Κοκκινοβουτηχτάρι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κοκκινοβουτηχτάρι
Grèbejougrisparade.jpg
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1) Πρότυπο:Cite iucn</ref>
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Υποσυνομοταξία: Σπονδυλωτά (Vertebrata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Πυγοποδόµορφα (Podicipediformes)
Οικογένεια: Πυγοποδίδες (Podicipedidae)
Γένος: Πυγόποδος (Podiceps)
Είδος: Podiceps grisegena
Boddaert, 1783
PodicepsGrisegenaIUCNver2019-2.png
Γεωγρ. κατανομή του P. grisegena
(πράσινο = αναπαραγωγή
μπλε = ξεχειμώνιασμα)

Το κοκκινοβουτηχτάρι ή κοκκινοβουτηχτάρα (Podiceps grisegena) είναι είδος αποδημητικού υδρόβιου πουλιού των εύκρατων ζωνών του Βόρειου Ημισφαιρίου. Τον χειμώνα το ενδιαίτημά του περιορίζεται κυρίως σε ήρεμα νερά που σχηματίζουν σε ειδικές περιπτώσεις οι θαλάσσιες ακτές και λιγότερο σε μεγάλες λίμνες. Αναπαράγονται όμως κυρίως σε αβαθή σώματα γλυκού νερού, όπως είναι οι ρηχές λίμνες και τα έλη.

Τον χειμώνα το κοκκινοβουτηχτάρι είναι ένα σκούρο γκρίζο πτηνό. Μόνο το καλοκαίρι, που είναι η εποχή του ζευγαρώματος, αποκτά το χαρακτηριστικό κόκκινο πτέρωμα στον λαιμό (από όπου και η κοινή ονομασία του), με τα γκριζόλευκα μάγουλα και το μαύρο άνω μέρος της κεφαλής. Ξεχωρίζει επίσης από την περίτεχνη τελετουργία του ζευγαρώματος και την ποικιλία των δυνατών κραυγών του. Κατασκευάζει τη φωλιά του από υδρόβια φυτά και συνήθως πάνω σε επιπλέουσα βλάστηση σε ρηχές λίμνες ή τυρφώνες.

Καθώς συμβαίνει με όλα τα πουλιά στην τάξη του, το κοκκινοβουτηχτάρι είναι επιδέξιος κολυμβητής, όπως και ιδιαιτέρως ταχύς καταδύτης: αποκρίνεται στον κίνδυνο καταδυόμενο αντί να πετάξει. Με τον ίδιο τρόπο πιάνει ψάρια για την τροφή του, ενώ τσιμπολογάει και έντομα από την επιφάνεια φυτών. Επίσης καταπίνει τα δικά του πούπουλα, πιθανώς για προστασία του πεπτικού του συστήματος. Η κατάσταση διατήρησης των δύο υποειδών του, του P. g. grisegena της Ευρώπης και δυτικής Ασίας, και του λίγο μεγαλύτερου P. g. holboelii της Βόρειας Αμερικής και ανατολικής Σιβηρίας εκτιμάται ως «ελάχιστης ανησυχίας», με τον παγκόσμιο πληθυσμό σταθερό ή και αυξανόμενο.

Ιστορικά και ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κοκκινοβουτηχτάρι περιγράφηκε από τον Μπυφόν το 1781 στο έργο του Φυσική Ιστορία των πτηνών.[1] Απεικονίζεται επίσης σε εγχρωματισμένο με το χέρι χαρακτικό του Φρανσουά-Νικολά Μαρτινέ στο Planches Enluminées D'Histoire Naturelle, συνοδό έργο για το κείμενο του Μπυφόν.[2] Αλλά αυτές οι περιγραφές δεν έδιναν μια επιστημονική ονομασία. Μόνο δύο χρόνια αργότερα, το 1783, ο Ολλανδός φυσιοδίφης Πήτερ Μπόντερτ του εκχώρησε τη διωνυμική ονομασία Colymbus grisegena στον κατάλογό του των Planches Enluminées.[3] Σήμερα το είδος εντάσσεται στο γένος Podiceps, που δημιούργησε ο Τζων Λέιταμ[4][5] Το όνομα του είδους, grisegena, ετυμολογείται από τις λατινικές λέξεις griseus = γκρίζος και gena = μάγουλο, και αναφέρεται στο χρώμα του προσώπου του ενήλικου ατόμου κατά την εποχή του ζευγαρώματος.[6]

