Μέρτεν ντε Φος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μέρτεν ντε Φος
Aegidius Sadeler II, Maerten de Vos - Portrait of Maerten de Vos.jpg
Γέννηση 1532[1][2][3]
Αμβέρσα[4][3]
Θάνατος 4  Δεκεμβρίου 1603[3][5]
Αμβέρσα[3]
Υπηκοότητα Νότιες Κάτω Χώρες[3]
Ιδιότητα ζωγράφος[3] και σκιτσογράφος[3]
Αδέλφια Peter de Vos
Είδος τέχνης προσωπογραφία
Σημαντικά έργα Portrait of Gillis Hooftman (1521-81). Shipowner, and his wife Margaretha van Nispen (b 1545), Adoration of the Shepherds και The Rape of Europa
Commons page Πολυμέσα σχετικά με τον καλλιτέχνη

Ο Μέρτεν ντε Φος (φλαμανδικά: Maerten de Vos, Maerten de Vos de oude ή Marten de Vos (1532 – 4 Δεκεμβρίου 1603) ήταν Φλαμανδός ζωγράφος κυρίως ιστορικών θεμάτων και προσωπογραφιών. Με τους συναδέλφους του Αμπρόσιους Φράνκεν και Φρανς Φράνκεν ΙΙ έγινε ένας από τους ηγετικούς ζωγράφους ιστορικών θεμάτων στις ισπανικές Κάτω Χώρες, όταν η σταδιοδρομία του Φρανς Φλόρις άρχισε να φθίνει, κατά το δεύτερο ήμισυ του 16ου αιώνα, λόγω του εικονοκλαστικού κινήματος του Beeldenstorm.

Ο ντε Φος ήταν ιδιαίτερα παραγωγικός σχεδιαστής και δημιούργησε πολυάριθμα σχέδια για τους χαράκτες της Αμβέρσας.[6]

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μέρτεν ντε Φος γεννήθηκε στην Αμβέρσα, το μικρότερο από τα τέσσερα παιδιά του Πίτερ ντε Φος και της Άννα ντε Χέερε. Ο πατέρας του είχε γεννηθεί στο Λέιντεν και μετακόμισε στην Αμβέρσα, όπου, σε ηλικία 17 ετών, καταγράφεται ως μαθητής του Γερόομ Σκούλενς (Jeroom Scuelens). Ο Μέρτεν και ο αδελφός του, που λεγόταν επίσης Πίτερ, εκπαιδεύτηκαν στη ζωγραφική αρχικά από τον πατέρα τους.[7] Μαθητεία τους με την ηγετική φυσιογνωμία στη ζωγραφική της εποχής Φρανς Φλόρις έχει υποτεθεί από ορισμένους ιστορικούς τέχνης, αλλά δεν υπάρχει καμία σχετική έγγραφη μαρτυρία.[6]

Το ταξίδι στην Ιταλία αποτελούσε σχεδόν ιεροτελεστία για τους Φλαμανδούς καλλιτέχνες του 16ου αιώνα, κι έτσι ο ντε Φος το πραγματοποίησε, διαμένοντας στη χώρα το διάστημα 1550- 1558.[8] Είναι πιθανό να πραγματοποίησε το τελευταίο τμήμα του ταξιδιού του, στο νότο της Ιταλίας, με τη συντροφιά του Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου. Κατά πάσα πιθανότητα διέμεινε στη Ρώμη, στη Φλωρεντία και στη Βενετία.[6] Το έργο του εμφανίζει ισχυρή επιρροή ως προς τα χρώματα από τους καλλιτέχνες της Σχολής της Βενετίας.[9] Ο Ιταλός καλλιτέχνης και βιογράφος καλλιτεχνών Κάρλο Ριντόλφι (Carlo Ridolfi) έγραψε ότι ο ντε Φος εργάστηκε στο εργαστήριο του Τιντορέττο στη Βενετία, κάτι που θα εξηγούσε αυτή την ισχυρή επιρροή.[6]

Επιστρέφοντας στην Αμβέρσα το 1558, ο ντε Φος έγινε μέλος στη Συντεχνία του Αγίου Λουκά της πόλης. Πιθανόν να είχε επιστρέψει νωρίτερα στην Αμβέρσα, αν η χρονολόγηση ενός πορτρέτου που δημιούργησε, 1556, είναι σωστή.[6] Νυμφεύτηκε την Ζοαννά λε Μπουκ (Joanna le Boucq), της οποίας η οικογένεια προερχόταν από την Βαλανσιέν της Γαλλίας. Το ζευγάρι απέκτησε πέντε θυγατέρες και τρεις γιους.

