Ερρίκος Δ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Ερρίκος Δ΄ της Γερμανίας)
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ερρίκος Δ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
Heinrich 4 g.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Heinrich IV (Γερμανικά)
Γέννηση11  Νοεμβρίου 1050
Γκόσλαρ
Θάνατος7  Αυγούστου 1106
Λιέγη
Τόπος ταφήςΚαθεδρικός Ναός του Σπάιερ
Χώρα πολιτογράφησηςΑγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
ΘρησκείαΧριστιανισμός
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
Οικογένεια
ΣύζυγοςΜπέρθα της Σαβοΐας
Ευπραξία του Κιέβου
ΤέκναΑγνή του Βάιμπλινγκεν
Κορράδος Β´ της Ιταλίας
Ερρίκος Ε΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
ΓονείςΕρρίκος Γ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και Αγνή του Πουατιέ
ΑδέλφιαΚορράδος Β΄ της Βαυαρίας
Αδελαΐδα Β΄
Ιουδήθ της Σουαβίας
Βεατρίκη Α΄
Ματθίλδη της Σουαβίας
ΣυγγενείςΑδελαΐδα της Σαβοΐας, δούκισσα της Σουαβίας (κουνιάδα)
ΟικογένειαΣαλική δυναστεία
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΑυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (1056–1105)
δούκας της Βαυαρίας
αυτοκράτορας
Θυρεός
Shield and Coat of Arms of the Holy Roman Emperor (c.1200-c.1300).svg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Ερρίκος Δ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Γερμανικά : Heinrich IV, 11 Νοεμβρίου 1050 - 7 Αυγούστου 1106) ήταν Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (1084 - 1105), Βασιλιάς της Γερμανίας (1054 - 1105), Βασιλιάς της Ιταλίας, Δούκας της Βουργουνδίας (1056 - 1105) και Δούκας της Βαυαρίας (1052 - 1054). Ο Ερρίκος Δ΄ ήταν γιος του αυτοκράτορα Ερρίκου Γ΄ μέλους του Οίκου των Σαλίων και της Αγνής του Πουατιέ.[1] Ο πατέρας του πέθανε (5 Οκτωβρίου 1056) και ο μικρός Ερρίκος τέθηκε υπό την κηδεμονία της μητέρας του, η Αγνή έκανε μεγάλες δωρεές στους Γερμανούς αριστοκράτες για να την στηρίξουν. Σε αντίθεση με τον σύζυγο της δεν μπορούσε να ελέγξει την εκλογή των παπών, στην αντιβασιλεία της ενισχύθηκε η ιδέα "απελευθέρωσης της εκκλησίας". Ο αρχιεπίσκοπος Άννο Β΄ της Κολωνίας τον Απρίλιο του 1062 απήγαγε τον μικρό Ερρίκο, ο Άννο από τότε κυβέρνησε στην Γερμανία μέχρι την ενηλικίωση του (1065).

Ο Ερρίκος Δ΄ αποφάσισε να ανακτήσει τα εδάφη που έχασε όταν ήταν ανήλικος, ανέβασε χαμηλόβαθμους υπαλλήλους και έφερε μεγάλη δυσαρέσκεια στην Σαξονία και την Θουριγγία. Συνέτριψε μία εξέγερση στην Σαξονία (1069) και την επανάσταση του Όθων του Νόρτχαϊμ (1071). Ο διορισμός κοινών σε ψηλά αξιώματα ενόχλησε τους αριστοκράτες που έφυγαν από την αυλή του Ερρίκου. Διόρισε ο ίδιος επισκόπους και Αββάδες, οι κληρικοί καταδίκασαν την πρακτική αυτή σαν Σιμωνία, απαγορευμένη από την εκκλησία. Ο Πάπας Αλέξανδρος Β΄ κατηγόρησε τους συμβούλους του Ερρίκου για τις πράξεις τους και τους αφόρισε (1073). Οι συγκρούσεις του Ερρίκου με την Αγία Έδρα και τους δούκες τον εξασθένησαν σημαντικά, οι Σάξονες επαναστάτησαν ξανά το καλοκαίρι του 1074. Ο Ερρίκος εκμεταλλεύτηκε τον εμφύλιο ανάμεσα στους Σάξονες αριστοκράτες και τους χωρικούς, τον Οκτώβριο του 1075 τους υπέταξε. Ο Ερρίκος Δ΄ ενδιαφέρθηκε έντονα για την Ιταλία, ο Πάπας Γρηγόριος Ζ΄ ανησύχησε και τον απείλησε να τον αφορίσει για την Σιμωνία, ο αυτοκράτορας πέτυχε ωστόσο να πείσει τους επισκόπους να κηρύξουν την εκλογή του πάπα άκυρη (24 Ιανουαρίου 1076). Ο πάπας τον αφόρισε, ο Ερρίκος για να προστατευτεί από τους Σάξονες ευγενείς που ήθελαν να τον δικάσουν πήγε στην Ιταλία. Ο "Δρόμος στην Κανόσα" ήταν επιτυχής, ο Γρηγόριος Ζ΄ τον απήλλαξε τελικά τον Ιανουάριο του 1077. Οι αντίπαλοι ευγενείς στην Γερμανία αγνόησαν την παπική απαλλαγή, εξελέγη νέος διεκδικητής βασιλιάς ο Ροδόλφος του Ράινφελντεν (14 Μαρτίου 1077). Ο πάπας στάθηκε ουδέτερος στην σύγκρουση ανάμεσα στους δύο βασιλείς, ο Ερρίκος Δ΄ συνέχισε να διορίζει τους υψηλόβαθμους κληρικούς με αποτέλεσμα να τον αφορίσει ο πάπας ξανά (7 Μαρτίου 1080). Οι Γερμανοί επίσκοποι έμειναν πιστοί στον Ερρίκο Δ΄ εκλέγοντας νέο αντίπαπα τον Κλήμη Γ΄. Ο Ροδόλφος του Ράινφελντεν τραυματίστηκε θανάσιμα σε μιά μάχη, ο διάδοχος του Χέρμαν του Ζαλμ διατήρησε μόνο την Σαξονία. Ο Ερρίκος Δ΄ ξεκίνησε μια σειρά από στρατιωτικές εκστρατείες στην Ιταλία (1081), ο Κλήμης Γ΄ τον έστεψε αυτοκράτορα στην Ρώμη (1 Απριλίου 1084).

Ο Χέρμαν του Ζαλμ πέθανε και η Σαξονία πέρασε στα χέρια του Ερρίκου με την υποστήριξη της αριστοκρατίας (1088), προχώρησε σε εκστρατεία στην Ματθίλδη της Κανόσα που ήταν σύμμαχος του πάπα (1089). Η Ματθίλδη έπεισε τον μεγαλύτερο γιο της Κορράδο να επιτεθεί στον Ερρίκο (1093), ο σύμμαχος της Γουέλφος Α΄ της Βαυαρίας εμπόδισε τον Ερρίκο να επιστρέψει στην Γερμανία μέχρι την εποχή που συμφιλιώθηκε μαζί του (1096). Μετά τον θάνατο του Κλήμη Γ΄ ο Ερρίκος Δ΄ δεν υποστήριξε νέους αντίπαπες αλλά ούτε έκλεισε ειρήνη με τον νέο πάπα Πασχάλη Β΄. Ο Ερρίκος Δ΄ ανακήρυξε αυτοκρατορική ειρήνη που κάλυπτε ολόκληρη την Γερμανία (1130), ο μικρότερος γιος του Ερρίκος Ε΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον πίεσε να παραιτηθεί (31 Δεκεμβρίου 1105). Οι προσπάθειες του να επιστρέψει στον θρόνο με την βοήθεια αριστοκρατίας από την Λοθαριγγία απέτυχαν, ο Ερρίκος Δ΄ πέθανε από ασθένεια χωρίς να αρθεί ο αφορισμός του από τον πάπα.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διάδοχος του θρόνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερρίκος Δ΄ γεννήθηκε στα αγαπημένα ανάκτορα του πατέρα του στο Γκόσλαρ.[2] Ο Ερρίκος Γ΄ που είχε ήδη τρεις κόρες περίμενε με πάθος την γέννηση ενός γιου για να φέρει την ενότητα στο βασίλειο όπως τόνισε σε κήρυγμα του ο Χέρμαν Β΄ της Κολωνίας.[3][4] Ο μικρός Ερρίκος πήρε αρχικά το όνομα του παππού του Κορράδου, ο ηγούμενος Ούγος του Κλυνύ που είχε οριστεί από τον αυτοκράτορα Νονός πρότεινε στον Ερρίκο Γ΄ να του δώσει το δικό του όνομα.[5] Τα Χριστούγεννα του 1050 ο Ερρίκος Γ΄ όρισε τον μικρό του γιο διάδοχο, κάλεσε τους ευγενείς να δώσουν όρκους "πίστης και υποταγής" στον Ερρίκο.[6][7] Ο αρχιεπίσκοπος Χέρμαν βάπτισε τον μικρό Ερρίκο το Πάσχα του 1051 στην Κολωνία.[8] Ο αυτοκράτορας συγκάλεσε Συμβούλιο τον Νοέμβριο του 1051 για να εγγυηθεί την διαδοχή του γιου του.[9] Οι Γερμανοί πρίγκιπας συμφώνησαν στην στέψη του μικρού Ερρίκου σαν βασιλιά υπό την προϋπόθεση ότι θα είχε μια "δίκαιη βασιλεία" όσο ζούσε ο πατέρας του.[10] Ο Ρόμπινσον γράφει ότι οι ευγενείς προσπάθησαν να πείσουν τον αυτοκράτορα να αλλάξει την διακυβέρνηση του και να δώσει περισσότερες εξουσίες στον γιο του, τα Χριστούγεννα του 1052 διορίστηκε Δούκας της Βαυαρίας.[11][12]

Ο αρχιεπίσκοπος Χέρμαν Β΄ έστεψε τον Ερρίκο βασιλιά στο Άαχεν (17 Ιουλίου 1054).[13] Ο δίχρονος μικρότερος αδελφός του Ερρίκου Κορράδος Β΄ της Βαυαρίας στέφτηκε από τον πατέρα τους κυβερνήτης στην Βαυαρία, όταν πέθανε (1055) ο Ερρίκος Γ΄ την έδωσε στην σύζυγο του Αγνή.[14] Στα τέλη του 1055 ο αυτοκράτορας αρραβώνιασε τον μικρότερο γιο του Ερρίκο με την Μπέρτα της Σαβοΐας.[15][16] Οι γονείς της Όθων της Σαβοΐας και Αδελαΐδα της Σούζα είχαν υπό τον έλεγχο τους την βόρεια Ιταλία και ο αυτοκράτορας ήθελε να εξασφαλίσει συμμαχία απέναντι στον επαναστάτη Δούκα της Λωρραίνης Γοδεφρείδο τον Γενειοφόρο.[17] Ο Ερρίκος Γ΄ αρρώστησε βαριά στα τέλη Σεπτεμβρίου 1056 και κάλεσε τον πάπα Βίκτωρ Β΄ που βρισκόταν στην Γερμανία να προστατεύσει τον γιο του.[18][19] Ο Ερρίκος Γ΄ πέθανε λίγο αργότερα (5 Οκτωβρίου 1056).[20]

