπαθούσαν να σπάσουν την πόρτα, καυτό λάδι και μολύβι. Η οικοδόμηση της μονής με αυτή τη μορφή έγινε στα τελευταία χρόνια της Ενετοκρατίας όταν ήταν ολοφάνερη η τουρκική απειλή. Περιλαμβάνει και διάφορους βοηθητικούς χώρους οι οποίοι στο σύνολο είναι 40 όπως μαγειρεία, φούρνους, κελιά, ξενώνες, ηγουμενείο και αποθήκες και τα οποία αναστηλώνονται με τη εποπτεία της Αρχαιολογικής υπηρεσίας. Επιπλέον σύμφωνα με την παράδοση υπάρχουν 100 πόρτες στη μονή αν και έχουν ανακαλυφθεί μόνο οι 99.

Επιβλητικό είναι και το κωδωνοστάσιο της μονής, αναγεννησιακού τύπου που υψώνεται στη δυτική πλευρά πάνω από την κεντρική πόρτα και το οποίο φέρει ανάγλυφα στέμματα και σταυρούς με επιγραφές και έχει ύψος 33μ ενώ χρονολογείται το 1558. Επίσης στην εσωτερική αυλή της μονής υπάρχει ένα πηγάδι το οποίο πρέπει να χτίστηκε κατά τα πρώτα χρόνια της μονής και το οποίο χρησίμευε και χρησιμεύει για την ύδρευση του μοναστηριού. Ακριβώς απέναντι από το πηγάδι υπάρχει μια μικρή εκκλησία η οποία είναι δίκλιτη βασιλική και διμάρτυρη. Το βόρειο κλίτος είναι αφιερωμένο στην γέννηση της Θεοτόκου ενώ το νότιο που είναι και νεώτερη προσθήκη στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Στο εσωτερικό ο ναός έχει θαυμάσιες εικόνες που δίνουν επιβλητικότητα στην ευλαβική ατμόσφαιρα όπως η εικόνα με τίτλο:«Μέγας εί Κύριε και Θαυμαστά τα έργα Σου» η οποία έχει 61 παραστάσεις από την ομώνυμη ευχή του Μεγάλου Αγιασμού των Θεοφανίων και η οποία συντάχτηκε από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Σοφρώνιο, η εικόνα «Άξιον Εστί» που φιλοτεχνήθηκε από τον Ιωάννη Κορνάρο το 1770 και η εικόνα «Ρόδον το αμάραντο» του 1771, η Άγια Αναστασία η Φαρμακολύτρια καθώς και η εικόνα της Παναγίας η οποία βρέθηκε σε μια κοντινή σπηλιά όπου τρέχει νερό-αγίασμα. Ακόμη σημαντική ήταν η ανακάλυψη της Αρχαιολογικής υπηρεσίας όταν πίσω από τους νεώτερους σοβάδες ανακαλύφθηκαν θαυμάσιες τοιχογραφίες οι οποίες χρονολογούνται ότι είναι του 14ου αιώνα ενώ είναι και πολύ καλά διατηρημένες. Στη μονή φυλάγονται τα λείψανα των Αγίων Χαραλάμπους, Δομητιανού, Τρύφωνος, Παντελεήμονος, Στεφάνου, Αβερκίου, Ιακώβου και της Οσίας Αναστασίας.

Η Μονή στην Ενετοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημερινή μορφή του μοναστηριού συνδέθηκε με τις βενετοκρητικές οικογένειες των Κορνάρων και των Μέτζων της Σητείας και για αυτό η νότια πτέρυγα φέρει το όνομα των Κορνάρων, ενώ η βόρεια το όνομα των Μέτζων. Το κάστρο-μοναστήρι γκρεμίστηκε από σεισμό το 1612 και ανοικοδομήθηκε με την ενίσχυση των Ενετών οι οποίοι ενδιαφέρονταν για τη στρατιωτική της. Επίσης λίγο νωρίτερα ο λόγιος Ενετοκρητικός ιστορικός Ανδρέας Κορνάρος είχε αφήσει στη μονή με τη διαθήκη του το 1611 το ποσό των 100 δουκάτων. Σύμφωνα με τις κτητορικές επιγραφές, η ανακατασκευή της μονής έγινε υπό την επίβλεψη του μοναχού και λόγιου Γαβριήλ Παντογάλου[2].

Η Μονή Τοπλού στην Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μονή καταστράφηκε από τους Τούρκους και ερημώθηκε με την κατάκτηση της Κρήτης ενώ μετατράπηκε σε σταυροπηγιακή το 1704. Το μοναστήρι έπαιξε σημαντικό ρόλο στην περίοδο της Τουρκοκρατίας καθώς θεωρούνταν από τους Οθωμανούς ότι ήταν καταφύγιο των διωκόμενων ντόπιων αλλά και επαναστατική εστία. Επίσης λόγω της μεγάλης περιουσίας που διέθετε ακόμη και τότε γινόταν συχνά στόχος Τούρκων ατάκτων. Ακόμα εκτός από τις λεηλασίες που έκαναν οι Τούρκοι στη μονή μπροστά στην εξωτερική πόρτα, γνωστή ως Πόρτα της Λότζας ή και «πόρτα του τροχού» που ονομάστηκε έτσι εξαιτίας ενός τροχού που χρησιμοποιούνταν για να μπορεί να ανοίγει πιο εύκολα λόγω του μεγάλου της βάρους, σφαγιάστηκαν 12 μοναχοί τη νύχτα της 26ης προς 27ης Ιουνίου του 1821.