Την εποχή εκείνη, ο Φρανς Φλόρις ήταν ο ηγέτης στη ζωγραφική πινάκων με ιστορικά θέματα στη Φλάνδρα και είχε σε λειτουργία μεγάλο εργαστήριο στην Αμβέρσα. Αυτό καθιστούσε δύσκολη την εξεύρεση παραγγελιών από άλλους ζωγράφους.[7] Ο ντε Φος ήταν αρκετά τυχερός όταν έλαβε παραγγελίες, το 1564, από τον πλούσιο έμπορο της Αμβέρσας, Χίλλις Χόοφτμαν.[10]

Από τη δεκαετία του 1560, η Φλάνδρα υπέφερε από το Beeldenstorm, τον εικονοκλαστικό διωγμό που έγινε από τους Καλβινιστές. Κατά την περίοδο αυτή, πολλά έργα τέχνης και διακοσμήσεις ιερών ναών καταστράφηκαν από τα προτεσταντικά πλήθη, που ακολουθούσαν την προτεσταντική μεταρρύθμιση. Ο Φλόρις ποτέ δεν κατάφερε να συνέλθει από το πλήγμα του να δει τα έργα του να καταστρέφονται και τόσο η σταδιοδρομία του όσο και η προσωπική του ζωή άρχισαν να ακολουθούν καθοδική πορεία. Καθώς ουσιαστικά ο Φλόρις σταμάτησε να ζωγραφίζει μετά το 1566, μια νέα γενεά καλλιτεχνών άδραξε την ευκαιρία να αναλάβει την ηγετική θέση στη ζωγραφική ιστορικών θεμάτων στις Αψβουργικές Κάτω Χώρες. Μεταξύ αυτών, ο πλέον διακεκριμένος ήταν ο Μάρτεν ντε Φος.[11]

Το 1570 ο ντε Φος έλαβε την παραγγελία διακόσμησης του ανακτορικού παρεκκλησίου του Δούκα Γουλιέλμου του Μπρούνσβιχ-Λύνεμπουργκ στο Τσέλλε (Celle) της Γερμανίας. Η φήμη του μεγάλωνε και το 1572 έγινε ο επικεφαλής της Συντεχνίας ζωγράφων στην Αμβέρσα.[10] Ο ντε Φος είχε αρχικά προσχωρήσει στο λουθηρανικό δόγμα, αλλά επανήλθε στον καθολικισμό ύστερα από την πτώση της Αμβέρσας και την ήττα των προτεσταντών στις Αψβουργικές Κάτω Χώρες. Η σταδιοδρομία του απογειώθηκε καθώς του ανατέθηκαν σημαντικές παραγγελίες από τις αδελφότητες και τις συντεχνίες της Αμβέρσας. Ο ντε Φος δημιούργησε μνημειώδεις εικόνες για Αγία Τράπεζα στον Καθεδρικό της Αμβέρσας αλλά και σε άλλους ναούς της πόλης.[10] Διετέλεσε διάκονος στην Συντεχνία του Αγίου Λουκά της Αμβέρσας κατά την περίοδο 1572-73.[12]