Άνοδος σε βρεφική ηλικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερρίκος Δ΄ διαδέχθηκε τον πατέρα του μόλις 6 ετών χωρίς καμία σοβαρή αντίσταση.[21][22] Ο πάπας Βίκτωρ έπεισε τους Γερμανούς αριστοκράτες να ορκιστούν πίστη στον νέο αυτοκράτορα που ενθρονίστηκε στο Άαχεν.[23][24] Τους υπενθύμισε επίσης να δείξουν την πίστη στην μητέρα του Αγνή σε περίπτωση που ο γιος της πεθάνει πριν από αυτήν μέχρι τον ορισμό του διαδόχου.[25][26] Η Αγνή που ήταν έτοιμη να αποσυρθεί σε μοναστήρι παρέμεινε για να ασχοληθεί με την κηδεμονία και την εκπαίδευση του γιου της.[27][28] Έκανε μεγάλες δωρεές σε αριστοκράτες και για να συμφιλιωθεί μαζί τους, συμφιλιώθηκε και με τους παλιούς εχθρούς του συζύγου της όπως ο Γοδεφρείδος ο Γενειοφόρος και ο Κορράδος Γ΄ της Καρινθίας που διορίστηκε Δούκας της Καρινθίας.[29][30] Όταν ο πάπας έφυγε από την Γερμανία η Αγνή ανέλαβε αποκλειστικά την κηδεμονία του γιου της (1057), δεν έδωσε μεγάλη προσοχή στο Βασίλειο της Αρλ και την Ιταλία.[31][32] Η μεγάλη της ευσέβεια την απέτρεψε από τις παρεμβάσεις της στην εκλογή επισκόπων και έχασε τον έλεγχο στην παπική εκλογή.[33][34] Ο Ερρίκος Δ΄ κληρονόμησε από τον πατέρα του τον τίτλο του Πατρικίου και το δικαίωμα να παρέχει την πρώτη ψήφο στην εκλογή των παπών, η "ελευθερία της εκκλησίας" διατηρήθηκε και ενισχύθηκε όσο ήταν ανήλικος.[35]

Ο διάδοχος του Βίκτωρ Πάπας Στέφανος Θ΄, αδελφός του Γοδεφρείδου του Γενειοφόρου εξελέγη τον Αύγουστο του 1057 χωρίς αυτοκρατορική παρέμβαση, οι μεταρρυθμιστές ήθελαν να αποτρέψουν τους αντιπάλους τους να ορίσουν τον δικό τους διάδοχο.[36] Την εποχή που έφτασε στην ενηλικίωση μια ομάδα ευγενών που φοβήθηκαν την εξουσία του αποφάσισαν να τον ανατρέψουν, αρχηγός των συνωμοτών ο Όθων του Νόρντμαρκ που επέστρεψε από την εξορία. Οι συγγενείς του αυτοκράτορα Μπρούνο Β΄ και Εγβέρτος Α΄ του Μπρουνσβικ επιτέθηκαν στους συνωμότες, ο Μπρούνο θανάτωσε τον Όθωνα αλλά τραυματίστηκε και ο ίδιος θανάσιμα.[37] Η Αγνή διόρισε έναν πλούσιο αριστοκράτη τον Ροδόλφο του Ράινφελντεν δούκα της Σουηβίας, του έδωσε επίσης τα απέραντα εδάφη της Βουργουνδίας για να φέρει την ειρήνη στους ευγενείς.[38][39][40] Ο Γοδεφρείδος ο Γενειοφόρος ανέλαβε το Σπολέτο και το Φέρμο στα Παπικά Κράτη.[41] Την ίδια εποχή πολλές φήμες διαδόθηκαν στην Ιταλία ότι ο Γοδεφρείδος είχε στόχο να πάρει το αυτοκρατορικό στέμμα με την βοήθεια του πάπα Στεφάνου Θ΄ αλλά ο πάπας πέθανε αιφνίδια (25 Μαρτίου 1058).[42] Οι Ρωμαίοι αριστοκράτες όρισαν νέο πάπα τον καρδινάλιο του Βελέτρι ως Αντίπαπας Βενέδικτος Ι΄, οι μεταρρυθμιστές κληρικοί όρισαν αντίθετα τον επίσκοπο Γεράρδο της Φλωρεντίας ως Πάπας Νικόλαος Β΄.[43][44] Έστειλαν απεσταλμένους στην Γερμανία και ο Ερρίκος Δ΄ συμφώνησε να οριστεί νέος πάπας ο Γεράρδος στο Άουγκσμπουργκ (7 Ιουνίου 1058).[45]

Επέμβαση στον Ουγγρικό εμφύλιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ανδρέας Α΄ της Ουγγαρίας έστειλε τον Σεπτέμβριο του 1058 απεσταλμένους από την Ουγγαρία.[46] Ο αυτοκράτορας Ερρίκος Γ΄ είχε επιχειρήσει δύο εκστρατείες στην Ουγγαρία για να εξασφαλίσει όρκους πίστης από τον Ανδρέα αλλά απέτυχαν.[47] Ο Ανδρέας ήθελε αυτή την φορά να εξασφαλίσει την διαδοχή στον 5χρονο γιο του Σολομών της Ουγγαρίας επειδή είχε πριν ορίσει σαν διάδοχο τον αδελφό του Μπέλα Α΄ της Ουγγαρίας.[48] Οι Ούγγροι απεσταλμένοι και οι αντιπρόσωποι του Ερρίκου έκλεισαν συνθήκη, η 11χρονη κόρη του Ερρίκου Ιουδήθ αρραβωνιάστηκε τον Σολομών.[49][50] Οι μεταρρυθμιστές όρισαν ωστόσο νέο πάπα στην Φλωρεντία τον Γεράρδο ως Νικόλαο Β΄.[51][52] Ο σύμβουλος του, ο μοναχός Χίλντεμπραντ ανέλαβε να επεκτείνει την αυτονομία των παπών.[53][54] Ο πάπας συγκάλεσε μιά σύνοδο προκειμένου να καθορίσει τα δικαιώματα των καρδιναλίων για την εκλογή των παπών.[55][56] Με την φράση για τον Ερρίκο Δ΄ "σήμερα βασιλιάς και με την βοήθεια του Θεού αυτοκράτορας" επιβεβαίωσε τα δικαιώματα του αυτοκράτορα στην παπική εκλογή αλλά χωρίς να τα καθορίζει.[57][58] Ένα άλλο διάταγμα καθόριζε την λαική συμβολή στην εκλογή των κατώτερων κληρικών επειδή οι μονάρχες συνέχιζαν να διορίζουν επισκόπους χωρίς παπική παρέμβαση.[59][60] Ο Καρδινάλιος Χυμπέρτ Όφα Σίλβα Καντίτα έθεσε το ζήτημα αν μπορούν οι μονάρχες να παραχωρούν στους κληρικούς επισκοπές και αβαεία.[61][62][63]

Ο Ανδρέας Α΄ της Ουγγαρίας αντιμετώπισε την επανάσταση του αδελφού του (1060), η Αγνή έστειλε τρεις στρατούς στην Ουγγαρία για να πολεμήσουν τον Μπέλα και τους Πολωνούς συμμάχους του αλλά δεν μπόρεσαν να συντονιστούν.[64] Ο Μπέλα νίκησε τον αδελφό του που θανατώθηκε από τα τραύματα του και στέφτηκε βασιλιάς, η οικογένεια του Ανδρέα δραπέτευσε στην Γερμανία.[65][66] Μετά την νίκη του Μπέλα η Αγνή έδωσε εντολή να ενισχυθούν τα Γερμανικά δουκάτα στα σύνορα με την Ουγγαρία.[67] Η Βαυαρία παραχωρήθηκε σε έναν πλούσιο άρχοντα τον Όθων του Νόρτχαϊμ, στις αρχές του 1061 ο Κορράδος της Καρινθίας αντικαταστάθηκε με τον Μπέρτολτ Β΄ της Καρινθίας.[68]

Παπικό σχίσμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σχέσεις ανάμεσα στον πάπα Νικόλαο και τους Γερμανούς ιερείς ήταν τεταμένες για άγνωστους λόγους (1061), μια Γερμανική σύνοδος κατηγόρησε τον πάπα και αρνήθηκε τις αποφάσεις του.[69][70][71] Ο πάπας Νικόλαος Β΄ πέθανε (20 Ιουλίου 1061), οι Ρωμαίοι αριστοκράτες έστειλαν επιστολή στον Ερρίκο και του ζήτησαν να εκλέξει κάποιον άλλον πάπα (30 Σεπτεμβρίου 1061).[72] Ο Χίλντεμπραντ και άλλοι μεταρρυθμιστές ιερείς εξέλεξαν τον Άνσελμο Α΄, επίσκοπο της Λούκκα με το όνομα Πάπας Αλέξανδρος Β΄ χωρίς την έγκριση του Ερρίκου Δ΄.[73][74][75][76] Ο αυτοκράτορας συγκάλεσε τους Ιταλούς επισκόπους σε μία Σύνοδο στην Βασιλεία για να συζητήσει την κατάσταση, παρέστη και ο ίδιος φορώντας το σύμβολο του Πατρικίου των Ρωμαίων.[77][78] Η Σύνοδος εξέλεξε νέο αντίπαπα τον επίσκοπο της Πάρμας με το όνομα Αντίπαπας Ονώριος Β΄ (28 Οκτωβρίου 1061).[79] Το Σχίσμα ανάμεσα στους δυο πάπες έφερε εμφύλια σύγκρουση στους Γερμανούς κληρικούς.[80] Ο αρχιεπίσκοπος Αδαλβέρτος της Βρέμης ήταν ο φανατικότερος οπαδός του Ονώριου και ο αρχιεπίσκοπος Άννο Β΄ της Κολωνίας ήταν αντίστοιχα του Αλεξάνδρου.[81] Η μητέρα του αυτοκράτορα Αγνή υποστήριζε τον Ονώριο και οι οπαδοί της αφορίστηκαν από τον Αλέξανδρο.[82] Η εύνοια που έδειξε στον Ερρίκο Β΄ του Άουγκσμπουργκ έφεραν δυσαρέσκεια στον Γερμανικό κλήρο απέναντι της, ο αρχιεπίσκοπος Άννο, ο Εγβέρτος του Μπρούνσβικ και ο Όθων του Νόρτχαϊμ της αφαίρεσαν την αντιβασιλεία.[83][84][85] Ο αρχιεπίσκοπος Άννο εξόπλισε τον Απρίλιο 1062 ένα πλοίο, εξέπλευσε βόρεια στον Ρήνο και έφτασε στα βασιλικά ανάκτορα του Κάιζερσβερθ.[86][87] Ο αυτοκράτορας Ερρίκος Δ΄ γοητεύτηκε, έπεσε στην παγίδα και μπήκε στο πλοίο.[88] Ο αυτοκράτορας αναγνώρισε την πλάνη και πήδηξε στο ποτάμι για να γλυτώσει και παρά λίγο να πνιγεί, μόλις τον έσωσε ο Εγβέρτος του Μπρούνσβικ.[89][90]

Αποκατάσταση του Σολομών στην Ουγγαρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το "Κίνημα του Κάιζερσβερθ" έριξε σημαντικά το κύρος της Αγνής που αποσύρθηκε στα εδάφη της.[91][92] Ο Άννο την αντικατέστησε στην αντιβασιλεία, στον τίτλο του Μάγιστρου και την εκπαίδευση του Ερρίκου, διόρισε τους ευγενείς και τους φίλους του σε ψηλές θέσεις.[93][94] Πίεσε τον Ερρίκο Δ΄ να παραχωρήσει το ένα δέκατο από τα αυτοκρατορικά έσοδα στον ίδιο και στους διαδόχους του στην Βρέμη, υποσχέθηκε επίσης να τερματίσει το σχίσμα.[95][96]. Η Σύνοδος των Γερμανών επισκόπων διόρισε τον ανεψιό του Μπέρχαρντ Β΄, επίσκοπο του Χάλμπερσταντ με εντολή να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με τον πάπα Αλέξανδρο Β΄.[97] Ο γνωστός μοναχός Πίτερ Ντέμιαν (1007-1072) υπερασπίστηκε έντονα την εκλογή του Αλεξάνδρου Β΄ στην θέση του πάπα.[98] Ο Ντέμιαν παρουσίασε "το κληρονομικό δικαίωμα του αυτοκράτορα να έχει συμμετοχή στην παπική εκλογή" το οποίο θα μπορούσε να το χάσει.[99] Το κύρος του αυτοκράτορα ύστερα από αυτές τις εξελίξεις μειώθηκε σημαντικά.[100]

