Αρρενωπότητα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Στη ελληνική μυθολογία, ο Άρης είναι ο θεός του πολέμου και αντιπροσωπεύει την αρρενωπότητα.

Η αρρενωπότητα είναι ένα σύνολο χαρακτηριστικών, συμπεριφορών και ρόλων που γενικά συνδέονται με τα αγόρια και τους άνδρες. Αν και η αρρενωπότητα είναι κοινωνικά κατασκευασμένη, μερικές έρευνες δείχνουν ότι ορισμένες συμπεριφορές που θεωρούνται αρρενωπές επηρεάζονται βιολογικά. [1] [2] [3] [4] Σε ποιο βαθμό η αρρενωπότητα επηρεάζεται βιολογικά ή κοινωνικά υπόκειται σε συζήτηση. Η αρρενωπότητα διαχωρίζεται από τον ορισμό του βιολογικού αρσενικού φύλου, [5] [6] καθώς τόσο οι άνθρωποι με θηλυκή ανατομία όσο και οι άνθρωποι με αρσενική ανατομία, μπορούν να εμφανίζουν αρρενωπά στοιχεία χαρακτήρα και αρρενωπές συμπεριφορές. [7]

Τα χαρακτηριστικά που θεωρούνται στερεοτυπικά ως αρρενωπά, περιλαμβάνουν τη σωματική δύναμη, το θάρρος, την ανεξαρτησία, την ηγετικότητα και την αυτοπεποίθηση. [8] [9] [10] [11] Ωστόσο τα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με την αρρενωπότητα ποικίλλουν μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών και ιστορικών περιόδων.[12]

Εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Carpenter in a hard hat using a hand drill outdoors
Ένας μηχανικός ηλεκτροπαραγωγικού σταθμού εργάζεται σε αντλία ατμού. (φωτογραφία από τον Lewis Hine)

Κοινωνική κατασκευή της αρρενωπότητας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε πολλές κουλτούρες, η εμφάνιση χαρακτηριστικών που δεν είναι οι τυπικές για ένα φύλο, μπορεί να αποτελεί κοινωνικό πρόβλημα. Η μη τυπική συμπεριφορά μπορεί να θεωρηθεί ένδειξη ομοφυλοφιλίας, παρά το γεγονός ότι η έκφραση του φύλου, η ταυτότητα φύλου και ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι ευρέως αποδεκτές ως ξεχωριστές έννοιες. [13] [14] Η έντονη και υπερβολική αρρενωπότητα που οδηγεί σε ακραίες συμπεριφορές μπορεί να χαρακτηριστεί ως [15] τοξική αρρενωπότητα.

Μερικοί κοινωνικοί επιστήμονες αντιλαμβάνονται την αρρενωπότητα (και τη θηλυκότητα) ως μία συμπεριφορά. [16] [17] [18] Οι συμπεριφορές των φύλων δεν είναι απαραιτήτως σκόπιμες και ίσως οι άνθρωποι να μην γνωρίζουν καν τον βαθμό που εκτελούν την έμφυλη συμπεριφορά, καθώς το αποτέλεσμα της δια βίου κοινωνικοποίησης των φύλων είναι η αίσθηση ότι το φύλο του ατόμου είναι "φυσικό" ή βιολογικά καθορισμένο.

Η αρρενωπή συμπεριφορά ποικίλλει κατά τη διάρκεια της ζωής. Για παράδειγμα, ο αθλητικός κόσμος μπορεί να προκαλέσει πιο παραδοσιακές αρρενωπές αντιδράσεις στους συμμετέχοντες απ'ότι θα έκαναν άλλοι χώροι. [19] Οι άνδρες που επιδεικνύουν μια σκληρή και επιθετική αρρενωπότητα στο αθλητικό γήπεδο, μπορεί να εμφανίζουν μια πιο ήπια αρρενωπότητα σε οικογενειακά περιβάλλοντα. Οι αρρενωπότητες ποικίλλουν επίσης ανάλογα με την κοινωνική τάξη. Όπως δείχνουν αυτά τα πλαίσια και οι συγκρίσεις, οι θεωρητικοί προτείνουν μια πολλαπλότητα αρρενωπότητας, όχι απλά μια μοναδική δομή αρρενωπότητας. [17]