Η φήμη του ήταν τόση, ώστε το 1589, μαζί με τον Αμπρόσιους Φράνκεν Ι ανέλαβαν, για λογαριασμό των κυβερνητών της Γάνδης να προβούν σε κριτική της Υπέρτατης Κρίσης του Ράφαελ Κόξι, ο οποίος βρισκόταν σε διαμάχη με τους άρχοντες της Γάνδης, που του είχαν παραγγείλει τον πίνακα, για τον οποίον ο Κόξι ισχυριζόταν ότι του προσέφεραν πολύ μικρό ποσό για ένα παρόμοιο αριστούργημα.[13] Οι ντε Φος και Φράνκεν επελέγησαν, επίσης, ως οι επικεφαλής σχεδιαστές για τη θριαμβευτική είσοδο στην πόλη της Αμβέρσας του νεοδιορισμένου κυβερνήτη των νότιων Κάτω Χωρών Αρχιδούκα Ερνέστου της Αυστρίας, το 1594.[14] Ο ντε Φος ήταν, επιπρόσθετα, ένας από τους ιδρυτές της Αδελφότητας των Ρωμανιστών (Confrérie van romanisten), που δημιουργήθηκε το 1572 στον Καθεδρικό ναό της Αμβέρσας. Η Αδελφότητα έφερε σε επαφή καλλιτέχνες, ειδήμονες και ουμανιστές που είχαν ταξιδέψει στη Ρώμη και είχαν εκτιμήσει την κουλτούρα του Ουμανισμού. Αυτή η ποικιλία μελών προσέφερε μια καλή ευκαιρία στους καλλιτέχνες να δικτυωθούν με εν δυνάμει πάτρονες.[15] Για να αντιμετωπίσει τη μεγάλη ζήτηση των έργων του, συμπεριλαμβανομένης και αυτής από τους ξένους πάτρονες, ο ντε Φος δημιούργησε καλά οργανωμένο εργαστήριο.[12]

Ο ντε Φος είχε 11 μαθητές κατά την περίοδο 1564 - 1599: Μπάλτεν Φλίρντεν (Balten Vlierden, 1564), Χανς Σνάιερς (Hans Snyers, 1575), Μέρτεν Μπόλαϊ (Merten Boly, 1577), Βένζελ Κουμπέργκερ (Wenzel Coebergher, 1573), Γιέκες Κέιρελ (Jaeckes Keerel, 1577), Γιαν Άντριενς Κνόττερτ (Jan Adriansen Cnottaert, 1584), Πίτερ Χαουρτστέιν (Peeter Goutsteen 1588), Χανς Κνόττερτ (Hans Cnottaert, 1594), Χανς φαν Άλτεν (Hans van Alten, 1595), Χανς ντε Λα Τόρτε (Hans de La Torte (1595) και Άμπραχαμ φαν Λίφενταλε (Abraham van Lievendale, 1599). Οι δυο γιοι του, Ντάνιελ ντε Φος και Μάρτεν ντε Φος ο νεότερος έγιναν επίσης ζωγράφοι, αλλά το έργο τους είναι ελάχιστα γνωστό.[6]

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μάρτεν ντε Φος ήταν κατά κύριο λόγο ζωγράφος θρησκευτικών σκηνών. Ήταν, επίσης, επιδέξιος προσωπογράφος.[10] Κατά τη δεκαετία του 1580 δημιούργησε πολλά σχέδια για χαρακτικά και εικονογραφήσεις βιβλίων.[6] Εκκινώντας από τον μανιερισμό, το ύφος του εξελίχτηκε σε πιο καθαρό και περιγραφικό, που αντιστοιχούσε θαυμάσια στα ιδεώδη της αντιμεταρρύθμισης.[10]

Ο αδελφός του Πίτερ ντε Φος ήταν επίσης ζωγράφος και ορισμένα έργα που παλαιότερα είχαν αποδοθεί στον Μέρτεν, σήμερα αποδίδονται στον Πίτερ ή σε άλλον καλλιτέχνη που αποκαλείται "ψευδο-ντε Φος". Το αποκαλούμενο "τετράδιο σχεδίων" του Μέρτεν ντε Φος (σήμερα στο Ρέικσμουζεουμ, που περιέχει αντίγραφα παλαιότερων σχεδίων κλασικών έργων τέχνης, σήμερα αποδίδεται στον κύκλο του Φρανς Φλόρις.[6]