Το Podiceps είναι το ευρύτερα κατανεμημένο γένος από τα αρκετά γένη της τάξεώς του και έχει εννέα είδη, από τα οποία το ένα εξαφανίσθηκε προσφάτως. Ο πλησιέστερος συγγενής του κοκκινοβουτηχταριού είναι το σκουφοβουτηχτάρι, πτηνό της Ευρώπης και της δυτικής Ασίας.[7] Είναι πιθανό ότι το the κοκκινοβουτηχτάρι εξελίχθηκε αρχικώς στη Βόρεια Αμερική και εξαπλώθηκε αργότερα στην Ευρώπη, όπου μια μεταβολή στη διατροφή του προς μεγαλύτερη κατανάλωση εντόμων βοήθησε να μειωθεί ο ανταγωνισμός του με τον μεγαλύτερο εξάδελφό του.[8] Απολιθώματα του είδους χρονολογούμενα στο μέσο Πλειστόκαινο έχουν ανακαλυφθεί στην Ιταλία.[9]

Το κοκκινοβουτηχτάρι έχει δύο υποείδη το P. grisegena grisegena στην Ευρώπη και τη δυτική Ασία, και το P. grisegena holboelii («κοκκινοβουτηχτάρι του Χόλμπελ, από το επώνυμο του Δανού ερευνητή των πτηνών της Γροιλανδίας Καρλ Πέτερ Χόλμπελ) στη Βόρεια Αμερική και την ανατολική Σιβηρία. Τα P.g. holboelii της ανατολικής Ασίας έχουν ελαφρώς μικρότερα ράμφη από τα P.g. holboelii της Αμερικής, αλλά η διαφορά είναι πολύ μικρή για να αξίζει διαχωρισμό ως τρίτο υποείδος.[10]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κοκκινοβουτηχτάρι είναι μεσαίος προς μεγάλος πυγόποδος, λίγο μικρότερος από το σκουφοβουτηχτάρι.[11][12], αλλά με χονδρότερο λαιμό και δυνατό ράμφος. Το ενήλικο πτηνό του ευρωπαϊκού είδους έχει μήκος 40 έως 50 εκατοστόμετρα (cm) και άνοιγμα πτερύγων 77 έως 85 cm[13], ενώ ζυγίζει 0,7 έως 0,9 κιλό.[13] Το θερινό πτέρωμα έχει μαύρο στέμμα (κορυφή κεφαλιού) και μέτωπο, που εκτείνεται μέχρι κάτω από το μάτι, πολύ ανοικτά γκρίζα μάγουλα και πηγούνι, κόκκινο κεραμιδί λαιμό, σκούρα γκρίζα πλάτη και πλευρά, και λευκό κάτω μέρος. Τα μάτια είναι σκούρα καστανά και το μυτερό ράμφος είναι μαύρο με κίτρινη βάση.[14]

Κοκκινοβουτηχτάρι του Χόλμπελ με τα μικρά του

Το χειμερινό πτέρωμα του είδους έχει σκούρο γκρίζο στέμμα που σμίγει χωρίς ξεκάθαρο όριο με το ανοικτότερο γκρίζο πρόσωπο, ενώ το εμπρός μέρος του λαιμού είναι υπόλευκο, ο σβέρκος γκρίζος και το κίτρινο χρώμα στο ράμφος είναι λιγότερο εμφανές από όσο το καλοκαίρι.[14] Το είδος αναγνωρίζεται εύκολα το καλοκαίρι, αλλά δύσκολα τον χειμώνα, συγχεόμενο με παρόμοια είδη. Είναι μεγαλύτερο από το χειμωνοβουτηχτάρι, με μεγαλύτερο ράμφος και γκρίζο αντί λευκό χειμερινό πρόσωπο.[15]