Επισφαλής ανδρική ενηλικίωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ερευνητές έχουν υποστηρίξει ότι η "επισφάλεια" της ανδρικής ηλικίας συμβάλλει στην παραδοσιακή αρρενωπή συμπεριφορά. [20] "Επισφαλής" σημαίνει ότι η ανδρική ενηλικίωση δεν είναι εγγενής, αλλά πρέπει να επιτευχθεί. Σε πολλούς πολιτισμούς, τα αγόρια υπομένουν επώδυνες τελετές ενσωμάτωσης για να γίνουν άντρες. Η ανδρική ενηλικίωση μπορεί επίσης να χαθεί, όταν ένας άνδρας δέχεται τη κριτική ότι δεν είναι "άνδρας". Οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι οι άνδρες ανταποκρίνονται στις ''απειλές'' της ανδρικής ενηλικίωσης συμμετέχοντας σε στερεοτυπικές αρρενωπές συμπεριφορές και πεποιθήσεις, όπως στην υποστήριξη της ιεραρχίας, στην υποστήριξη ομοφοβικών πεποιθήσεων, στην υποστήριξη της επιθετικότητας και επιλέγοντας σωματικές εργασίες έναντι των πνευματικών. [21]

Στις γυναίκες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Charmion, γυναίκα body builder, καλλιτέχνιδα βαριετέ και ακροβάτισσα αέριας κούνιας.

Παρόλο που συχνά αγνοείται στις συζητήσεις περί αρρενωπότητας, οι γυναίκες μπορούν επίσης να εκφράζουν αρρενωπά στοιχεία χαρακτήρα και αρρενωπές συμπεριφορές. [22] [23] Στη δυτική κουλτούρα, η γυναικεία αρρενωπότητα έχει κωδικοποιηθεί σε ταυτότητες όπως "αγοροκόριτσο" και "λεσβία". Αν και η γυναικεία αρρενωπότητα συνδέεται συχνά με τη ομοφυλοφιλία, η έκφραση της αρρενωπότητας δεν συνδέεται απαραίτητα με τη σεξουαλικότητα μίας γυναίκας. Στη φεμινιστική φιλοσοφία, η γυναικεία αρρενωπότητα χαρακτηρίζεται συχνά ως μία μορφή απόδοσης του φύλου, που προκαλεί την παραδοσιακή αρρενωπότητα και την κυριαρχία των ανδρών . [24] Ο Ζαχάρι Α. Κράμερ υποστηρίζει ότι πρέπει να ανοίξει η συζήτηση περί αρρενωπότητας "ώστε να περιλαμβάνει κατασκευές αρρενωπότητας που επηρεάζουν μοναδικά τις γυναίκες". [25] Οι αρρενωπές γυναίκες συχνά δέχονται κοινωνικό στίγμα και παρενόχληση, παρόλο που η επιρροή του φεμινιστικού κινήματος έχει οδηγήσει σε μεγαλύτερη αποδοχή των γυναικών που εκφράζουν την αρρενωπότητα, κατά τις τελευταίες δεκαετίες. [26] Οι γυναίκες με στερεοτυπικά αρρενωπά στοιχεία χαρακτήρα, είναι πιο πιθανό να αποκτήσουν πρόσβαση σε επαγγέλματα υψηλής αμοιβής σε σχέση με γυναίκες που έχουν θηλυκά στοιχεία χαρακτήρα. [27]  