Ο Μπέλα Α΄ ήθελε να κλείσει ειρήνη με τον Ερρίκο επειδή ήθελε να προστατεύσει τον θρόνο του από τον ανεψιό του Σολομών που βρισκόταν στην Γερμανία.[101] Ο Ερρίκος Δ΄ ήταν αδιάφορος επειδή ήθελε σε κάθε περίπτωση να αποκαταστήσει τον Σολομών στον Ουγγρικό θρόνο, τον Αύγουστο του 1063 επιτέθηκε με τα Γερμανικά στρατεύματα στην Ουγγαρία και νίκησε στην πρώτη εκστρατεία.[102][103] Ο Μπέλα Α΄ πέθανε αιφνίδια και ο Γερμανικός στρατός εισήλθε στο Σεκεσφεχερβάρ.[104] Ο Σολομών αποκαταστάθηκε στον Ουγγρικό θρόνο και ο Ερρίκος Δ΄ πριν επιστρέψει στην Γερμανία παρέστη στον αρραβώνα του με την Ιουδήθ.[105][106] Ο Αδαλβέρτος της Βρέμης συνόδευσε τον αυτοκράτορα στην Γερμανία και έγινε από τους πιο πιστούς οπαδούς του, εμφανίστηκε "προστάτης του" στα βασιλικά διατάγματα με θέση ισάξια με αυτή του Άννο.[107] Ο Άννο πήγε τον Μάιο του 1064 στην Μάντοβα για να παραστεί σε Σύνοδο, αναγνώρισε τον Αλέξανδρο Β΄ σαν πάπα και προσκάλεσε τον αυτοκράτορα στην Ρώμη.[108][109] Ο Αδαλβέρτος εκμεταλλεύτηκε την απουσία του Άννο για να ενισχύσει την εξουσία του και την επίδραση του στον Ερρίκο.[110]

Αδαλβέρτος της Βρέμης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως περιγράφει ένας Σάξονας ιστορικός ο Λάμπερτ του Χέρσφελντ ο Ερρίκος Δ΄ ήρθε με ένα σπαθί στην Βορμς, επιτέθηκε στον αρχιεπίσκοπο Άννο της Κολωνίας αλλά τον εμπόδισε η μητέρα του να του κάνει κακό.[111][112] Η αναφορά του Άννο ίσως να μην είναι αξιόπιστη, το βέβαιο είναι ότι ο Άννο εκδιώχτηκε από την αυτοκρατορική αυλή.[113] Ο Ερρίκος Δ΄ δέχτηκε πρόσκληση από το πάπα Αλέξανδρο Β΄ να επισκεφτεί την Ρώμη, η Αγνή έφυγε για την Ιταλία δύο μήνες αργότερα.[114][115] Όταν έφυγε η μητέρα του αυτοκράτορα ολόκληρη την εξουσία ανέλαβε ο Αδαλβέρτος της Βρέμης.[116] Το ταξίδι του αυτοκράτορα στην Ρώμη αναβλήθηκε στην αρχή για το φθινόπωρο και στην συνέχεια μόνιμα, ο πάπας τον χρειαζόταν για να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει τους εχθρούς του.[117][118] Ο Ερρίκος Δ΄ προτίμησε να πάει στην Βουργουνδία για να του δηλώσουν οι ευγενείς υποταγή, η άφιξη του στην Βουργουνδία θεωρείται σαν η αρχή για την βασιλεία του στην περιοχή. Αργότερα μετέβη στη Λωρραίνη, αποκατέστησε τον Γοδεφρείδο τον Γενειοφόρο τον Οκτώβριο στην Κάτω Λωρραίνη.[119][120]

Ο Αδαλβέρτος της Βρέμης σε συμφωνία με τον φίλο του βασιλιά Βέρνερ έκαναν κατάσχεση της βασιλικής περιουσίας για να κερδίσουν βασιλικά δώρα, τα έδωσαν στους δυσαρεστημένους ιερείς και κληρικούς.[121] Με πλεονέκτημα την επίδραση του στον αυτοκράτορα ο Αδαλβέρτος αντιμετώπισε επιτυχώς τους αντιπάλους του.[122] Οι προσπάθειες του να καταλάβει με την βία το Αββαείο του Λορς προκάλεσε αντιδράσεις (1065), οι αρχιεπίσκοποι Ζίγκφριντ του Μάιντζ και Άννο της Κολωνίας προχώρησαν σε εξέγερση.[123] Ο Όθων του Νόρτχαϊμ, ο Ροδόλφος του Ράινφενλντεν και ο Μπέρτολτ Β΄ της Καρινθίας ενώθηκαν και έπεισαν τον Ερρίκο Δ΄ να απολύσει τον Αδαλβέρτο (13 Ιανουαρίου 1066).[124][125] Ο Άννο κέρδισε ξανά την εμπιστοσύνη του Ερρίκου αλλά οι βασιλικοί σύμβουλοι δεν μπορούσαν να έχουν πλέον τον έλεγχο στην κρατική διοίκηση.[126] Ο Ερρίκος Δ΄ αρρώστησε βαριά τον Μάιο του 1066, κινδύνευσε να πεθάνει και οι αριστοκράτες ξεκίνησαν την αναζήτηση του διαδόχου, σε έναν μήνα ωστόσο ανέκαμψε και παντρεύτηκε την αρραβωνιαστικιά του Μπέρθα.[127][128] Στα τέλη του χρόνου ο Ριχάρδος Α΄ του Κάπουα επιτέθηκε στα Παπικά Κράτη, η μητέρα του Αγνή επέστρεψε από την Ρώμη και του ζήτησε να έρθει να βοηθήσει τον πάπα.[129] O Ερρίκος Δ΄ συγκέντρωσε τον στρατό του αλλά τον διάλυσε όταν ο Γοδεφρείδος ο Γενειοφόρος προχώρησε σε αντεπίθεση εναντίον του Ριχάρδου Α΄.[130][131] Η Σλαβική φυλή των Λουτίκων διέσχισε τον Έλβα και επιτέθηκε στο Αμβούργο, στις αρχές του 1069 ο βασιλιάς προχώρησε σε αντεπίθεση και τους νίκησε.[132][133]

Σαξονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτες επιχειρήσεις στην Σαξονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεγάλα τμήματα της περιουσίας του Ερρίκου ιδιαίτερα στην Σαξονία είχαν κατασχεθεί την περίοδο που ο βασιλιάς ήταν ανήλικος, ο Ερρίκος Δ΄ αποφάσισε να τα ανακτήσει (1069).[134] Ο Ερρίκος έστειλε τους Σουηβούς υπουργούς στο δουκάτο για να ελέγξουν τα νομικά δικαιώματα, ο διορισμός ξένων υπαλλήλων εξόργισε τους Σάξονες επειδή η πράξη παραβίαζε την Πολιτική Δικονομία.[135][136] Ο Ερρίκος οικοδόμησε νέα κάστρα στην Σαξονία και τα παρέδωσε σε Σουηβούς στρατιώτες, ασχολήθηκε με την Σαξονία περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μέρος στην Γερμανία όπως ο πατέρας του.[137][138][139] Οι Θουρίγγιοι εξοργίστηκαν επειδή ο βασιλιάς παραχώρησε στον αρχιεπίσκοπο Ζίγκφριντ του Μάιντζ το δικαίωμα να τους πάρει τα δέκατα.[140] Ο μαργράβος της Κάτω Λουσατίας Ντέντι Α΄ του Σαξονικού Όστμαρκ ήταν ο πρώτος Σάξονας ευγενής που επαναστάτησε.[141] Διεκδίκησε τα δώρα του πρώην συζύγου της συζύγου του Όθων Α΄ του Μέισσεν αλλά ο Ερρίκος του το αρνήθηκε (1069).[142]ref>Blumenthal 2010, σ. 112</ref>. Ο Ντέντι πήγε να βοηθήσει τους Θουρίγγιους αλλά οπισθοχώρησε όταν ο βασιλιάς τον απείλησε να τον εξαιρέσει από τα δώρα τους, ο Ερρίκος Δ΄ του επιτέθηκε και τον ανάγκασε να παραδοθεί.[143]

Ο Όθων του Νόρτχαϊμ είχε μεγάλες εκτάσεις στην Σαξονία.[144] Ένας ευγενής ο Έγκενο τον κατηγόρησε για συνωμοσία ενάντια στην ζωή του Ερρίκου, ο Όθων κλήθηκε τον Αύγουστο του 1070 να απαντήσει στις κατηγορίες. Ο Μπρούνο της Σαξονίας ένας ιστορικός της εποχής έγραψε ότι τον Έγκενο δωροδόκησε ο ίδιος ο βασιλιάς, η αναφορά θεωρείται αναξιόπιστη.[145] Με τον φόβο για την καταδίκη του ο Όθων δραπέτευσε στην Θουριγγία, έγινε κατάσχεση της περιουσίας του.[146][147][148] Ο Ερρίκος Δ΄ επιτέθηκε στα εδάφη του Όθωνα στην Σαξονία και ο Όθων απάντησε με επίθεση στα βασιλικά εδάφη στην Θουριγγία.[149] Ο Όρντουλφ της Σαξονίας και οι περισσότεροι Σάξονες αριστοκράτες παρέμειναν πιστοί στον Ερρίκο αλλά ο γιος του Όρντουλφ Μάγκνους της Σαξονίας συμμάχησε με τον Όθων.[150] Τα Χριστούγεννα του 1070 ο βασιλιάς παραχώρησε την Βαυαρία στον πλούσιο γαμπρό του Όθωνα[151][152] Ο Όθων του Νόρτχαϊμ και ο Μάγκνους της Σαξονίας χωρίς υποστήριξη αναγκάστηκαν να παραδοθούν στον Ερρίκο Δ΄, τοποθετήθηκαν στην συνοδεία των Γερμανών πριγκίπων (12 Ιουνίου 1071).[153]

Επεμβάσεις στις επισκοπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερρίκος Δ΄ μετά τον θάνατο του Αδαλβέρτου της Βρέμης (1072) έκανε κατάσχεση της περιουσίας του, ήταν ο πρώτος μονάρχης που προχώρησε σε τέτοια ενέργεια.[154] Οι διορισμοί των ανώτατων κληρικών ήταν θέμα προτεραιότητας για την εξουσία του Ερρίκου αλλά οι μεταρρυθμιστές κληρικοί τον κατηγόρησαν για Σιμωνία.[155] Όταν ο Ερρίκος τοποθέτησε έναν Μιλανέζο ευγενή τον Γκότιφρεντ στην αρχιεπισκοπή του Μιλάνου ο πάπας Αλέξανδρος Β΄ αφόρισε τον Γκότιφρεντ, ο Ερρίκος Δ΄ επέμεινε στην τοποθέτηση του και αυτό τον έφερε σε σύγκρουση με την Αγία Έδρα.[156][157][158] Η επισκοπή της Κωνσταντίας στάθηκε άλλο ένα πεδίο συγκρούσεων, οι κληρικοί έκαναν αίτημα προστασίας στον πάπα να εμποδίσει τον Ερρίκο να τοποθετήσει τον εκλεκτό του Κάρολο του Βραδεμβούργου στην επισκοπή (1070).[159] Ο Ερρίκος Δ΄ αρνήθηκε ότι δωροδοκήθηκε από τον Κάρολο αλλά αναγνώρισε δημόσια ότι κάποιοι σύμβουλοι του ίσως να πήραν χρήματα.[160] Ο Κάρολος δεν είχε άλλη επιλογή από την παραίτηση για να μην κατηγορηθεί για Σιμωνία.[161] Οι μοναχοί στο αβαείο του Ράιχεναου έκαναν επίσης αίτημα προστασίας στον πάπα από την επιλογή του Ερρίκου.[162] Ο πάπας Αλέξανδρος Β΄ κάλεσε στην Ρώμη όλους τους Γερμανούς επισκόπους που είχαν κατηγορηθεί για Σιμωνία να εξετάσει την περίπτωση τους.[163]

Άνοδος Γρηγορίου Ζ΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερρίκος Δ΄ απελευθέρωσε τον Μάιο του 1072 τον Όθων του Νόρτχαϊμ αλλά ο Μάγκνους της Σαξονίας παρέμεινε φυλακισμένος.[164][165] Ο διορισμός ταπεινών ανδρών σε ψηλά αξιώματα εξόργισε την Γερμανική αριστοκρατία.[166] Ο Ροδόλφος του Ράινφελντεν και ο Μπέρτολτ Β΄ της Καρινθίας έφυγαν από την βασιλική αυλή, αυτό δημιούργησε πολλές φήμες για αριστοκρατική συνωμοσία.[167] Ο Ροδόλφος κάλεσε την Αγνή του Πουατού και της ζήτησε να τον συμφιλιώσει με τον γιο της.[168] Η Αγνή επέστρεψε στην Γερμανία και πέτυχε την συμφιλίωση αλλά αποδείχτηκε προσωρινή, ο Ερρίκος διατήρησε τους συμβούλους του.[169] Ο Ροδόλφος και ο Μπέρτολτ αποσύρθηκαν στα δουκάτα τους και ο Γουέλφος Α΄ της Βαυαρίας εγκατέλειψε την βασιλική αυλή.[170] Η βασιλομήτωρ αναγνώρισε τους κακούς διορισμούς του Ερρίκου και τον Φεβρουάριο του 1073 πίεσε τον πάπα να αφορίσει πέντε από αυτούς.[171][172] Ο βασιλιάς δεν διέκοψε τους δεσμούς με τους αφορισμένους συμβούλους του.[173]