Τα δύο φύλα είναι παρόμοια στην εμφάνιση, αλλά το αρσενικό είναι βαρύτερο.[13] Οι νεοσσοί έχουν ραβδωτά μάγουλα και στήθος τους πρώτους μήνες της ζωής τους, ενώ τα νεαρά άτομα αργότερα έχουν διάχυτο σκούρο στέμμα, χλωμό ερυθρωπό λαιμό και πιο εκτεταμένο κίτρινο στο ράμφος.[14]

Το ενήλικο πτηνό του υποείδους P. g. holboelii είναι μεγαλύτερο, με μήκος 43 έως 56 cm και άνοιγμα πτερύγων 61 έως 88 cm, ενώ ζυγίζει 0,75 έως 1,6 κιλό.[16] Το πτέρωμα είναι το ίδιο με το άλλο υποείδος, αλλά το ράμφος των ενηλίκων είναι περισσότερο κίτρινο.[15]

Το κοκκινοβουτηχτάρι πετά με τον μακρύ λαιμό του προτεταμένο και τα μεγάλα πόδια του να ακολουθούν πίσω από το σώμα.[17] Οι σχετικώς μικρές πτέρυγες είναι γκρίζες με λευκά δευτερεύοντα πτίλα και φτερουγίζουν πολύ γρήγορα κατά την πτήση.[14] Εξαιτίας της μικρής επιφάνειας των πτερύγων, το είδος δεν μπορεί να απογειωθεί από το έδαφος[18], αλλά μόνο από την επιφάνεια του νερού, και πάλι χρειάζεται μεγάλη απόσταση τρεξίματος πάνω στο νερό μέχρι να φθάσει την ταχύτητα που απαιτείται για την απογείωση.[19] Παρόμοια με όλα τα πυγόποδα πτηνά, είναι θαυμάσιος κολυμβητής και χρησιμοποιεί τα πόδια του για την υποβρύχια προώθηση, ενώ αλλάζει κατεύθυνση περιστρέφοντάς τα, καθώς η ουρά του είναι υπερβολικά κοντή για να χρησιμεύσει για αυτό.[20]

Ενδιαίτημα και γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοκκινοβουτηχτάρι του υποείδους P. grisegena grisegena με το θερινό του πτέρωμα

Η αναπαραγωγή και το μεγάλωμα των μικρών γίνεται σε ρηχές λίμνες με γλυκό νερό, έλη, ή άλλα σώματα ήρεμου νερού. Το κοκκινοβουτηχτάρι προτιμά νερά σε δασώδεις περιοχές ή (βορειότερα) σε θαμνώδη τούνδρα, με άφθονα υδρόβια φυτά, όπως είναι τα βούρλα.[21]

Ως αποδημητικό πτηνό, το κοκκινοβουτηχτάρι ξεχειμωνιάζει κυρίως κοντά στη θάλασσα, συνήθως σε εκβολές ποταμών και όρμους, αλλά και σε νησίδες όταν υπάρχουν ψάρια σε βάθη που μπορεί να τα φθάσει καταδυόμενο.[10] Το προτιμώμενο βάθος νερού όπου κολυμπά είναι μικρότερο των 15 μέτρων.[21] Τον χειμώνα συνήθως κυνηγά την τροφή του και τρώει μοναχικά, σπανίως σε κoπάδια, αλλά κατά τα αποδημητικά ταξίδια σε ειδικές περιοχές μπορεί να υπάρξουν συγκεντρώσεις άνω των δύο χιλιάδων πτηνών.[21] Το αποδημητικό ταξίδι γίνεται κυρίως τη νύχτα, αλλά και την ημέρα (ιδίως όταν γίνεται πάνω από υδάτινες επιφάνειες).