Πίνακες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τις εικονοκλαστικές λεηλασίες που επέφερε το Beeldenstorm, το οποίο κορυφώθηκε το 1566 και είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή μεγάλου μέρους των έργων τέχνης στους ιερούς ναούς της Φλάνδρας, ο ντε Φος έγινε ένας από τους καλλιτέχνες που επιφορτίστηκαν με την αναδιακόσμηση των κατεστραμμέων εκκλησιών με νέα ρετάμπλ. Πολλά από αυτά, όπως Ο Άγιος Λουκάς ζωγραφίζει την Παναγία, του 1602, ζωγραφισμένο για την Αγία Τράπεζα του παρεκκλησίου της Συντεχνίας του Αγίου Λουκά στον καθεδρικό της Αμβέρσας (σήμερα στο Βασιλικό Μουσείο Καλών Τεχνών της Αμβέρσας), για να αντικαταστήσει το έργο του Κουέντιν Μασσάις με το ίδιο θέμα, το οποίο είχε καταστραφεί πριν από είκοσι περίπου χρόνια, και ο Γάμος στην Κανά (1597), που ζωγράφισε για λογαριασμό της Συντεχνίας των εμπόρων κρασιού, αποτέλεσαν παραγγελίες από εξέχοντες οργανισμούς της Αμβέρσας.[6][16]

Ο ντε Φος δεν ήταν πρωτοποριακός καλλιτέχνης αλλά περισσότερο μια πολυσχιδής μορφή που δανειζόταν ελεύθερα στοιχεία από Ιταλούς δασκάλους. Το έργο του μπορεί ποικιλοτρόπως να αποδοθεί σε καλλιτέχνες όπως οι Πάολο Βερονέζε, Τιντορέττο και Μικελάντζελο αλλά και σε Φλαμανδούς καλλιτέχνες όπως οι "Δάσκαλος του Ασώτου Υιού", Πίτερ Έρτσεν και Φλαμανδούς επηρεασμένους από Ιταλούς (αναφέρονται ως "Ρομανιστές"), όπως οι Λαμπέρ Λομπάρ, Φρανς Φλόρις και Μίχιελ Κόξι.[6]

Το ύφος του ήταν σαφώς αναγνωρίσιμο και η εικονογραφία και θεματολογία του ήταν σαφώς αντιμεταρρυθμιστικές.[12] Παρά τη μικρή υφολογική εξέλιξη, τα όψιμα ρετάμπλ του ανακαλούν έργα προγενέστερων Φλαμανδών ζωγράφων, όπως οι Μάαρτεν φαν Χέιμσκερκ και, όπως στην περίπτωση του Αγίου Λουκά που ζωγραφίζει την Παναγία του Κουέντιν Μασσάις. Προς το τέλος της σταδιοδρομίας του η παλέτα του γίνεται πιο απαλή και με περισσότερους τόνους.[6]

Σχέδια και χαρακτικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ντε Φος ήταν πολύ παραγωγικός και οι δημιουργίες του έγιναν δημοφιλείς και διαχύθηκαν ευρέως μέσω χαρακτικών που κατασκεύασαν οι Ράφαελ Σάντελερ, οι αδελφοί Βίριξ και άλλοι.[12]

Ο ντε Φος δημιούργησε επίσης σχέδια για τον εκδοτικό οίκο της Αμβέρσας "Plantin Press". Ανάμεσα σε άλλα έφτιαξε σχέδια για τα Λειτουργικά βιβλία της Καθολικής Εκκλησίας Breviarium Romanum και Missale Romanum.[12] Σχεδίασε, επίσης, την εικονογράφηση του βιβλίου Triumphus martyrum, μια σειρά από 13 τυπωμένα χαρακτικά στα οποία παρουσιάζονται μάρτυρες της Παλαιάς Διαθήκης.[17] Άλλες εκδοτικές εργασίες στις οποίες συνεργάστηκε περιλαμβάνουν τις σειρές των πέντε αισθήσεων, των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων, των Χριστιανικών αρετών, τους δώδεκα μήνες, τις τέσσερις εποχές και τα επτά θαύματα του Κόσμου.[18] Δημιούργησε, επίσης, 78 σχέδια για την εικονογραφημένη έκδοση του Bible Thesaurus veteris et novi testamenti που εξέδωσε ο Χέραρντ ντε Γιόντε (Gerard de Jode) το 1585. Η εξαγωγή αυτής της εικονογραφημένης Βίβλου από τον ντε Γιόντε, καθώς και η αναθεωρημένη της έκδοση στο Άμστερνταμ, συνέβαλε στη δημοφιλία των εικονογραφήσεων του ντε Φος σε ολόκληρη την Ευρώπη.[6]