Οι γυναίκες που συμμετέχουν σε αθλήματα, κυρίως σε σπορ που είναι ανδροκρατούμενα, αποκαλούνται μερικές φορές αρρενωπές. Αν και τα περισσότερα αθλήματα δίνουν έμφαση σε στερεοτυπικές αρρενωπές ιδιότητες, όπως η δύναμη, ο ανταγωνισμός και η επιθετικότητα, στις γυναίκες που συμμετέχουν στον αθλητισμό εξακολουθούν να υπάρχουν προσδοκίες να συμμορφώνονται με τις αυστηρά θηλυκές νόρμες που σχετίζονται με το φύλο τους. Αυτό είναι γνωστό, ως το παράδοξο του θηλυκού αθλητή. Παρόλο που οι παραδοσιακές νόρμες για τα φύλα αλλάζουν σταδιακά, οι γυναίκες αθλητές, ιδίως εκείνες που συμμετέχουν σε αθλήματα που είναι ανδροκρατούμενα, όπως η πυγμαχία, η ανύψωση βάρους, το αμερικάνικο ποδόσφαιρο, το χόκεϊ επί πάγου και τα μηχανοκίνητα αθλήματα, εξακολουθούν να θεωρούνται συχνά ως απόκλιση από τα όρια της θηλυκότητας, και ίσως να υφίστανται επιπτώσεις, όπως διακρίσεις ή κακομεταχείριση από τους διαχειριστές, παρενόχληση από τους οπαδούς και μειωμένη προσοχή από τα μέσα ενημέρωσης. [28]

Υγεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Silhouetted man drinking a glass of beer
Ένας βρετανός στρατιώτης πίνει ένα ποτήρι μπύρα μετά την επιστροφή του από το Αφγανιστάν. Η συμμετοχή σε πολέμους και η κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών θεωρούνται αρρενωπές δραστηριότητες σε πολλούς πολιτισμούς.

Αποδεικτικά στοιχεία τονίζουν την αρνητική επίδραση που έχει η ηγεμονική αρρενωπότητα στη συμπεριφορά των ανδρών όσο αφορά την υγεία, ενώ οι Αμερικανοί άνδρες κάνουν 134,5 εκατομμύρια λιγότερες ιατρικές επισκέψεις ανά έτος από ό,τι οι γυναίκες. Είκοσι πέντε τοις εκατό των ανδρών ηλικίας 45 έως 60 ετών δεν έχουν προσωπικό γιατρό, αυξάνοντας τον κίνδυνο θανάτου από καρδιακές παθήσεις. Οι άνδρες μεταξύ 25 και 65 ετών είναι τέσσερις φορές πιο πιθανό να πεθάνουν από καρδιαγγειακές παθήσεις, σε σχέση με τις γυναίκες και είναι πιο πιθανό να διαγνωστούν με τερματική ασθένεια, λόγω της απροθυμίας τους να δουν έναν γιατρό. Οι λόγοι της απροθυμίας τους είναι ο φόβος, η άρνηση, η αμηχανία, η αντιπάθεια προς καταστάσεις που δεν μπορούν να ελέγξουν και η πεποίθηση ότι η επίσκεψη σε γιατρό δεν αξίζει τον κόπο ή το κόστος. [29]

Μελέτες ανδρών στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη δείχνουν ότι οι άντρες που καταναλώνουν αλκοολούχα ποτά το κάνουν συχνά για να εκπληρώσουν ορισμένες κοινωνικές προσδοκίες της αρρενωπότητας. Ενώ οι αιτίες της κατανάλωσης οινοπνεύματος και του αλκοολισμού είναι πολύπλοκες και ποικίλες, οι ρόλοι των φύλων και οι κοινωνικές προσδοκίες έχουν έντονη επιρροή που ενθαρρύνει τους άνδρες να πίνουν. [30] [31]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