Το 1828, η προέλαση των Ελλήνων επαναστατών στην περιοχή της Σητείας είχε ως αποτέλεσμα να οχυρωθούν εντός των τειχών της μονής 250 Τούρκοι ένοπλοι, ακολουθούμενοι από περίπου 1000 άμαχους συμπατριώτες τους. Ακολούθησε πολιορκία, η οποία τελικά υποχρέωσε τους Τουρκοκρητικούς σε συνθηκολόγηση[2]. Από το 1870 και μετά στη μονή λειτουργούσε αλληλοδιδακτικό σχολείο[3].

Η Μονή στη Γερμανική Κατοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την γερμανική κατοχή η μονή διέθετε ασύρματο για να μπορεί να επικοινωνεί με τα συμμαχικά στρατεύματα που βρίσκονταν τότε στο Κάιρο. Όταν όμως το ανακάλυψαν οι Γερμανοί εκτέλεσαν, μεταξύ άλλων, τον τότε ηγούμενο Γεννάδιο Συλιγνάκη από το χωριό Σφάκα Σητείας και τον μοναχό Καλλίνικο Παπαθανασάκη. Τα οστά του Συλιγνάκη μεταφέρθηκαν το 1955 στο ηρώο έξω από τη μονή.

Η Μονή σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μονή έχει ανακαινιστεί και έχει αναστηλωθεί πάρα πολλές φορές και έχει αναδειχτεί ως ένα από τα πιο αξιόλογα κρητικά μοναστήρια. Επίσης είναι το μοναδικό μοναστήρι που σώζεται από τα πολλά μικρά και μεγάλα που υπήρχαν κάποτε στην περιοχή της Σητείας και τα οποία καταστράφηκαν από τους απελευθερωτικούς πολέμους και από τις λεηλασίες από τις πειρατικές επιδρομές. Επίσης, χάρη στον ηγούμενο Φιλόθεο Σπανουδάκη, ιδρύθηκε στη μονή Μουσείο Χαλκογραφιών και Ελληνικών Λαϊκών Χαρακτικών τα οποία φτιάχτηκαν από τους μοναχούς τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Στο μουσείο της μονής εκτός από τις θαυμαστές εικόνες εκτίθενται και αντικείμενα εκκλησιαστικής τέχνης όπως Ευαγγέλια, αργυρο-επίχρυσοι σταυροί, Πατριαρχικά Σιγίλια, Σουλτανικά Φιρμάνια, σφραγίδες, επαναστατικά λάβαρα, αρχιερατικά άμφια και άλλα. Ακόμα και σήμερα όμως η οικονομία της μονής ανθεί αφού παράγει βιολογικά προϊόντα όπως κρασί, τσικουδιά και λάδι ενώ έχει κατασκευάσει και ελαιοτριβείο, τυποποιητήριο ελαιολάδου, οινοποιείο καθώς και τυποποιητήριο κρασιού και τσικουδιάς. Το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο της επαρχίας Σητείας προέρχεται από την ποικιλία Κορωνέικη και έχει πάρει διεθνή βραβεία από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επίσης και το πόρισμα του χημικού εργαστηρίου του Υπουργείου Ανάπτυξης δίνει υψηλό βαθμό στο συγκεκριμένο ελαιόλαδο. Επιπλέον παράγει πολλές ποικιλίες κρασιού όπως είναι το λευκό Θραψαθήρι και Βηλάνα καθώς και το κόκκινο Merlot-Syrah που έχουν ήδη γίνει σημείο αναφοράς όπως και το γλυκό κόκκινο κρασί από λιαστά σταφύλια της ποικιλίας Λιάτικο. Τα προϊόντα που εξάγει η μονή φέρουν την ονομασία της.

Στη μονή φυλάσσεται αρχιερατικός σάκος και επιτραχήλια του Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης.[4][5]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Σπύρου Δ. Δημητράκου, Γεωγραφία. Άτλας Παγκόσμιος. Ελλάς, Εκδόσεις Δέλτα, Αθήναι 1970, τόμος Β΄, σελ. 819.
  2. 2,0 2,1 2,2 Σύγχρονος Εγκυκλοπαιδεία Ελευθερουδάκη, Εγκυκλοπαιδικαί Εκδόσεις Ν. Νίκας και ΣΙΑ Ε.Ε., έκδοσις πέμπτη εκσυγχρονισμένη δια συμπληρώματος κατά τόμον, Αθήναι 1964, τόμος 2ος, σελ. 670.
  3. 3,0 3,1 «Μονή Τοπλού». odysseus.culture.gr. Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Ανακτήθηκε στις 10 Μαΐου 2019. 
  4. Διασωθέντα κειμήλια του Ιερομάρτυρα Σμύρνης Χρυσοστόμου, Διακόνημα - 10 Αυγούστου 2015
  5. Μικρασιατική Ηχώ, ΜΕ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΣΤΡΙΑΣ ΚΥΡΟΥ ΜΙΧΑΗΛ Αρχιερατικός σάκος του Σμύρνης Χρυσοστόμου δωρήθηκε στο Μουσείο Μπενάκη

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]