Η γεωγραφική κατανομή αναπαραγωγής του είδους έχει κοινές περιοχές με εκείνη του χειμωνοβουτηχταριού, το οποίο τείνει να εκτοπίζει το πρώτο από μέρη που βολεύουν και τα δύο. Μακριά από τη θάλασσα προτιμά τα εύκρατα κλίματα, με λίγότερο επιτυχή επιβίωση στο υποαρκτικό, αλλά και στο θερμό εύκρατο κλίμα. Ζει σε μικρό υψόμετρο, συνήθως κάτω των 100 μέτρων, αλλά έχει ανακαλυφθεί και μια περίπτωση φωλιάς σε υψόμετρο 1.800 μέτρων στην Τουρκία.[13]

Το ευρωπαϊκό υποείδος αναπαράγεται από τη νότια Σουηδία και τη Δανία μέχρι τη δυτική Σιβηρία, ενώ ξεχειμωνιάζει από τη Βόρεια Θάλασσα μέχρι τη Μεσόγειο Θάλασσα, τη Μαύρη Θάλασσα και την Κασπία, καθώς και σε λίμνες.[22] Το P.g. holboelii αναπαράγεται στην Αλάσκα, τον δυτικό και κεντρικό Καναδά και τις βόρειες ΗΠΑ, αλλά και στην ανατολική Σιβηρία, φθάνοντας στο Χοκκάιντο και δυτικά στη Μογγολία. Αυτά τα ασιατικά πτηνά του αμερικανικού υποείδους ξεχειμωνιάζουν στη θάλασσα από την Ιαπωνία μέχρι τη Θάλασσα της Ανατολικής Κίνας, ενώ τα καθαυτό αμερικανικά πτηνά ξεχειμωνιάζουν στον Ειρηνικό από τη νότια Αλάσκα μέχρι τη Βρετανική Κολομβία (με μικρότερους αριθμούς μέχρι την Καλιφόρνια), ενώ στον Ατλαντικό Ωκεανό από τη Νέα Γη και Λαμπραντόρ έως τη Φλόριντα. Μερικά κοκκινοβουτηχτάρια παραμένουν τον χειμώνα στις Μεγάλες Λίμνες αν αυτές έχουν αρκετή έκταση ελεύθερη από πάγους.[22] Το είδος απαντάται σπανίως εκτός κατανομής τον χειμώνα στο Αφγανιστάν, το Πακιστάν[23] και μέρη της βορειοδυτικής Ινδίας.[24][25][26]

Στην Ελλάδα το κοκκινοβουτηχτάρι (υποείδος P. grisegena grisegena) απαντάται ως χειμερινός επισκέπτης, σε πολύ μικρούς πλέον αριθμούς, σε θαλάσσιες ακτές, αλλά και στις μεγαλύτερες λίμνες της βόρειας και δυτικής Ελλάδας.

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγή και άμυνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυγό του είδους από τη συλλογή του Μουσείου του Βίζμπαντεν, στη Γερμανία

Τα κοκκινοβουτηχτάρια συνήθως φωλιάζουν ως απομονωμένα ζευγάρια με περισσότερα από 50 μέτρα απόσταση μεταξύ γειτονικών φωλεών, αν και σε κατάλληλες τοποθεσίες μπορεί να συνυπάρξουν έως και 20 ζεύγη, οπότε υπερασπίζονται μια γραμμική περιοχή το καθένα.[21] Αυτό συμβαίνει συνήθως σε πολύ ευνοϊκές τοποθεσίες, π.χ. σε μεγάλες επιπλέουσες μάζες βλαστήσεως χωρίς επαφή με τις όχθες, δηλαδή ασφαλείς από τους περισσότερους θηρευτές και αρκετά μεγάλες ώστε να παρέχουν προστασία από τα κύματα, και πάλι όμως οι φωλιές απέχουν το λιγότερο 10 μέτρα.[27] Σε τέτοιες «αποικίες» τα ζευγάρια αποκτούν περισσότερα αυγά το καθένα, τα οποία επωάζονται νωρίτερα στο έτος.[28] Τα κοκκινοβουτηχτάρια υπερασπίζονται το έδαφός τους με διάφορες συμπεριφορές απειλής, π.χ. απλώνουν τις φτερούγες τους ή τρίζουν τα ράμφη τους.[15][29]

Οι περιοχές φωλιάσματος πρέπει να έχουν αρκετή υδρόβια βλάστηση.