  1. Shehan, Constance L. (2018). Gale Researcher Guide for: The Continuing Significance of Gender (στα Αγγλικά). Gale, Cengage Learning. σελίδες 1–5. ISBN 9781535861175. 
  2. Martin, Hale; Finn, Stephen E. (2010). Masculinity and Femininity in the MMPI-2 and MMPI-A. University of Minnesota Press. σελίδες 5–13. ISBN 978-0-8166-2444-7. 
  3. Lippa, Richard A. (2005). Gender, Nature, and Nurture (2nd έκδοση). Routledge. σελίδες 153–154, 218–225. ISBN 9781135604257. 
  4. Wharton, Amy S. (2005). The Sociology of Gender: An Introduction to Theory and Research. John Wiley & Sons. σελίδες 29–31. ISBN 978-1-40-514343-1. 
  5. Ferrante, Joan (Ιανουαρίου 2010). Sociology: A Global Perspective (7th έκδοση). Belmont, CA: Thomson Wadsworth. σελίδες 269–272. ISBN 978-0-8400-3204-1. 
  6. «What do we mean by 'sex' and 'gender'?». World Health Organization. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Σεπτεμβρίου 2014. 
  7. Halberstam, Judith (2004). «'Female masculinity'». Στο: Kimmel, Michael S. Men and Masculinities: A Social, Cultural, and Historical Encyclopedia, Volume 1. Santa Barbara, Calif.: ABC-CLIO. σελίδες 294–5. ISBN 978-1-57-607774-0. 
  8. Kimmel, Michael S. (1994). «Masculinity as Homophobia: Fear, Shame, and Silence in the Construction of Gender Identity». Theorizing Masculinities. Thousand Oaks: SAGE Publications, Inc. σελίδες 119–141. ISBN 9780803949041. 
  9. Vetterling-Braggin, Mary (1982). «Introduction». "Femininity", "masculinity", and "androgyny": a modern philosophical discussion. Totowa, N.J: Littlefield, Adams. σελ. 6. ISBN 9780822603993. the [personality] theorist might classify a person as "masculine" if the person thought that person to have any or all of the following P-traits [personality traits] - GROUP Y TRAITS: strength of will, ambition, courage, independence, assertiveness, aggressiveness, ... 
  10. Carli, Linda L. (2001). «Assertiveness». Στο: Worell, Judith. Encyclopedia of women and gender: sex similarities and differences and the impact of society on gender, Volume 1. San Diego, California: Academic Press. σελίδες 157–168. ISBN 9780122272462. 
  11. Thomas, R. Murray (2001), "Feminist perspectives", in Thomas, R. Murray, επιμ. (2001). Recent theories of human development. Thousand Oaks, California: Sage. σελ. 248. ISBN 9780761922476. Gender feminists also consider traditional feminine traits (gentleness, modesty, humility, sacrifice, supportiveness, empathy, compassion, tenderness, nurturance, intuitiveness, sensitivity, unselfishness) morally superior to the traditional masculine traits (courage, strong will, ambition, independence, assertiveness, initiative, rationality and emotional control). 
  12. Kimmel, Michael S., επιμ. (2004). Men and Masculinities: A Social, Cultural, and Historical Encyclopedia, Volume 1. Santa Barbara, Calif.: ABC-CLIO. σελ. xxiii. ISBN 978-1-57-607774-0. 
  13. «Gender identity and expression issues at colleges and universities». National Association of College and University Attorneys NACUAN. 2 Ιουνίου 2005. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Μαρτίου 2014. Ανακτήθηκε στις 2 Απριλίου 2007. 
  14. Associated Press (7 April 2006). «Chrysler TV ad criticized for using gay stereotypes». The Advocate (Here Press). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 December 2008. https://web.archive.org/web/20081211035529/http://www.advocate.com/news_detail_ektid28980.asp. Ανακτήθηκε στις 7 April 2007. 