Τα σχέδιά του γίνονταν χαρακτικά από κορυφαίους χαράκτες της Αμβέρσας και εκδίδονταν από τους τοπικούς εκδότες, όπως οι Πίτερ Μπάλτεν, Φρανς φαν Μπόισεκομ, Φόλκξκεν Ντίριξ, Άντριεν Κόλλερτ, Φίλιπ Χάλλε, Βίλλεμ φαν Χεχτ, Έντουαρντ φαν Χουσβίνκελ, Χέραρντ ντε Γιόντε, Χανς φαν Λόυκ και Γιοχάννες Μπαπτίστα Φριντς. Περίπου 1600 χαρακτικά κατασκευάστηκαν με βάση σχέδια του ντε Φος.

Τα σχέδιά του είναι γνωστά για τη ζωντάνια και τον εν γένει θετικό τους χαρακτήρα. Συχνά σε αυτά εμφανίζονται ρομαντικά τοπία ιταλικής τεχνοτροπίας στο παρασκήνιο. Η προφανής του ικανότητα οδήγησε σε κάποιο βαθμό επαναλαμβανόμενης τυποποίησης.[6]

Φωτοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. (Γαλλικά) BNF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb12501482t. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  2. Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. 118643177. Ανακτήθηκε στις 17  Οκτωβρίου 2015.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 RKDartists. 81917. Ανακτήθηκε στις 13  Σεπτεμβρίου 2017.
  4. Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 15  Δεκεμβρίου 2014.
  5. «Maerten de Vos». Biografisch Portaal. 14316658.
  6. 6,00 6,01 6,02 6,03 6,04 6,05 6,06 6,07 6,08 6,09 6,10 6,11 6,12 Christiaan Schuckman. "Vos, Marten de." Grove Art Online. Oxford Art Online. Oxford University Press. Web. 30 Jan. 2016
  7. 7,0 7,1 Frans Jozef Peter Van den Branden, Geschiedenis der Antwerpsche schilderschool, Antwerpen, 1883, p. 216-258 (Dutch)
  8. Maerten de Vos στο Ολλανδικό Ίδρυμα Ιστορίας της Τέχνης (Dutch)
  9. Kristin Lohse Belkin. Rubens. Phaidon Press, 1998 (pp. 22-24). ISBN 0-7148-3412-2
  10. 10,0 10,1 10,2 10,3 10,4 Martin de Vos, Return from the flight to Egypt at Jonckheere Master Paintings
  11. Edward H. Wouk, Frans Floris’s Allegory of the Trinity (1562) and the Limits of Tolerance, Art History 10/2014; 38(1), p. 61-62
  12. 12,0 12,1 12,2 12,3 12,4 J. Koldeweij, A. Hermesdorf, P. Huvenne, 'De schilderkunst der Lage Landen: De Middeleeuwen en de zestiende eeuw', Amsterdam University Press, 2006, p. 262-263 (Dutch)
  13. Nina D’haeseleer, Raphaël van Coxcie (1540-1616): een monografische benadering toegespitst op zijn ‘Laatste Oordeel’-tafereel te Gent. (Thesis binnen de opleiding ‘Kunstwetenschappen’, Universiteit Gent), Promotor : Prof. Dr. Maximiliaan Mart, p. 46-52 (Dutch)
  14. Ann Diels, Van opdracht tot veiling, Kunstaanbestedingen naar aanleiding van de Blijde Intrede van aartshertog Ernest van Oostenrijk te Antwerpen in 1594 in: De zeventiende eeuw. Jaargang 19. Uitgeverij Verloren, Hilversum 2003, p. 25-54 (Dutch)
  15. Bert Timmermans. Patronen van patronage in het zeventiende-eeuwse Antwerpen: een elite als actor binnen een kunstwereld, Amsterdam University Press, Antwerp, 2008, pp. 243-245
  16. Saint Luke painting the Madonna at the Royal Museum of Fine Arts Antwerp
  17. Triumphus martyrum. After Maerten de Vos (Antwerpen 1532-Antwerpen 1603). Passe, Crispijn de, the Elder at AbeBooks.de
  18. Prints after Maerten de Vos at the British Museum