Τα μονογαμικά ζευγάρια σχηματίζονται τον Απρίλιο ή τον Μάιο, είτε κατά την επιστροφή από την αποδημία είτε στο θερινό ενδιαίτημα, και κατόπιν αρχίζει ένα θορυβώδες τελετουργικό.[13] Η περίτεχνη αυτή συμπεριφορά ζευγαρώματος περιλαμβάνει κινήσεις του κεφαλιού, υποκλίσεις, παράλληλα τρεξίματα σε όρθια στάση, μέχρι και ανταλλαγή δώρων από πράσινα χόρτα, ενώ αποκορυφώνεται με έναν «χορό πιγκουίνου» όπου τα μέλη του ζευγαριού υψώνουν όλο το σώμα τους όρθιο, στήθος με στήθος.[13][14][15]

Παρόμοια με όλα τα πυγοποδόµορφα πτηνά, τα κοκκινοβουτηχτάρια φωλιάζουν πάντοτε κοντά σε νερό, όπου μπορούν να καταφύγουν σε περίπτωση απειλής, καθώς η θέση των ποδιών τους πολύ πίσω στο σώμα τους καθιστά απαγορευτική την ταχεία κίνηση και την απογείωση από το έδαφος. Η φωλιά είναι συνήθως μια επιπλέουσα πλατφόρμα φυτικής ύλης, αγκυρωμένη σε υποβρύχια ή ξεπροβάλλουσα από το νερό βλάστηση[13], σε βάθος νερού 0,5 έως 0,75 μέτρου και με τον κυρίως όγκο της φωλιάς κάτω από τη γραμμή της επιφάνειας.[8] Τα αυγά γεννιούνται από τα μέσα Απριλίου έως τον Μάιο στην Ευρώπη[11] και από τα μέσα Μαΐου έως και τον Ιούνιο στη Β. Αμερική.[8]

Νεοσσοί στη ράχη του γονιού τους

Το κοκκινοβουτηχτάρι γεννά συνήθως 4 ή 5 αυγά, μία φορά κάθε χρόνο (ακραίες περιπτώσεις: 1 έως 9), με χρώμα υπόλευκο ή γαλανόλευκο, μέσο πλάτος 3,4 cm, μήκος 5,1 cm και μάζα περίπου 30,5 γραμμάρια, από τα οποία το 10% είναι το κέλυφος.[30] Οι γονείς κλωσσούν τα αυγά εναλλάξ για 21 έως 33 ημέρες[13]. Οι νεοσσοί είναι ικανοί και κινητικοί αμέσως μετά την επώαση, οπότε σκαρφαλώνουν στην πλάτη των γονέων τους και περνούν εκεί τον περισσότερο χρόνο τους κατά τις πρώτες 10 έως 17 ημέρες της ζωής τους.[15][31] Οι γονείς τούς ταΐζουν μέχρι και 54 ημέρες μετά την εκκόλαψή τους[8] και οι νεοσσοί μπορούν να πετάξουν σε ηλικία 50 έως 70 ημερών.[31]

Μετά την ανατροφή των νεοσσών οι γονείς ρίχνουν το πτέρωμα των πτερύγων τους και είναι προσωρινά ανίκανοι να πετάξουν. Μόλις το πτέρωμα αυτό ξαναβγεί, αρχίζουν το ταξίδι της αποδημίας.[21]