  15. «Machismo (exaggerated masculinity) - Encyclopædia Britannica» (online έκδοση). Encyclopædia Britannica, Inc. Ανακτήθηκε στις 6 Μαρτίου 2015. 
  16. Butler, Judith (2006) [1990]. Gender trouble: feminism and the subversion of identity. New York London: Routledge.
  17. 17,0 17,1 Connell, R.W. (2005). Masculinities (2nd ed.). Cambridge: Polity.
  18. West, Candace; Zimmerman, Don H. (1987). «Doing Gender». Gender & Society 1 (2): 125–151. doi:10.1177/0891243287001002002. 
  19. Messner, Michael A. 1992. Power at Play: Sports and the Problem of Masculinity. Boston: Beacon Press.
  20. Bosson, Jennifer K.; Vandello, Joseph A. (April 2011). «Precarious manhood and its links to action and aggression». Current Directions in Psychological Science 20 (2): 82–86. doi:10.1177/0963721411402669. https://semanticscholar.org/paper/8e388ea50eefccf3ed156d8ceebff986981c3796. 
  21. Vandello, Joseph A.; Bosson, Jennifer K.; Cohen, Dov; Burnaford, Rochelle M.; Weaver, Jonathan R. (December 2008). «Precarious manhood». Journal of Personality and Social Psychology 95 (6): 1325–1339. doi:10.1037/a0012453. PMID 19025286. https://semanticscholar.org/paper/239e9fe68e86eaf3ba60276ec808312d8aa92368. 
  22. Keith, Thomas (2017). Masculinities in contemporary American culture: an intersectional approach to the complexities and challenges of male identity. New York: Routledge. σελίδες 4–5. ISBN 9781317595342. 
  23. Halberstam, Judith (1998). «Preface». Στο: Halberstam. Female Masculinity. Durham, North Carolina: Duke University Press. σελ. xi. ISBN 9780822322436. 
  24. Gardiner, Judith Kegan (December 2009). «Female masculinities: a review essay». Men and Masculinities 11 (5): 622–633. doi:10.1177/1097184X08328448. https://zenodo.org/record/896773. 
  25. Kramer, Zachary A. (2013). «Three tales of female masculinity». Nevada Law Journal 13 (2): 9. http://scholars.law.unlv.edu/nlj/vol13/iss2/9. 
  26. Girshick, Lori B. (2008), "The social construction of biological facts", in Girshick, Lori B., επιμ. (Απριλίου 2009). Transgender voices: beyond women and men. Hanover, New Hampshire: University Press of New England. σελ. 48. ISBN 9781584656838. 
  27. Drydakis, Nick & Sidiropoulou, Katerina & Patnaik, Swetketu & Selmanovic, Sandra & Bozani, Vasiliki, 2017. "Masculine vs Feminine Personality Traits and Women’s Employment Outcomes in Britain: A Field Experiment," GLO Discussion Paper Series 152, Global Labor Organization (GLO). https://ideas.repec.org/p/zbw/glodps/152.html.
  28. Paloian, Andrea. «The Female/Athlete Paradox: Managing Traditional Views of Masculinity and Femininity». Applied Psychology Opus (New York University). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2019-02-16. https://web.archive.org/web/20190216115443/https://steinhardt.nyu.edu/appsych/opus/issues/2012/fall/female. Ανακτήθηκε στις 21 March 2018. 
  29. Galdas, Paul M.; Cheater, Francine M.; Marshall, Paul (March 2005). «Men and health help-seeking behaviour: Literature review». Journal of Advanced Nursing 49 (6): 616–623. doi:10.1111/j.1365-2648.2004.03331.x. PMID 15737222. 
  30. Lemle, Russell; Mishkind, Marc E. (1989). «Alcohol and masculinity». Journal of Substance Abuse Treatment 6 (4): 213–22. doi:10.1016/0740-5472(89)90045-7. PMID 2687480. 
  31. Berkowitz, Alan D. (2004). «Alcohol». Στο: Kimmel, Michael S. Men and Masculinities: A Social, Cultural, and Historical Encyclopedia: Volume 1. Santa Barbara: ABC-CLIO. σελίδες 17–18. ISBN 9781576077740.