Ο πάπας Αλέξανδρος πέθανε και τον διαδέχθηκε ο Χίλντεμπραντ ως Πάπας Γρηγόριος Ζ΄ (22 Απριλίου 1073).[174][175] Δεν ζήτησε την επικύρωση από τον Ερρίκο αν και η εκλογή του δεν έγινε σύμφωνα με το διάταγμα που είχε εκδώσει για τις παπικές εκλογές.[176][177] Δεν αμφισβήτησε τον ίδιο τον Ερρίκο αλλά δήλωσε ότι ένας μονάρχης που έχει αφορισμένους συμβούλους δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνει στις εκκλησιαστικές υποθέσεις.[178][179] Ο επίσκοπος Γρηγόριος του Βερτσέλλι συγκάλεσε μία συνέλευση Γερμανών επισκόπων και ζήτησε από τον βασιλιά να κηρύξει την εκλογή του Γρηγορίου άκυρη, οι Γερμανοί δούκες και η χήρα του Γοδεφρείδου του Γενειοφόρου Ματθίλδη της Τοσκάνης τον έπεισαν να συμφιλιωθεί τελικά μαζί του.[180] Ο νέος πάπας άκουσε τα παράπονα πολλών Γερμανών επισκόπων και κήρυξε μερικούς βασιλικούς διορισμούς άκυρους.[181]

Επανάσταση στην Σαξονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερρίκος Δ΄ αποφάσισε να τιμωρήσει τον Δούκα της Πολωνίας Μπολέσλαφ τον Γενναιόδωρο για την επίθεση του στην Βοημία στις αρχές του 1073.[182] Διέταξε τους αριστοκράτες της Σαξονίας να συγκεντρωθούν στο Γκόσλαρ (29 Ιουνίου 1073).[183] Οι Σάξονες αρνήθηκαν από τον Ερρίκο την συμμετοχή τους στην εκστρατεία και του ζήτησαν να διαμένει στην περιοχή τους λιγότερο συχνά.[184][185] Ο Ερρίκος έφυγε από το Γκόσλαρ για το Χάρτσμπουργκ χωρίς να δεχτεί τα αιτήματα τους.[186] Ο Όθων του Νόρτχαϊμ συγκάλεσε μια Συνέλευση από Σάξονες ευγενείς και ζήτησε επανάσταση για να αποκτήσουν την ελευθερία τους.[187][188] Οι Σάξονες βάδισαν για το Χάρτσμπουργκ αλλά ο βασιλιάς δραπέτευσε ξανά. Οι Θουρίγγιοι και οι Σάξονες προχώρησαν σε συμμαχία και κυρίευσαν το Λύνεμπουργκ.[189] Ο Ερρίκος προκειμένου να σώσει τον διοικητή του Λύνεμπουργκ ελευθέρωσε τον Μάγκνους της Σαξονίας, οι Σάξονες τον αναγνώρισαν αμέσως σαν νόμιμο δούκα χωρίς βασιλική έγκριση.[190] Οι Γερμανοί δούκες και επίσκοποι δεν ήρθαν να βοηθήσουν τον Ερρίκο και οι επαναστάτες επιτέθηκαν στα βασιλικά κάστρα στην Σαξονία και την Θουριγγία.[191]

Ο Ερρίκος σε απελπιστική κατάσταση έστειλε επιστολή στον πάπα αναγνώρισε την Σιμωνία και ζήτησε συγχώρεση.[192] Έριξε τις ευθύνες για τις αμαρτίες στην νεανική του αλαζονεία και στους κακούς συμβούλους που τον είχαν παρασύρει.[193] Ο Ζίγκφριντ του Μάιντζ, ο Άννο της Κολωνίας, ο Ρούντολφ του Ράινφενλντεν, ο Μπέρτολτ Β΄ της Καρινθίας και άλλοι Γερμανοί αριστοκράτες συναντήθηκαν τον Οκτώβριο του 1073 με τους Γερμανούς επαναστάτες οπλαρχηγούς.[194] Προσπάθησαν να πείσουν τον Ερρίκο να δεχτεί τα αιτήματα των Σαξόνων αλλά εκείνος αρνήθηκε και έδειξε αποφασισμένος να συντρίψει την επανάσταση με κάθε μέσο.[195] Σε έναν μήνα ένας υπηρέτης του Ερρίκου πληροφόρησε τον Ρούντολφ και τον Μπέρτολτ ότι ο βασιλιάς είχε στόχο να τους θανατώσει, ήταν έτοιμος να υποβληθεί σε δοκιμαστική δίκη για να αποδείξει ότι λέει αλήθεια αλλά τον Ιανουάριο του 1074 πέθανε αιφνίδια.[196] Ο Ερρίκος Δ΄ ανέκαμψε πλήρως από την ασθένεια του και μετακινήθηκε στην Βορμς.[197] Ο τοπικός επίσκοπος Αδαλβέρτος αρνήθηκε την είσοδο του στην πόλη αλλά ο λαός της πόλης επαναστάτησε εναντίον του επισκόπου και άνοιξε τις πύλες στον βασιλιά.[198][199] Ο Ερρίκος απήλλαξε τους κατοίκους της Βορμς από όλους τους δασμούς για να τους ευχαριστήσει επειδή "στάθηκαν στο πλευρό του την εποχή που ολόκληρο το βασίλειο ήταν εναντίον του".[200]

Οπισθοχώρηση του Ερρίκου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αρχιεπίσκοποι της Βρέμης, του Τρίερ και οκτώ ακόμα επίσκοποι ήρθαν στις αρχές του 1074 στην Βορμς για να συναντηθούν με τον Ερρίκο.[201] Οι οπαδοί τους και οι κάτοικοι του Βορμς ενώθηκαν μαζί του στην εκστρατεία του εναντίον των Σαξόνων και των Θουριγγίων.[202] Οι Θουρίγγιοι άρχισαν να πολιορκούν το κάστρο στο οποίο βρισκόταν η έγκυος σύζυγος του βασιλιά, την άφησαν να δραπετεύσει για το αβαείο του Χέρσφιλντ.[203] Ο Ερρίκος έσπευσε στο Χέρσιλντ αλλά κατάλαβε σύντομα ότι ο στρατός του ήταν σημαντικά μικρότερος από τους επαναστάτες και αποφάσισε να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις μαζί τους.[204] Τα στρατεύματα του Ερρίκου ήταν απρόθυμα να πολεμήσουν και πίεσαν τον βασιλιά να κλείσει ειρήνη (2 Φεβρουαρίου 1074).[205] Ο Ερρίκος Δ΄ συμφώνησε να καταστρέψει τα κάστρα του και να διορίσει μόνο Σάξονες κυβερνήτες στην Σαξονία, σε αντάλλαγμα θα έπρεπε και οι ίδιοι οι Σάξονες να καταστρέψουν τα δικά τους νεόκτιστα κάστρα.[206][207] Όταν άκουσαν την απόφαση οι Σάξονες χωρικοί κατέστρεψαν το Χάρτσμπουργκ και βεβήλωσαν τους τάφους του μικρότερου γιου του βασιλιά και του νεογέννητου γιου του.[208][209] Η καταστροφή των βασιλικών τάφων θεωρήθηκε ιεροσυλία και έφερε μεγάλη δημόσια οργή, ο Ερρίκος δήλωσε ότι ήταν παραβίαση της συνθήκης.[210][211] Ο πάπας ανέθεσε στους καρδινάλιους επισκόπους Γεράλδο της Όστια και Χούμπερτ της Παλεστρίνα να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις με τον Ερρίκο, η Αγνή τους συνόδευσε στην αυλή του γιου της.[212] Ο Ερρίκος ανακοίνωσε δημόσια ποινή για την Σιμωνία και οι απεσταλμένοι τον απήλλαξαν (27 Απριλίου 1074).[213] Συγκλήθηκε μια Σύνοδος Γερμανών επισκόπων με στόχο να εξετάσει την περίπτωση του επισκόπου Χέρμανν Α΄ του Μπάμπεργκ που είχε κατηγορηθεί για Σιμωνία αλλά οκτώ ιερείς δεν τήρησαν την κλήση τους.[214] Ο Ερρίκος Δ΄ δεν συμμετείχε στις Συνόδους επειδή οι περισσότεροι ιερείς που είχαν κατηγορηθεί για Σιμωνία ήταν φανατικοί οπαδοί του.[215]

Ανταρσία του Γκέζα στην Ουγγαρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γαμπρός του Ερρίκου Σολομών της Ουγγαρίας έστειλε απεσταλμένους στον πεθερό του για να του ζητήσει βοήθεια απέναντι στον πρώτο του ξάδελφο Γκέζα Α΄ της Ουγγαρίας μεγαλύτερο γιο του Μπέλα Α΄.[216] Ο Γκέζα Α΄ νίκησε τον Σολομών και τον ανάγκασε να καταφύγει στα κάστρα του Μοσονμαγιαροβάρ και της Μπρατισλάβα.[217] Ο Σολομών υποσχέθηκε να παραχωρήσει έξι κάστρα στον πεθερό του και να αναγνωρίσει την υποτέλεια του με την προϋπόθεση να τον βοηθήσει να ανακτήσει το βασίλειο του.[218][219] Ο Ερρίκος Δ΄ επιτέθηκε στην Ουγγαρία αλλά δεν μπόρεσε να εξαναγκάσει τον Γκέζα να παραδοθεί.[220] Ο πάπας Γρηγόριος κατηγόρησε τον Σολομών για την απόφαση του να αναγνωρίσει την υψηλή επικυριαρχία επειδή η Ουγγαρία ήταν παπικό δώρο.[221]

Ο πάπας Γρηγόριος ζήτησε από τον Ερρίκο να καλέσει τους Γερμανούς ιερείς που είχαν αρνηθεί να παραστούν στην Σύνοδο που είχε ο ίδιος συγκαλέσει στην Ρώμη.[222] Πληροφόρησε επίσης τον Ερρίκο για τα σχέδια του να προχωρήσει σε στρατιωτική εκστρατεία στην Ιερουσαλήμ για να υπερασπιστεί τους τοπικούς χριστιανούς.[223] Ο πάπας αναγνώρισε τον ρόλο του σαν προστάτη της Αγίας Έδρας αλλά τα σχέδια για ένοπλο προσκύνημα παραβίαζε την "Διδασκαλία των Δυο Ξιφών" στην οποία την πνευματική προστασία είχαν οι πάπες και όχι οι αυτοκράτορες.[224][225] Ο πάπας υποπτεύτηκε πέντε Γερμανούς επισκόπους σε Σύνοδο που συγκάλεσε τον Φεβρουάριο του 1075 για ανυπακοή, τους απείλησε με αφορισμό και τους κατηγόρησε για την σύγκρουση τους με τον αρχιεπίσκοπο του Μιλάνου.[226] Οι Γερμανοί ήθελαν να αποφύγουν την σύγκρουση, οι αρχιεπίσκοποι του Μαίντς και της Βρέμης ταξίδευσαν για την Ρώμη για διαπραγματεύσεις με τον πάπα.[227] Αναγνώρισαν την απόφαση του πάπα για την καθαίρεση του επισκόπου Χέρμαν του Μπάμπεργκ, ο πάπας ανέθεσε στον Ζίγκφριντ να συγκαλέσει μεταρρυθμιστική Σύνοδο στην Γερμανία.[228]