Τα αυγά και οι νεοσσοί μπορεί να φαγωθούν από ποικιλία θηρευτών, όπως το ρακούν στη Βόρεια Αμερική και το κοράκι στην Ευρώπη.[8][32] Οι νεοσσοί που μόλις άρχισαν να κολυμπούν μπορεί να φαγωθούν από λούτσους.[33] Κατά μέσο όρο, για κάθε εκατό ζευγάρια 165 νεοσσοί παραμένουν ζωντανοί στον 4ο μήνα της ζωής τους. Τα κοκκινοβουτηχτάρια προσπαθούν να διαφύγουν από τα αρπακτικά πτηνά καταδυόμενα και μπορούν να μείνουν σε κατάδυση περισσότερα από 30 δευτερόλεπτα.[8]

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις περιοχές αναπαραγωγής το κοκκινοβουτηχτάρι τρώει κυρίως ασπόνδυλα, όπως υδρόβια έντομα (π.χ. νύμφες από λιβελούλες), καραβίδες και μαλάκια. Μερικά είδη ψαριών[34]) μπορεί να είναι σημαντική τροφή τοπικά ή εποχικά, ιδίως για το αμερικανικό υποείδος, ενώ τα καρκινοειδή μπορεί να αποτελούν μέχρι και το 20% της δίαιτάς του κοκκινοβουτηχταριού.[21]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Buffon, Georges-Louis Leclerc de (1781). «Le grèbe a joues grises ou le jougris». Histoire Naturelle des Oiseaux (στα Γαλλικά). Volume 15. Παρίσι: De L'Imprimerie Royale. σελ. 374. 
  2. Buffon, Georges-Louis Leclerc de; Martinet, François-Nicolas; Daubenton, Edme-Louis; Daubenton, Louis-Jean-Marie (1765–1783). «Le Jougris». Planches Enluminées D'Histoire Naturelle. Volume 10. Παρίσι: De L'Imprimerie Royale. Plate 931. 
  3. Boddaert, Pieter (1783). Table des planches enluminéez d'histoire naturelle de M. D'Aubenton : avec les denominations de M.M. de Buffon, Brisson, Edwards, Linnaeus et Latham, precedé d'une notice des principaux ouvrages zoologiques enluminés (στα Γαλλικά). Utrecht. σελ. 55, Number 931. 
  4. Latham, John (1787). Supplement to the General Synopsis of Birds. Λονδίνο: Printed for Leigh & Sotheby. σελ. 294. 
  5. Gill, Frank; Donsker, David, επιμ. (2019). «Grebes, flamingos, buttonquail, plovers, painted-snipes, jacanas, plains-wanderer, seedsnipes». World Bird List Version 9.2. International Ornithologists' Union. Ανακτήθηκε στις 16 Ιουλίου 2019. 
  6. Ogilvie & Rose (2002) 102
  7. Ogilvie & Rose (2002), σσ. 8–9
  8. 8,0 8,1 8,2 8,3 8,4 8,5 Johnsgard, P.A. (1987), σσ. 130-135
  9. Bedetti, C. (2001). «Update Middle Pleistocene fossil birds data from Quartaccio quarry (Vitinia, Italy) – The World of Elephants». Proceedings 1st International Congress – Rome, October 16-20: 18-22. http://www.sovraintendenzaroma.it/content/download/4737/62191/.../18_22.pdf. 
  10. 10,0 10,1 Ogilvie & Rose (2002), σσ. 57-60
  11. 11,0 11,1 Snow & Perrin (1998), σσ. 17-20
  12. Sibley (2000), σελ. 29
  13. 13,0 13,1 13,2 13,3 13,4 13,5 13,6 13,7 Snow & Perrin (1998), σσ. 20–22
  14. 14,0 14,1 14,2 14,3 14,4 Mullarney et al. 18
  15. 15,0 15,1 15,2 15,3 15,4 «Red-necked Grebe». BirdFacts. Cornell Laboratory of Ornithology. Ανακτήθηκε στις 26 Αυγούστου 2008. 
  16. Ogilvie & Rose (2002), σελ. 92
  17. Fjeldsa (2004), σελ. 140
  18. Fjeldsa (2004) 31
  19. Johnsgard (1987), σσ. 26–36
