Κοινωνικό φύλο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Κοινωνικό φύλο[1][2] (αγγλ. gender) είναι μία κοινωνική κατασκευή που περιλαμβάνει μια πληθώρα χαρακτηριστικών που παραπέμπουν στην αρρενωπότητα και τη θηλυκότητα και διαχωρίζουν τη μία κατάσταση από την άλλη. Για αυτά τα χαρακτηριστικά λαμβάνεται υπόψη το βιολογικό φύλο (π.χ. αρσενικό, θηλυκό ή μεσοφυλικό), η κοινωνική δόμηση των φύλων (ρόλοι των φύλων) ή την ταυτότητα φύλου.[3][4][5]

Ο σεξολόγος John Money εισήγαγε την ορολογιακή διάκριση μεταξύ βιολογικού (αγγλ. sex) και κοινωνικού φύλου (αγγλ. gender) το 1955. Πριν από το έργο του, ήταν ασυνήθιστο να χρησιμοποιείται η λέξη "gender" για κάτι άλλο πέρα από κατηγοριοποίηση στη γραμματική. Ωστόσο, η νέα έννοια της λέξης δεν εξαπλώθηκε πριν τη δεκαετία του 70, όταν η φεμινιστική θεωρία αγκάλιασε την ιδέα της διάκρισης βιολογικού φύλου και της κοινωνικής κατασκευής των φύλων. Σήμερα η διάκριση ακολουθείται αυστηρά σε κάποια πεδία, ειδικά στις κοινωνικές επιστήμες[6][7] και σε έγγραφα διατυπωμένα από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.[5] Εντούτοις, σε πολλά πεδία, μαζί με αυτά και κάποια πεδία κοινωνικών επιστημών, το κοινωνικό φύλο συμπεριλαμβάνει το βιολογικό ή το αντικαθιστά. Παρόλο που αυτή η αλλαγή στην έννοια του φύλου συναντάται τη δεκαετία του 1980, μία μικρή επιτάχυνση της διαδικασίας στην επιστημονική φιλοσοφία παρατηρήθηκε το 1993 όταν η Διαχείριση Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (Food and Drug Administration (FDA)) ξεκίνησε να χρησιμοποιεί τη λέξη "gender" (κοινωνικό φύλο) αντί για το "sex" (βιολογικό φύλο).[8] Το 2011, το FDA αντέστρεψε τη θέση του και άρχισε να χρησιμοποιεί το "sex" σαν βιολογική ταξινόμηση και το "gender" σαν την "παρουσίαση του καθενός ως άνδρας ή γυναίκα ή το πώς συναντάται στους κοινωνικούς θεσμούς".[9] Στη μελέτη για τα ζώα, το gender είναι κοινώς γνωστό όταν αναφέρεται στη φυσιολογία των ζώων.

Απόδοση φύλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τη θεωρητικό πάνω στις σπουδές φύλου Kate Bornstein, το κοινωνικό φύλο μπορεί να έχει ασάφεια και ρευστότητα.[10] Υπάρχουν δύο αντίθετες ιδέες όσον αφορά τον ορισμό του κοινωνικού φύλου, και η διχοτόμησή τους μπορεί να προσδιοριστεί ως εξής:

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ορίζει το κοινωνικό φύλο ως το αποτέλεσμα κοινωνικά κατασκευασμένων ιδεών σχετικά με τη συμπεριφορά, τις πράξεις και τους ρόλους που παρουσιάζει ένα φύλο. Τα πιστεύω, οι αξίες και η συμπεριφορά που αναλαμβάνονται και παρουσιάζονται από αυτές (τις ιδέες) είναι κατά τις συμφωνημένες νόρμες της κοινωνίας και οι προσωπικές απόψεις του ατόμου δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την απόδοση ενός φύλου και την επιβολή των ρόλων αυτού. Διασταυρώσεις και διχοτομήσεις των υπαγορευμένων ορίων δεν έχουν θέση στην αρένα της κοινωνικής κατασκευής του "κοινωνικού φύλου".

Για την απόδοση ενός φύλου, λαμβάνονται υπόψη τα φυσιολογικά και βιολογικά γνωρίσματα που δόθηκαν από τη φύση και επιβλήθηκαν από την κοινωνικά κατασκευασμένη διαγωγή. Η κοινωνική ταμπέλα της ταξινόμησης σε ένα από τα δύο φύλα είναι απαραίτητη για την ιατρική σφραγίδα στα πιστοποιητικά γέννησης. Κοινωνικό φύλο είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να διευκρινιστούν οι συμπεριφορές που η κοινωνία και ο πολιτισμός συνιστούν ως "αρρενωπότητα" και "θηλυκότητα".

Αν και το φύλο είναι ένα πανομοιότυπο βιολογικό γεγονός σε όλους τους πολιτισμούς, το τι ακριβώς σημαίνει το βιολογικό φύλο σε σχέση με τον κοινωνικό ρόλο ενός φύλου ποικίλλει πολιτισμικά ανάλογα με το τι θεωρείται "αρρενωπό" και τι "θηλυκό".[11]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Βιολογικό φύλο / κοινωνικό φύλο: Η αποδόμηση ενός διπόλου, Εφη Κάννερ
  2. Βιολογικό φύλο, κοινωνικό φύλο και ταυτότητα του Εγώ, Patricia J. Turner
  3. Udry, J. Richard (November 1994). «The Nature of Gender». Demography 31 (4): 561–573. doi:10.2307/2061790. PMID 7890091. http://www.northeastern.edu/womensstudies/graduate/courses/course_material/men_women_social/documents/Udry_Nature_of_Gender.pdf. 
  4. Haig, David (April 2004). «The Inexorable Rise of Gender and the Decline of Sex: Social Change in Academic Titles, 1945–2001». Archives of Sexual Behavior 33 (2): 87–96. doi:10.1023/B:ASEB.0000014323.56281.0d. PMID 15146141. http://www.oeb.harvard.edu/faculty/haig/publications_files/04inexorablerise.pdf. 
  5. 5,0 5,1 «What do we mean by "sex" and "gender"?». World Health Organization. http://apps.who.int/gender/whatisgender/en/. Ανακτήθηκε στις 26 November 2015. 
  6. «GENDER». Social Science Dictionary. http://www.socialsciencedictionary.com/GENDER. Ανακτήθηκε στις 20 March 2015. 
  7. Lindsey, Linda L. (2010). «Ch. 1. The Sociology of gender». Gender Roles: A Sociological Perspective. Pearson. ISBN 0132448300. http://www.pearsonhighered.com/assets/hip/us/hip_us_pearsonhighered/samplechapter/0132448300.pdf. 
  8. Guideline for the Study and Evaluation of Gender Differences in the Clinical Evaluation of Drugs
  9. «Draft Guidance for Industry and Food and Drug Administration Staff Evaluation of Sex Differences in Medical Device Clinical Studies». U.S. Food and Drug Administration. 19 December 2011. http://www.fda.gov/medicaldevices/deviceregulationandguidance/guidancedocuments/ucm283453.htm. Ανακτήθηκε στις 3 August 2014. 
  10. Bornstein, Kate (1995). Gender Outlaw – On Men, Women and the rest of us, Vintage, ISBN 0679757015 pp. 51–52
  11. Birke, Lynda. "Chapter 24, In Pursuit of Difference." The Gender and Science Reader. New York: Routledge, 2001. 309-22. Print.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

http://kritiki.gr/microsites/hughes-social/chapter/ch8#@featured-feat-chapter-abstract

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα gender της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).