Τελική νίκη επί των Σαξόνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερρίκος Δ΄ αποφάσισε να επιτεθεί στην Σαξονία, υποσχέθηκε αμνηστία και δώρα σε όλους όσους τον ακολουθούσαν.[229][230] Οι περισσότεροι Γερμανοί αριστοκράτες έσπευσαν τον Ιούνιο του 1074 να ενωθούν με τον βασιλικό στρατό, οι Σάξονες ιερείς και κληρικοί αποχώρησαν.[231] Υπό τις διαταγές του Ρούντολφ του Ράινφενλντεν ο βασιλικός στρατός έκανε αιφνίδια επίθεση στους Σάξονες που βρίσκονταν στο κάστρο του Χόμπουργκ (9 Ιουνίου 1074).[232] Οι περισσότεροι Σάξονες ευγενείς δραπέτευσαν από το πεδίο της μάχης αλλά πολλοί απλοί Σάξονες στρατιώτες σφαγιάστηκαν.[233] Όσοι διασώθηκαν κατηγόρησαν τους ευγενείς ότι τους εγκατέλειψαν, η αγροτιά της Σαξονίας στράφηκε εναντίον των αρχόντων της.[234] Ο πάπας Γρηγόριος Ζ΄ συνεχάρη τον βασιλιά για την νίκη του στο Χόμπουργκ, του δήλωσε ότι ήταν "Θεία τιμωρία" απέναντι στους Σάξονες.[235] Ο Ερρίκος σε απάντηση ζήτησε από τον πάπα να κρατήσει την συνομιλία τους μυστική επειδή υπήρχε περίπτωση οι Γερμανοί ευγενείς να προσπαθήσουν να επαναλάβουν την σύγκρουση.[236][237]

Ο Ερρίκος Δ΄ επιτέθηκε ξανά στην Σαξονία το φθινόπωρο του 1075, ο Γοδεφρείδος Δ΄ της Κάτω Λωρραίνης ήταν ο μοναδικός Γερμανός δούκας που ενώθηκε μαζί του στην εκστρατεία αλλά οι Σάξονες στάθηκαν ανίκανοι να αντισταθούν.[238] Ο Όθων του Νόρτχαϊμ παραδόθηκε με την θέληση του στον βασιλιά (26 Οκτωβρίου 1075), ο Ερρίκος τον συγχώρεσε και του έδωσε πίσω την περιουσία του εκτός από την Βαυαρία.[239][240][241] Δεν έδειξε την ίδια επιείκεια στους υπόλοιπους ευγενείς, τους φυλάκισε και έκανε κατάσχεση στην περιουσία τους.[242][243] Ο Ερρίκος Δ΄ συγκάλεσε τους Γερμανούς ευγενείς στο Γκόσλαρ για να ορκιστούν πίστη στον δίχρονο γιο του Κορράδο ως διάδοχο, μονάχα ο Βρατίσλαος Β΄ της Βοημίας υπάκουσε στην εντολή.[244]

Σύγκρουση με την εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προστριβές με τον πάπα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερρίκος Δ΄ γνώριζε ότι η εξάρτηση του από τον πάπα Γρηγόριο Ζ΄ μείωνε την μεγάλη αξία που του έδιναν οι νίκες του στους Σαξονικούς πολέμους.[245][246] Έστειλε στην Ιταλία τον Εβεράρδο τον Γενειοφόρο σαν αντιπρόσωπο, ο Εβεράρδος έθεσε παράνομους τους οπαδούς του κινήματος της Παταρίας και ζήτησε όρκο πίστης από τον υποτελή του πάπα Ροβέρτο Γυισκάρδο Κόμη της Απουλίας.[247][248] Ο Ερρίκος τοποθέτησε τον Καγκελάριο του αρχιεπίσκοπο του Μιλάνου σε πλήρη αντίθεση με τον πάπα, ο πάπας τον απείλησε με αφορισμό αν δεν αλλάξει την πολιτική του.[249][250] Ο Ερρίκος Δ΄ αναγνώρισε ξεκάθαρα ότι οι ενέργειες του πάπα ήταν ενάντια στην ιερή φύση της βασιλείας του.[251] Συγκάλεσε Σύνοδο στην Βορμς (24 Ιανουαρίου 1076) στην οποία συμμετείχαν δυο αρχιεπίσκοποι, 24 Γερμανοί επίσκοποι, ένας Βουργούνδιος, ένας Ιταλός επίσκοπος και ο Γοδεφρείδος Δ΄ της Κάτω Λωρραίνης.[252][253] Με τις εντολές του Ερρίκου οι αποφάσεις του πάπα κηρύχτηκαν άκυρες και απαίτησαν την παραίτηση του.[254][255] Μια Συνέλευση με Λομβαρδούς επισκόπους και αριστοκράτες στην Πιατσέντσα (5 Φεβρουαρίου 1076) έβγαλε την ίδια απόφαση.[256][257] Ο σημαντικότερος σύμμαχος του Ερρίκου Γοδεφρείδος δολοφονήθηκε (22 Φεβρουαρίου 1076), ο Γερμανός βασιλιάς αγνόησε την διαθήκη του που κληροδοτούσε την Κάτω Λωρραίνη στον ανεψιό του Γοδεφρείδο του Μπουιγιόν και την έδωσε στον γιο του Κορράδο.[258][259]

Αφορισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πάπας Γρηγόριος Ζ΄ όταν πληροφορήθηκε τις αποφάσεις των δύο Συνόδων συγκάλεσε δύο Συνόδους την Μεγάλη Τεσσαρακοστή στην Ρώμη.[260] Αφόρισε δημόσια τον Ερρίκο Δ΄ και απήλλαξε όλους τους υπηκόους του από τον όρκο πίστης στον βασιλιά σε δημόσια προσευχή που έκανε στον Απόστολο Πέτρο.[261][262] Ο αφορισμός ενός μονάρχη ήταν πρωτοφανές γεγονός στα χριστιανικά χρονικά αλλά ο Γρηγόριος πίστευε ότι η αλαζονεία του Ερρίκου είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο που δεν γινόταν διαφορετικά.[263] Ο Ερρίκος με την σειρά του όταν έμαθε τις αποφάσεις του πάπα συγκάλεσε νέα Σύνοδο στην Ουτρέχτη αλλά μόνο ένας τοπικός επίσκοπος ο Γουλιέλμος Α΄ δέχτηκε να αφορίσει τον πάπα.[264] Ο Ερρίκος πίστευε ότι η άρνηση του πάπα να συμμετέχουν οι μονάρχες στην διοίκηση των χριστιανικών κοινοτήτων ήταν υπεύθυνη για την σύγκρουση.[265] Ο καγκελάριος έγραψε μιά επιστολή στην οποία τόνιζε ότι μόνο ο θεός μπορούσε να δικάσει έναν μονάρχη.[266] Η επιστολή πήγε στον πάπα με το όνομα "ψευδομοναχός Χίλντεμπραντ" με μια δραματική προειδοποίηση "Κατέβαινε! Κατέβαινε!".[267] Δύο τυχαία δραματικά γεγονότα στην συνέχεια έφεραν μεγάλο τρόμο στους οπαδούς του Ερρίκου, η φωτιά στον Καθεδρικό ναό της Ουτρέχτης (27 Μαρτίου 1076) και ο αιφνίδιος θάνατος του επισκόπου Γουλιέλμου (27 Απριλίου 1076).[268]

Οι αντίπαλοι του Ερρίκου είδαν τα γεγονότα αυτά σαν "θεία τιμωρία" για τις πράξεις του.[269][270] Ο επίσκοπος Χέρμαν του Μαίντς πήρε πίσω τους Σάξονες επαναστάτες που είχε στείλει στην συνοδεία του. Ο επίσκοπος Μπούρχαρτ Β΄ του Χάλμπερσταντ ένας από τους αρχηγούς της επανάστασης των Σαξόνων δραπέτευσε από την φυλακή και επέστρεψε στην Σαξονία.[271] Άλλα δύο μέλη από τον Οίκο του Βέττιν ο Θεοδώριχος και ο Γουλιέλμος επέστρεψαν από την εξορία και επαναστάτησαν εναντίον του Ερρίκου. Ο Ερρίκος Δ΄ επιτέθηκε τον Αύγουστο του 1076 στην Σαξονία αλλά μονάχα ο Βρατίσλαος Β΄ της Βοημίας τον συνόδευσε.[272] Η άφιξη του βασιλικού στρατού προκάλεσε ολική εξέγερση και ο Ερρίκος αναγκάστηκε να δραπετεύσει στην Βοημία.[273]

Απαλλαγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερρίκος πιέστηκε σκληρά να διώξει όλους τους αφορισμένους συμβούλους του, να αναγνωρίσει την νομιμότητα του πάπα Γρηγορίου Ζ΄ και την πλήρη εξουσία του σε όλες τις συγκρούσεις ανάμεσα στους Γερμανούς δούκες και επισκόπους.[274] Οι ίδιοι αριστοκράτες τον απείλησαν να τον ανατρέψουν από βασιλιά αν δεν βρει λύση με τον πάπα μέχρι την επέτειο αφορισμού του, κάλεσαν τέλος τον ίδιο τον Γρηγόριο Ζ΄ στην Γερμανία σε μία Σύνοδο στο Άουγκσμπουργκ (2 Φεβρουαρίου 1077).[275] Ο Ερρίκος Δ΄ μετακινήθηκε στο Σπάγιερ, στην συνέχεια αποφάσισε να πάει στην Ρώμη να παραστεί στην Σύνοδο για να μην αφήσει τον πάπα να γίνει όργανο των εχθρών του.[276][277] Ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς αλλά ο ίδιος με την σύζυγο και την συνοδεία του διέσχισαν τον Δεκέμβριο στο Τορίνο.[278] Έφτασαν στο κάστρο της Κανόσα (25 Ιανουαρίου 1067) στο οποίο είχε καταφύγει ο πάπας από φόβο μήπως τον αιχμαλωτίσει ο Ερρίκος, έμεινε εκεί τρεις μέρες ξυπόλητος και δεμένος με σκοινιά.[279] Η Ματθίλδη της Κανόσα, η Αδελαΐδα της Σούζα και ο Ούγος του Κλυνύ παρακάλεσαν τον πάπα να απαλλάξει τον βασιλιά που είχε μετανιώσει και καταρρεύσει.[280][281] Ο πάπας τον απήλλαξε, πριν το κάνει του ζήτησε να είναι ο ίδιος δικαστής στις διαφορές που είχε με τους υπηκόους του.[282]

Εμφύλιοι πόλεμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκλογή αντί-βασιλιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερρίκος μετά την απαλλαγή του παρέμεινε στην Ιταλία, εξέδωσε διατάγματα με τα οποία παραχωρούσε δώρα στους Ιταλούς οπαδούς του.[283] Η απαλλαγή εξόργισε τους αντιπάλους του στην Γερμανία, συγκάλεσαν Συνέλευση και αποφάσισαν ότι ο πάπας τον αθώωσε παράνομα χωρίς να τηρήσει τους θρησκευτικούς όρκους.[284] Οι τρεις αρχιεπίσκοποι, οι τέσσερις επίσκοποι, οι τρεις δούκες και αντιπρόσωποι των Σαξόνων αποφάσισαν να τοποθετήσουν νέο αντί-βασιλιά, εξελέγη ο Ροδόλφος του Ράινφελντεν (14 Μαρτίου 1078).[285][286] Οι παπικοί απεσταλμένοι στην Γερμανία αναγνώρισαν τον νέο βασιλιά αλλά ο πάπας παρέμεινε ουδέτερος στην εμφύλια διαμάχη.[287] Αποφάσισε να λύσει ο ίδιος την διαφορά και πληροφόρησε τον Ερρίκο και τον Ροδόλφο ότι θα ακούσει τα αιτήματα τους σε συνέλευση στην Γερμανία.[288] Όταν άκουσε ο Ερρίκος ότι εξελέγη νέος αντί-βασιλιάς αντικατέστησε στο δουκάτο της Καρινθίας τον Μπέρτολτ Β΄ με τον Λιούτολντ του Έπσταϊν και παραχώρησε στον πατριάρχη της Ακυληία το Φρίουλι.[289] Προχώρησε σε κατάσχεση της Σουηβίας από τον Ροδόλφο και της Βαυαρίας από τον Γουέλφο, οι δύο περιοχές πέρασαν απ΄ευθείας στον ίδιο.[290] Τον Απρίλιο του 1078 λίγο πριν αναχωρήσει για την Ιταλία όρισε τον τρίχρονο γιο του Κορράδο υπολοχαγό, ανέθεσε σε δύο αφορισμένους Ιταλούς ιερείς του Μιλάνου και της Πιατσέντζα την κηδεμονία του Κορράδου.[291]