  20. Fjeldsa (2004), σελ. 10
  21. 21,0 21,1 21,2 21,3 21,4 21,5 «BirdLife International Species factsheet: Podiceps grisegena». BirdLife International. Ανακτήθηκε στις 12 Αυγούστου 2008. 
  22. 22,0 22,1 Harrison (1988), σελ. 217
  23. Savage, CDW (1968). «Rednecked Grebe Podiceps griseigena (Boddaert) again sighted in West Pakistan». J. Bombay Nat. Hist. Soc. 65 (3): 773. https://biodiversitylibrary.org/page/48068340. 
  24. Rasmussen, P.C. & J.C. Anderton (2005). Birds of South Asia. The Ripley Guide. Smithsonian Institution and Lynx Edicions. ISBN 84-87334-67-9. 
  25. Gaston, A.J.; Pandey, S. (1987). «Sighting of Rednecked Grebes (Podiceps grisegena) on the Pong Dam Lake, Himachal Pradesh». J. Bombay Nat. Hist. Soc. 84 (3): 676–677. https://biodiversitylibrary.org/page/49081783. 
  26. Mundkur, Taej; Pravez, Rishad (1989). «Sight record of Rednecked Grebe Podiceps griseigena near Rajkot, Gujarat». J. Bombay Nat. Hist. Soc. 86 (3): 440. https://biodiversitylibrary.org/page/48710840. 
  27. Sachs, Joel l.; Hughes, Colin R.; Nuechterlein, Gary L.; Buitron, Deborah (2007). «Evolution of coloniality in birds: a test of hypotheses with the red-necked grebe (Podiceps grisena)». The Auk 124 (2): 628-642. doi:10.1642/0004-8038(2007)124[628:EOCIBA]2.0.CO;2. 
  28. Nuechterlein, Gary L.; Buitron, Deborah; Sachs, Joel L.; Hughes, Colin R. (Φεβρουάριος 2003). «Red-necked grebes become semicolonial when prime nesting substrate is available». The Condor 105 (1): 80-94. doi:10.1650/0010-5422(2003)105[80:RNGBSW]2.0.CO;2. 
  29. Klatt, Paul H.; Nuechterlein, Gary L.; Buitron, Deborah (1999). «Frequency and distribution of behaviour of red-necked grebes breeding colonially and in classic territories». Behaviour 141 (3): 263-277. doi:10.1163/156853904322981842. 
  30. «Red-necked Grebe Podiceps grisegena (Boddaert, 1783)». Bird facts. British Trust for Ornithology. Ανακτήθηκε στις 14 Αυγούστου 2008. 
  31. 31,0 31,1 Ogilvie & Rose (2002), σελ. 94
  32. «Red-necked Grebe (Podiceps grisegena (PDF). "Marshbird" species conservation status assessment. United States Fish and Wildlife Service. Ανακτήθηκε στις 16 Αυγούστου 2008. 
  33. Chamberlin, Michael L. (1977). «Observations on the red-necked grebe nesting in Michigan». Wilson Bulletin 89 (1): 33–46. http://sora.unm.edu/sites/default/files/journals/wilson/v089n01/p0033-p0046.pdf. 
  34. Piersma, T (1988). «Body size, nutrient reserves and diet of red-necked and Slavonian grebes Podiceps grisegena and P. auritus on Lake IJsselmeer, The Netherlands». Bird Studies 35 (1): 13–24. doi:10.1080/00063658809476975. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2019-08-30. https://web.archive.org/web/20190830221922/https://pure.rug.nl/ws/files/3373065/1988BirdStudyPiersma.pdf. Ανακτήθηκε στις 2020-03-15. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Red-necked grebe της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).