Ο Ροδόλφος του Ράινφελντεν δεν μπόρεσε να εμποδίσει την επιστροφή του Ερρίκου στην Γερμανία και μετακινήθηκε στην Σαξονία.[292] Ο Ερρίκος επισκέφτηκε την Ουλμ, την Νυρεμβέργη, την Μάιντς, το Στρασβούργο, την Ουτρέχτη και την Άουγκσμπουργκ για να αποδείξει ότι αποκαταστάθηκε πλήρως η βασιλική εξουσία του.[293] Έδωσε πολλά δώρα στους οπαδούς του και έκανε κατάσχεση της περιουσίας των αντιπάλων του, δεν μπορούσε να τα κάνει όμως χωρίς να χρησιμοποιήσει βία.[294] Οι στρατοί του Ερρίκου και του Ροδόλφου συναντήθηκαν τον Αύγουστο κοντά στο Βύρτσμπουργκ, ο Ερρίκος απέφυγε να δώσει μάχη επειδή ο στρατός του ήταν αριθμητικά μικρότερος.[295] Οι αριστοκράτες που ήθελαν ειρήνη και από τα δύο στρατόπεδα συμφώνησαν να συναντηθούν στον Ρήνο χωρίς τους βασιλιάδες τους, ο Ερρίκος εμπόδισε τους οπαδούς του να πάνε με την βία.[296]

Προσπάθειες για ειρήνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο παπικός λεγάτος καρδινάλιος Μπερνάρντ αφόρισε τον Ερρίκο (12 Νοεμβρίου 1077).[297][298] Ο Ερρίκος έστειλε στην Ρώμη τους επισκόπους του Όσναμπρουκ και του Βερντέν για διαπραγματεύσεις με τον πάπα που είχε εξασθενήσει σημαντικά η θέση του.[299] Ο πάπας διόρισε νέο λεγάτο που γιόρτασε το Πάσχα μαζί με τον Ερρίκο στην Κολωνία (8 Απριλίου 1078), αυτό δείχνει ότι ο πάπας διαφωνούσε με τον αφορισμό.[300] Ο Ερρίκος επιτέθηκε στην Λοθαριγγία και πίεσε τον επίσκοπο Χέρμανν του Μαίντς να πάει εξορία, αλλά ο Μπέρτολτ Β΄ της Καρινθίας και ο Γουέλφ της Βαυαρίας νίκησαν τους οπαδούς του από την Σουηβία και την Φραγκονία.[301][302] Ο Ροδόλφος του Ράινφελντεν πήγε στην Φραγκονία και συναντήθηκε με τον Ερρίκο και τον στρατό του που περιείχε 12.000 Φράγκονες χωρικούς (7 Αυγούστου 1078).[303] Η μάχη ήταν αποφασιστικής σημασίας αλλά τελικά τόσο ο Ερρίκος όσο και ο Ροδόλφος δραπέτευσαν.[304]

Ο πάπας Γρηγόριος Ζ΄ απαγόρευσε τον Νοέμβριο του 1078 σε όλους τους κληρικούς να λάβουν βασιλικά αξιώματα σε επισκοπές και αβαεία, τις κήρυξε παράνομες και απείλησε τους κληρικούς που θα τις λάβουν με αφορισμό.[305][306] Οι βασιλικές χορηγίες ήταν στοιχείο της βασιλικής εξουσίας, έδειχναν την δύναμη του βασιλιά και την εξάρτηση των ιερέων από τους μονάρχες.[307] Στην Σύνοδο της Μεγάλης Σαρακοστής οι αντίπαλοι επίσκοποι του Ερρίκου Άλτμαν του Πάσσαου και Χέρμανν του Μάιντς έπεισαν τον πάπα να στείλει νέους λεγάτους στην Γερμανία, τους απαγόρευσε ωστόσο να πάρουν μέτρα κατά των κληρικών που είχαν διοριστεί από τον Ερρίκο.[308] Ο Ερρίκος Δ΄ έκανε κατάσχεση των εδαφών του Ροδόλφου του Ράινφελντεν στην Σουηβία και τα παραχώρησε στον επίσκοπο Μπέρχαρντ της Λωζάνης.[309] Τον ίδιο μήνα διόρισε έναν πλούσιο αριστοκράτη τον Φρειδερίκο γενάρχη του Οίκου των Χοενστάουφεν πρώτο Δούκα της Σουηβίας.[310][311] Ο Φρειδερίκος Α΄ πήρε τα τμήματα της Σουηβίας βόρεια του Δούναβη, τα νότια είχε καταλάβει ο Μπέρτχολντ, γιος του Ροδόλφου του Ράινφελντεν.[312]

Δεύτερος αφορισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερρίκος Δ΄ είχε μια πρώτη συνάντηση με τους παπικούς λεγάτους στο Ρέγκενσμπουργκ (12 Μαίου 1079).[313] Οι λεγάτοι τον έπεισαν να στείλει απεσταλμένους στο Φρίτσλαρ να ξεκινήσουν ειρηνικές διαπραγματεύσεις με τον Ροδόλφο του Ράινφελντεν.[314] Οι δύο πλευρές συμφώνησαν για νέα συνάντηση στο Βύρτσμπουργκ αλλά ο Ροδόλφος απέτυχε να διορίσει τους απεσταλμένους του επειδή πίστευε ότι ο Ερρίκος είχε δωροδοκήσει τους λεγάτους.[315] Ο Ερρίκος ξεκίνησε τον Αύγουστο εκστρατεία στην Σαξονία αλλά ο Ροδόλφος έπεισε τους αριστοκράτες στον στρατό του Ερρίκου να ζητήσουν ειρήνη.[316] Ο Ερρίκος έστειλε απεσταλμένους στην Σαξονία και έπεισε πολλούς Σάξονες ηγέτες να αποκηρύξουν τον αντί-βασιλιά.[317] Τον Ιανουάριο του 1080 συγκέντρωσε στρατεύματα από τα Γερμανικά δουκάτα, την Βουργουνδία και την Βοημία και επιτέθηκε στην Σαξονία.[318] Δεν μπόρεσε να αιφνιδιάσει τον Ροδόλφο που πέτυχε μεγάλη νίκη στις 27 Ιανουαρίου, δεν μπόρεσε όμως να την εκμεταλλευτεί επειδή όσοι είχαν αποστατήσει από τον στρατό του δεν επέστρεψαν.[319]

Ο Ερρίκος έστειλε απεσταλμένους στην Σύνοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής στην Ρώμη και ζήτησε τον αφορισμό του Ροδόλφου από τον πάπα, απείλησε μάλιστα ότι θα τοποθετήσει ο ίδιος έναν αντίπαπα στην θέση του.[320][321] Η Σύνοδος απαγόρευσε τους μονάρχες να επεμβαίνουν στην εκκλησία και αποφάσισε τον αφορισμό όσων ακολουθούσαν την πρακτική.[322][323] Ο πάπας Γρηγόριος Ζ΄ αφόρισε για δεύτερη φορά τον Ερρίκο και αναγνώρισε τον Ροδόλφο σαν νόμιμο βασιλιά.[324][325] Ακολούθησε η έκδοση ενός κειμένου από τον Ερρίκο με τίτλο "Η Άμυνα του βασιλιά Ερρίκου" στο οποίο υπερασπιζόταν τα κληρονομικά του δικαιώματα, το κείμενο βασίστηκε στο Ρωμαϊκό Δίκαιο και τον Ιουστινιάνειο Κώδικα που εφαρμόστηκαν πολλούς αιώνες στην Ιταλία. Οι απεσταλμένοι του Ερρίκου αρχιεπίσκοποι της Βρέμης και του Μπάμπεργκ πριν επιστρέψουν στην Γερμανία επαναστάτησαν απέναντι στην Ματθίλδη της Κανόσα, σύμμαχο του πάπα και εξασφάλισαν την υποστήριξη της Λομβαρδικής αριστοκρατίας.[326] Ο δεύτερος αφορισμός του Ερρίκου όχι μόνο του στοίχισε πολύ λιγότερο από τον πρώτο αλλά θα του αποδειχτεί εξαιρετικά επικερδής.[327] Συγκάλεσε Συμβούλιο στο Μάιντς (31 Μαΐου 1080), οι 19 Γερμανοί ιερείς και αριστοκράτες που συμμετείχαν εκθρόνισαν τον πάπα Γρηγόριο Ζ΄ με την φράση ότι "παραβιάζει τους θείους και τους ανθρώπινους νόμους".[328] Ακολούθησε δεύτερη Σύνοδος στην Μπρεσανόνε με 19 Ιταλούς ιερείς, 7 Γερμανούς και 1 Βουργούνδιο που επιβεβαίωσε την εκθρόνιση του Γρηγορίου και τον κατηγόρησε για Σιμωνία, αιρετικό και άλλα αμαρτήματα (25 Ιουνίου 1080).[329][330] Η Σύνοδος εξέλεξε αντίπαπα τον αρχιεπίσκοπο Γιβέρτο της Ραβένας ως Αντίπαπας Κλήμης Γ΄ με αναφορές στον πάπα Κλήμη Β΄, τον πρώτο μεταρρυθμιστή πάπα που είχε εκλεγεί από τον πατέρα του Ερρίκου.[331][332]

Πολιορκία της Ρώμης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερρίκος επέστρεψε στην Γερμανία και συγκέντρωσε τον στρατό του για επίθεση στην Σαξονία, ο στρατός του συναντήθηκε με αυτόν του Ροδόλφου (14 Οκτωβρίου 1080).[333][334] Ο στρατός του Ερρίκου συνετρίβη αλλά ο Ροδόλφος τραυματίστηκε θανάσιμα στο χέρι και πέθανε από τα τραύματα του.[335][336] Ο Ερρίκος το εκμεταλλεύτηκε με τον καλύτερο τρόπο διαδίδοντας φήμες για την "θεία τιμωρία του Ροδόλφου" με τον ίδιο τρόπο που είχε πέσει θύμα ο ίδιος.[337][338] Ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τους Σάξονες, τους πρότεινε να τοποθετήσει βασιλιά τους τον γιο του Κορράδο αλλά ο Όθων του Νόρτχαϊμ τους έπεισε να αρνηθούν.[339] Τον Μάρτιο του 1081 ο Ερρίκος πήγε με μικρό στρατό στην Ιταλία, οι Λομβαρδοί οπαδοί του είχαν νικήσει την Ματθίλδη της Τοσκάνης την προηγούμενη χρονιά και του άνοιξαν τον δρόμο να πάει εύκολα στην Ρώμη.[340] Οι Ρωμαίοι δήλωσαν ωστόσο πιστοί στον Γρηγόριο Ζ΄, ο Ερρίκος αναγκάστηκε στα τέλη Ιουνίου 1081 να αποσυρθεί στην βόρειο Ιταλία.[341] Ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό για συμμαχία απέναντι στον Ροβέρτο Γυισκάρδο.[342] Παραχώρησε προνόμια στην Λούκκα και την Πίζα, τις απελευθέρωσε από την κηδεμονία της Ματθίλδης.[343] Την εποχή που ο Ερρίκος βρισκόταν στην Ιταλία οι Σάξονες επιτέθηκαν στην Φρανκονία, οι αντίπαλοι του ανακήρυξαν αντί-βασιλιά τον Αύγουστο τον ευγενή του Γουέλφ Χέρμαν του Ζαλμ αλλά οι Σάξονες του έδωσαν όρκο υποτέλειας μόνο 4 μήνες αργότερα.[344][345][346] Το φθινόπωρο του 1081 ο Ερρίκος εγκατέλειψε την Ιταλία για την Γερμανία, επέστρεψε τον Φεβρουάριο του 1082, ξεκίνησε την πολιορκία της Ρώμης αλλά δεν μπόρεσε να λυγίσει την αντίσταση τους.[347][348] Κατηγόρησε τον αντίπαπα Γιβέρτο της Ραβένας για την αποτυχία της πολιορκίας και ξεκίνησε την λεηλασία των εδαφών της Ματθίλδης.[349] Οι φήμες ότι ετοίμαζε επίθεση ο Χέρμαν του Ζαλμ ανάγκασαν τον Ερρίκο να παραμείνει στην βόρεια Ιταλία αλλά ο ίδιος ο Χέρμαν δεν τόλμησε Ιταλική εκστρατεία, ο Ερρίκος επέστρεψε στην Ρώμη στα τέλη του 1082.[350]

Αυτοκρατορική στέψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αυτοκράτορας Αλέξιος του έστειλε 144.000 χρυσά τεμάχια και του υποσχέθηκε να του στείλει άλλα 216.000 για να αντιμετωπίσει τον Ροβέρτο Γυισκάρδο.[351] Ο θησαυρός του επέτρεψε να προχωρήσει σε γάμους με την Ρωμαϊκή αριστοκρατία, τα στρατεύματα του κατέλαβαν την πόλη των Λεονίνων στην Ρώμη (3 Ιουνίου 1083) αλλά ο Γρηγόριος Ζ΄ συνέχισε να αντιστέκεται στο Καστέλ Σαντ'Άντζελο.[352][353] Ο Ερρίκος έφυγε από την Ρώμη στα τέλη Ιουλίου αλλά είχε κάνει μυστική συμφωνία με τους Ρωμαίους αριστοκράτες να ανατρέψουν τον Γρηγόριο ή να στέψουν τον ίδιο αυτοκράτορα.[354] Τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1084 ο Ερρίκος προχώρησε σε στρατιωτική εκστρατεία εναντίον του Ροβέρτου Γυισκάρδου.[355] Στην διάρκεια της απουσίας του ο αντίπαπας έπεισε περισσότερους από 10 καρδιναλίους να ανατρέψουν τον Γρηγόριο Ζ΄, τους υποστήριξαν και άλλοι κληρικοί και αξιωματούχοι.[356][357] Η αντίσταση εναντίον του Ερρίκου κατέρρευσε και ο ίδιος εισήλθε στην Ρώμη (21 Μαρτίου 1084).[358][359] Μία νέα Σύνοδος καταδίκασε τον Γρηγόριο Ζ΄ για προδοσία και τον εκθρόνισε αλλά ο ίδιος δεν παραιτήθηκε.[360] Ο Γιβέρτος της Ραβένας ορκίστηκε νέος πάπας ως Κλήμης Γ΄ και έστεψε τον Ερρίκο αυτοκράτορα στην Βασιλική του Αγίου Πέτρου ως Ερρίκος Δ΄ (1 Απριλίου 1084).[361][362] Ο Ερρίκος Δ΄ παρέμεινε στο Ανάκτορο του Λατερανού για 6 βδομάδες αλλά έφυγε από την Ρώμη πριν έρθει ο στρατός του Ροβέρτου Γυισκάρδου για να βοηθήσει τον Γρηγόριο (24 Μαΐου 1084).[363] Τα στρατεύματα του Ροβέρτου Γυισκάρδου κατέστρεψαν την Ρώμη εξοργίζοντας τους Ρωμαίους και ο Γρηγόριος Ζ΄ δραπέτευσε για το Σαλέρνο.[364][365] Ο Ερρίκος Δ΄ διέταξε τους Λομβαρδούς οπαδούς του να κατακτήσουν τα εδάφη της Ματθίλδης της Κανόσα πριν φύγει για την Γερμανία αλλά ο στρατός της τους συνέτριψε στην "μάχη της Σορμπάρα" (2 Ιουλίου 1084).[366]

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νυμφεύτηκε πρώτα τη Μπέρτα της Σαβοΐας (απεβ. 27 Δεκεμβρίου 1087), κόρη τού Όθωνα Α΄ κόμη της Σαβοΐας, και είχε τέκνα:

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Hill 2020, σ. 93
  2. Robinson 2003, σ. 19
  3. Robinson 2003, σ. 19
  4. Schutz 2010, σ. 139
  5. Schutz 2010, σ. 139
  6. Schutz 2010, σ. 139
  7. Robinson 2003, σσ. 20–21
  8. Robinson 2003, σ. 19
  9. Robinson 2003, σ. 21
  10. Robinson 2003, σ. 21
  11. Schutz 2010, σ. 139
  12. Robinson 2003, σ. 22
  13. Robinson 2003, σ. 22
  14. Robinson 2003, σ. 22
  15. Robinson 2003, σσ. 28, 98
  16. Robinson 2003, σ. 25
  17. Robinson 2003, σ. 25
  18. Robinson 2003, σ. 25
  19. Fuhrmann 2001, σ. 52
  20. Robinson 2003, σ. 26
  21. Fuhrmann 2001, σ. 52
  22. Robinson 2003, σ. 26
  23. Robinson 2003, σ. 26
  24. Whitney 1968, σ. 31
  25. Schutz 2010, σ. 141
  26. Robinson 2003, σ. 28
  27. Fuhrmann 2001, σ. 52
  28. Robinson 2003, σ. 48
  29. Fuhrmann 2001, σ. 57
  30. Robinson 2003, σ. 31
  31. Robinson 2003, σ. 27
  32. Schutz 2010, σ. 143
  33. Fuhrmann 2001, σ. 52
  34. Robinson 2003, σ. 29
  35. Fuhrmann 2001, σσ. 52–53
  36. Robinson 2003, σ. 37
  37. Robinson 2003, σ. 63
  38. Fuhrmann 2001, σ. 57
  39. Vollrath 1995, σ. 52
  40. Robinson 2003, σσ. 33–34
  41. Robinson 2003, σ. 33
  42. Robinson 2003, σ. 33
  43. Fuhrmann 2001, σσ. 52–53
  44. Robinson 2003, σ. 33
  45. Robinson 2003, σ. 37
  46. Zupka 2016, σ. 73
  47. Robinson 2003, σ. 21
  48. Zupka 2016, σ. 73
  49. Robinson 2003, σ. 37
  50. Zupka 2016, σ. 73
  51. Robinson 2003, σ. 37
  52. Tabacco 1995, σ. 84
  53. Schutz 2010, σ. 144
  54. Fuhrmann 2001, σσ. 44, 53
  55. Fuhrmann 2001, σ. 53
  56. Vollrath 1995, σ. 53
  57. Robinson 2003, σ. 39
  58. Blumenthal 2010, σ. 94
  59. Blumenthal 2010, σ. 95
  60. Fuhrmann 2001, σ. 54
  61. Blumenthal 2010, σ. 89
  62. Robinson 2003, σ. 115
  63. Vollrath 1995, σ. 51
  64. Robinson 2003, σ. 35
  65. Zupka 2016, σ. 73
  66. Robinson 2003, σ. 35
  67. Robinson 2003, σ. 35
  68. Robinson 2003, σσ. 35–36
  69. Robinson 2003, σ. 40
  70. Blumenthal 2010, σ. 96
  71. Robinson 2003, σ. 38
  72. Vollrath 1995, σ. 53
  73. Tabacco 1995, σ. 84
  74. Blumenthal 2010, σ. 96
  75. Robinson 2003, σσ. 40–41, 42
  76. Fuhrmann 2001, σ. 56
  77. Tabacco 1995, σ. 84
  78. Robinson 2003, σ. 42
  79. Robinson 2003, σ. 42
  80. Fuhrmann 2001, σ. 56
  81. Schutz 2010, σ. 145
  82. Schutz 2010, σ. 145
  83. Robinson 2003, σ. 43
  84. Vollrath 1995, σ. 54
  85. Robinson 2003, σσ. 43–44
  86. Robinson 2003, σ. 43
  87. Hill 2020, σ. 99
  88. Robinson 2003, σ. 43
  89. Robinson 2003, σ. 43
  90. Vollrath 1995, σ. 54
  91. Hill 2020, σ. 99
  92. Robinson 2003, σ. 44
  93. Robinson 2003, σσ. 45–46
  94. Robinson 2003, σσ. 46–47
  95. Robinson 2003, σ. 47
  96. Robinson 2003, σσ. 20–21
  97. Robinson 2003, σσ. 48–49
  98. Blumenthal 2010, σ. 94
  99. Blumenthal 2010, σ. 94
  100. Robinson 2003, σσ. 61–62
  101. Robinson 2003, σ. 53
  102. Robinson 2003, σ. 53
  103. Zupka 2016, σ. 75
  104. Zupka 2016, σ. 75
  105. Robinson 2003, σ. 53
  106. Zupka 2016, σσ. 75–76
  107. Robinson 2003, σ. 53
  108. Robinson 2003, σ. 49
  109. Robinson 2003, σσ. 49, 54
  110. Robinson 2003, σ. 49
  111. Robinson 2003, σσ. 51–52
  112. Robinson 2003, σ. 52
  113. Robinson 2003, σσ. 50–52
  114. Robinson 2003, σ. 54
  115. Robinson 2003, σσ. 45, 53
  116. Robinson 2003, σ. 53
  117. Fuhrmann 2001, σ. 57
  118. Robinson 2003, σσ. 54–55
  119. Robinson 2003, σ. 55
  120. Tabacco 1995, σ. 85
  121. Robinson 2003, σ. 56
  122. Robinson 2003, σ. 58
  123. Robinson 2003, σσ. 58–59
  124. Fuhrmann 2001, σ. 57
  125. Robinson 2003, σ. 59
  126. Robinson 2003, σ. 61
  127. Robinson 2003, σ. 61
  128. Schutz 2010, σ. 147
  129. Robinson 2003, σ. 108
  130. Tabacco 1995, σ. 84
  131. Robinson 2003, σ. 108
  132. Schutz 2010, σ. 148
  133. Robinson 2003, σ. 65
  134. Fuhrmann 2001, σ. 62
  135. Fuhrmann 2001, σ. 62
  136. Schutz 2010, σ. 150
  137. Fuhrmann 2001, σ. 62
  138. Robinson 2003, σσ. 82–83
  139. Leyser 1982, σσ. 93–94
  140. Robinson 2003, σ. 64
  141. Robinson 2003, σ. 64
  142. Robinson 2003, σ. 64
  143. Robinson 2003, σ. 64
  144. Fuhrmann 2001, σ. 62
  145. Robinson 2003, σ. 68
  146. Fuhrmann 2001, σ. 62
  147. Robinson 2003, σ. 68
  148. Robinson 2003, σσ. 65–66, 68
  149. Robinson 2003, σ. 68
  150. Robinson 2003, σ. 68
  151. Blumenthal 2010, σ. 112
  152. Robinson 2003, σσ. 69–71
  153. Robinson 2003, σ. 71
  154. Leyser 1982, σ. 223
  155. Robinson 2003, σ. 120
  156. Fuhrmann 2001, σ. 63
  157. Barber 2004, σ. 87
  158. Robinson 2003, σ. 124
  159. Robinson 2003, σ. 118
  160. Robinson 2003, σ. 118
  161. Robinson 2003, σ. 118
  162. Robinson 2003, σ. 119
  163. Robinson 2003, σ. 120
  164. Fuhrmann 2001, σ. 62
  165. Robinson 2003, σ. 72
  166. Robinson 2003, σ. 92
  167. Robinson 2003, σ. 92
  168. Robinson 2003, σσ. 125–126
  169. Robinson 2003, σσ. 92, 126
  170. Robinson 2003, σ. 127
  171. Blumenthal 2010, σ. 113
  172. Robinson 2003, σ. 125
  173. Robinson 2003, σ. 129
  174. Blumenthal 2010, σ. 113
  175. Robinson 2003, σ. 125
  176. Barber 2004, σ. 87
  177. Blumenthal 2010, σ. 113
  178. Blumenthal 2010, σ. 113
  179. Robinson 2003, σ. 129
  180. Robinson 2003, σσ. 129–130
  181. Schutz 2010, σσ. 148–149
  182. Robinson 2003, σ. 72
  183. Robinson 2003, σσ. 72–73
  184. Robinson 2003, σ. 73
  185. Leyser 1982, σ. 94
  186. Robinson 2003, σ. 73
  187. Schutz 2010, σ. 150
  188. Robinson 2003, σ. 73
  189. Robinson 2003, σσ. 73–74
  190. Robinson 2003, σ. 90
  191. Robinson 2003, σ. 91
  192. Barber 2004, σσ. 87–88
  193. Schutz 2010, σ. 160
  194. Robinson 2003, σ. 91
  195. Robinson 2003, σ. 91
  196. Robinson 2003, σ. 93
  197. Robinson 2003, σ. 93
  198. Robinson 2003, σ. 93
  199. Schutz 2010, σσ. 152–153
  200. Barber 2004, σ. 182
  201. Robinson 2003, σ. 93
  202. Robinson 2003, σ. 95
  203. Robinson 2003, σ. 95
  204. Robinson 2003, σ. 95
  205. Robinson 2003, σ. 95
  206. Schutz 2010, σ. 151
  207. Robinson 2003, σσ. 95–96
  208. Schutz 2010, σ. 151
  209. Robinson 2003, σ. 98
  210. Blumenthal 2010, σ. 112
  211. Robinson 2003, σσ. 98–99
  212. Robinson 2003, σ. 33
  213. Robinson 2003, σσ. 132–133
  214. Robinson 2003, σσ. 132–133
  215. Schutz 2010, σ. 160
  216. Robinson 2003, σ. 99
  217. Zupka 2016, σ. 82
  218. Zupka 2016, σ. 82
  219. Barber 2004, σ. 335
  220. Zupka 2016, σσ. 82–83
  221. Barber 2004, σ. 334
  222. Robinson 2003, σ. 133
  223. Robinson 2003, σσ. 133–134
  224. Robinson 2003, σ. 134
  225. Fuhrmann 2001, σ. 54
  226. Robinson 2003, σ. 135
  227. Robinson 2003, σ. 135
  228. Robinson 2003, σ. 135
  229. Blumenthal 2010, σ. 112
  230. Robinson 2003, σ. 99
  231. Robinson 2003, σ. 100
  232. Robinson 2003, σσ. 100–101
  233. Robinson 2003, σ. 101
  234. Robinson 2003, σ. 101
  235. Robinson 2003, σ. 138
  236. Barber 2004, σ. 182
  237. Robinson 2003, σ. 138
  238. Robinson 2003, σ. 102
  239. Schutz 2010, σ. 151
  240. Blumenthal 2010, σ. 113
  241. Robinson 2003, σ. 102
  242. Robinson 2003, σσ. 102–103
  243. Robinson 2003, σ. 103
  244. Robinson 2003, σ. 104
  245. Robinson 2003, σ. 138
  246. Barber 2004, σ. 88
  247. Robinson 2003, σ. 139
  248. Schutz 2010, σ. 162
  249. Robinson 2003, σσ. 139–140
  250. Robinson 2003, σσ. 140–141
  251. Schutz 2010, σσ. 162, 168
  252. Fuhrmann 2001, σ. 64
  253. Robinson 2003, σσ. 143–145
  254. Fuhrmann 2001, σ. 64
  255. Robinson 2003, σσ. 145–146
  256. Blumenthal 2010, σ. 121
  257. Robinson 2003, σ. 147
  258. Robinson 2003, σ. 147
  259. Robinson 2003, σσ. 147–148
  260. Fuhrmann 2001, σ. 64
  261. Fuhrmann 2001, σ. 64
  262. Blumenthal 2010, σ. 121
  263. Blumenthal 2010, σ. 122
  264. Robinson 2003, σ. 149
  265. Barber 2004, σ. 90
  266. Robinson 2003, σ. 151
  267. Blumenthal 2010, σ. 121
  268. Robinson 2003, σ. 151
  269. Barber 2004, σ. 88
  270. Robinson 2003, σ. 151
  271. Robinson 2003, σ. 152
  272. Robinson 2003, σ. 153
  273. Robinson 2003, σ. 156
  274. Robinson 2003, σ. 156
  275. Robinson 2003, σ. 157
  276. Robinson 2003, σ. 159
  277. Schutz 2010, σ. 167
  278. Barber 2004, σ. 89
  279. Fuhrmann 2001, σ. 65
  280. Fuhrmann 2001, σ. 65
  281. Schutz 2010, σσ. 167–168
  282. Schutz 2010, σ. 168
  283. Robinson 2003, σ. 165
  284. Schutz 2010, σσ. 169–170
  285. Robinson 2003, σσ. 167–168
  286. Vollrath 1995, σ. 60
  287. Robinson 2003, σσ. 171–172
  288. Robinson 2003, σσ. 171–172
  289. Robinson 2003, σ. 166
  290. Robinson 2003, σ. 173
  291. Robinson 2003, σ. 166
  292. Robinson 2003, σ. 171
  293. Robinson 2003, σσ. 174, 176
  294. Leyser 1982, σ. 174
  295. Robinson 2003, σ. 176
  296. Robinson 2003, σ. 177
  297. Robinson 2003, σ. 172
  298. Schutz 2010, σ. 171
  299. Robinson 2003, σ. 179
  300. Robinson 2003, σ. 179
  301. Robinson 2003, σ. 180
  302. Robinson 2003, σ. 181
  303. Robinson 2003, σ. 181
  304. Robinson 2003, σσ. 181–182
  305. Blumenthal 2010, σ. 139
  306. Robinson 2003, σ. 183
  307. Schutz 2010, σ. 172
  308. Robinson 2003, σσ. 185–186
  309. Robinson 2003, σ. 188
  310. Schutz 2010, σ. 171
  311. Robinson 2003, σ. 189
  312. Robinson 2003, σσ. 189–190
  313. Robinson 2003, σ. 190
  314. Robinson 2003, σ. 190
  315. Robinson 2003, σ. 192
  316. Robinson 2003, σ. 192
  317. Robinson 2003, σ. 192
  318. Robinson 2003, σσ. 192–193
  319. Robinson 2003, σ. 193
  320. Schutz 2010, σ. 172
  321. Robinson 2003, σ. 195
  322. Blumenthal 2010, σ. 139
  323. Robinson 2003, σσ. 194–195
  324. Schutz 2010, σ. 172
  325. Fuhrmann 2001, σ. 67
  326. Robinson 2003, σ. 197
  327. Barber 2004, σ. 89
  328. Robinson 2003, σ. 197
  329. Schutz 2010, σ. 172
  330. Robinson 2003, σ. 198
  331. Schutz 2010, σ. 173
  332. Robinson 2003, σ. 200
  333. Robinson 2003, σ. 202
  334. Barber 2004, σ. 183
  335. Barber 2004, σ. 183
  336. Robinson 2003, σσ. 203–204
  337. Schutz 2010, σ. 173
  338. Robinson 2003, σσ. 204–205
  339. Robinson 2003, σσ. 205–206
  340. Robinson 2003, σ. 212
  341. Robinson 2003, σ. 213
  342. Robinson 2003, σσ. 214–215
  343. Robinson 2003, σ. 215
  344. Schutz 2010, σ. 173
  345. Robinson 2003, σ. 208
  346. Robinson 2003, σσ. 208–209
  347. Robinson 2003, σ. 216
  348. Robinson 2003, σσ. 217–218
  349. Robinson 2003, σσ. 220–221
  350. Robinson 2003, σ. 222
  351. Robinson 2003, σσ. 222–223
  352. Robinson 2003, σσ. 223–224
  353. Schutz 2010, σ. 174
  354. Robinson 2003, σ. 224
  355. Robinson 2003, σ. 227
  356. Fuhrmann 2001, σ. 68
  357. Robinson 2003, σσ. 227–228
  358. Robinson 2003, σ. 227
  359. Fuhrmann 2001, σ. 68
  360. Robinson 2003, σ. 229
  361. Schutz 2010, σ. 174
  362. Robinson 2003, σ. 230
  363. Robinson 2003, σ. 233
  364. Schutz 2010, σ. 174
  365. Barber 2004, σ. 210
  366. Robinson 2003, σ. 233

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  •  Chisholm, Hugh, επιμ.. (1911) «Henry IV. (Roman emperor)» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα (11η έκδοση) Cambridge University Press 
  • Andersson, Theodore M.; Gade, Kari Ellen (2012). Morkinskinna: The Earliest Icelandic Chronicle of the Norwegian Kings (1030–1157). Cornell University Press.
  • Barber, Malcolm (2004) [1992]. The Two Cities: Medieval Europe 1050-1320. University of Pennsylvania Press.
  • Blumenthal, Uta-Renate (2010) [1982]. The Investiture Controversy: Church and Monarchy from the Ninth to the Twelfth Century. University of Pennsylvania Press.
  • Chazan, Robert (2006). The Jews of Medieval Western Christendom: 1000-1500. Cambridge medieval textbooks. University of Pennsylvania Press.
  • Fuhrmann, Horst (2001) [1986]. Germany in the high middle ages, c. 1050-1200. Cambridge medieval textbooks. Cambridge University Press.
  • Hill, Boyd H. (2020) [1972]. Medieval Monarchy in Action: The German Empire from Henry I to Henry IV. Routledge Library Editions: The Medieval World. 21. Routledge.
  • Leyser, K.J. (1982). Medieval Germany and its Neighbours: 1000-1500. History. 12. The Hambledon Press.
  • McLaughlin, Megan (2010). Sex, Gender, and Episcopal Authority in an Age of Reform, 1000-1122. Cambridge University Press.
  • Robinson, I. S. (2003) [1999]. Henry IV of Germany, 1056-1106. Cambridge University Press.
  • Schutz, Herbert (2010). The Medieval Empire in Central Europe: Dynastyc Continuity in the Post-Carolingian Frankish Realm,, 900-1300. Cambridge Scholars Publishing.
  • Tabacco, Giovanni (1995). "Northern and central Italy". In Luscombe, David Edward; Riley-Smith, Jonathan (eds.). The New Cambridge Medieval History. Volume IV: c. 1024-c. 1198, Part II. Cambridge University Press.
  • Vollrath, Hanna (1995). "The western empire under the Salians". In Luscombe, David Edward; Riley-Smith, Jonathan (eds.). The New Cambridge Medieval History. Volume IV: c. 1024-c. 1198, Part II. Cambridge University Press. pp. 38–71.
  • Zubka, Dusan (2016). Ritual and Symbolic Communication in Medieval Hungary under the Arpad Dynasty (1000-1301). East Central and Eastern Europe in the Middle Ages, 450-1450. 39. BRILL.
  • Brooke, Z.N. (1968). "Germany under Henry IV and Henry V". In Tanner, J.R.; Previte-Orton, C.W.; Brooke, Z.N. (eds.). The Cambridge Medieval History. Volume V. Cambridge University Press.
  • Brooke, Z.N. (1968). "Gregory VII and the first Contest between Empire and Papacy". In Tanner, J.R.; Previte-Orton, C.W.; Brooke, Z.N. (eds.). The Cambridge Medieval History. Volume V. Cambridge University Press.
  • Creber, Alison (2019-04-22). "Breaking Up Is Hard To Do: Dissolving Royal and Noble Marriages in Eleventh-Century Germany". German History. 37 (2): 149–171.
  • Tul Israngura Na Ayudhya. “‘Not against the kingdom, but for the kingdom and my freedom’ Revisiting the Saxon War (1073-1075): Opposition to the King or a Revolt for the Kingdom?.” Veridian E-Journal Silpakorn University 11, 5 (July–December 2018): 123–150.
  • T. J. H. McCarthy: Chronicles of the Investiture Contest: Frutolf of Michelsberg and his continuators (Manchester, 2014).
  • Gerd Althoff (Ed.): Heinrich IV. (Ostfildern, 2009) (Vortrage und Forschungen; 69).
  • Gerd Althoff: Heinrich IV. (Darmstadt, 2006)
  • Charter given by Henry to the bishopric of Bamberg, 17.8.1057. Photography taken from the collections of the Lichtbildarchiv alterer Originalurkunden at Marburg University showing the emperor's seal.
  • Whitney, J.P. (1968). "The Reform of the Church". In Tanner, J.R.; Previte-Orton, C.W.; Brooke, Z.N. (eds.). The Cambridge Medieval History. Volume V. Cambridge University Press.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Henry IV, Holy Roman Emperor της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Βασιλικοί τίτλοι
Προκάτοχος
Ερρίκος Γ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
Βασιλιάς της Ιταλίας
1080 - 1093
Διάδοχος
Κορράδος Β΄