Κηρωμένη πινακίδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κόρη με κηρωμένη πινακίδα και στύλο (Ηράκλειο Καμπανίας (Ερκολάνο), περ. 50 μ.Χ.)
Αναπαράσταση ρωμαϊκής κηρωμένης πινακίδας με τρεις στύλους
Αγγειογραφία του Δούριδος, περ. 500 π.Χ.

Οι κηρωμένες πινακίδες (λατ.: tabula cerata, πρβλ. tabula rasa) ήταν διαδεδομένο όργανο γραφής στους αρχαίους χρόνους. Η κατασκευή τους ήταν ξύλινη ορθογωνίου σχήματος. Εκτός από ξύλο χρησιμοποιούνταν και άλλες πρώτες ύλες για την κατασκευή ανθεκτικότερων ή πολυτελέστερων μεταλλικών ή ελεφάντινων πινακίδων. Η επιφάνεια ήταν επιστρωμένο με κερί, στην οποία έγραφαν με στύλο. Συναντούνται και βρίσκονταν σε χρήση από τους αρχαίους χρόνους και μέχρι το Μεσαίωνα, ενώ σε μερικές περιοχές βρίσκονταν σε χρήση ακόμα και μέχρι τον 20ό αιώνα. Άλλες εφαρμογές της απλής κηρωμένης πινακίδας ήταν η κατασκευή διπτύχων (δύο πινακίδες συνδεδεμένες), τριπτύχων και πολυπτύχων (τρεις και περισσότερες πινακίδες αντίστοιχα), των οποίων η ονομασία διαιωνίστηκε και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.

Ιστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κηρωμένες πινακίδες χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες, Ρωμαίοι και Ετρούσκοι από τα παλιά χρόνια. Πρώτη αναφορά κηρωμένης πινακίδας βρίσκουμε στον Ηρόδοτο τον 5ο αιώνα π.Χ., ο οποίος μας αναφέρει ότι ο Δημάρατος έστειλε στους Λακεδαιμόνιους κρυφό μήνυμα περί της εκδρομής που μελετούσε ο Ξέρξης, και ότι το μήνυμα αυτό ήταν γραμμένο σε κέρινο δελτίο δίπτυχο. Στην Ιλιάδα του Ομήρου αναφέρεται επίσης κάποιο μήνυμα που μεταδόθηκε μέσω διπτύχου, άγνωστο όμως αν η επιφάνεια ήταν κηρωμένη. Στον μύθο του Βελλεροφόντη, ο Προίτος του αναθέτει την μεταφορά πινακίδας προς τον πεθερό του (Ιλιάς ΣΤ΄, 165-170). Στην αρχαιότητα, οι κηρωμένες πινακίδες βήταν είδος καθημερινής και ευρείας χρήσης για κάθε είδους γραφής και γραπτής επικοινωνίας. Σημειώσεις, σχολικές εργασίες, αριθμητικοί υπολογισμοί, και άλλα γράφονταν καθημερινά. Εμπιστευτικά και άλλα επίσημα κείμενα έκλειναν και σφραγίζονταν, έτσι ώστε το περιεχόμενο να μπορεί να το δει μόνον ο παραλήπτης τους. Η κηρωμένη επιφάνεια δε μπορούσε να σβηστεί και να επαναχρησιμοποιηθεί για το νέο κείμενο. 153 γνήσιες επιγραφές σε κηρωμένες πινακίδες με εμπορικό περιεχόμενο βρέθηκαν στην Πομπηία. Ανήκαν στον τραπεζίτη Λούκιο Καικίλιο Ιουκούνδο. Στην συνοικία Murecine, επίσης της Πομπιίας βρέθηκαν πινακίδες μιας άλλης τραπεζικής οικογένειας, ενώ στην Παλμύρα της Συρίας, και στην Άσσεντελφτ της Ολλανδίας βρέθηκαν πινακίδες του 3ου αιώνα με αποσπάσματα του έργου του ποιητή Βαβρία. Πολλές και πολύτιμες ελεφάντινες πινακίδες έχουν σωθεί από τον μεσογειακό χώρο, επειδή κατά τον μεσαίωνα επαναχρησιμοποιήθηκαν στην βιβλιοδεσία.

Στον μεσαίωνα συναντούμε τις κηρωμένες πινακίδες ως «δίπτυχα εκκλησιαστικά», στις οποίες εγγράφονταν κατάλογοι ονομάτων των πιστών ή των νεκρών για να μνημονευτούν κατά την διάρκεια της θείας λειτουργίας.

Τεχνικά χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πινακίδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτη ύλη κατασκευής ήταν ξύλο οξιάς ή πεύκου, ενώ σπάνια χρησιμοποιούνταν και ξύλο βελανιδιάς ή σφενδάμι. Πολυτελείς πινακίδες κατασκευάζονταν από ελεφαντοστούν, χρυσό, άργυρο και άλλα σπάνια και πολύτιμα υλικά. Η μια πλευρά που ήταν προορισμένη για την κήρωση και χρήση, ήταν συνήθως κορνιζαρισμένη με προεξέχον πλαίσιο ύψους ενός μαι μέχρι τριών χιλιοστών. Η επιφάνεια γραφής έφερε ρομβοειδείς ραβδώσεις για να εφάπτεται καλύτερα η επίστρωση του κεριού. Το όλο σχήμα των πινακίδων ήταν όρθιο ορθογώνιο παραλληλόγραμμο, ενίοτε και αψιδοκέφαλο. Η εξωτερική πλευρά ήταν λιτή, ή και περίτεχνα καλλιτεχνική, ανάλογα με την περίσταση χρήσης και το κόστος κατασκευής. Περισσότερο εκλεπτυσμένες ή πολυτελείς εκδόσεις ήταν από ελεφαντοστούν, ακόμα και με χρυσή επένδυση. Για λόγους ευχρησίας και προστασίας του γραπτού κειμένου, δύο ή και περισσότερες πινακίδες ήταν προσδεδεμένες κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να ανοίγουν και να κλείνουν σαν βιβλίο, με την κηρωμένη επιφάνεια στο εσωτερικό του, προστατεύοντας το κείμενο από τυχαίες φθορές. Για το σκοπό αυτό, η κορνίζα του βιβλίου είχε οπές στην αριστερή πλευρά, από την οποία περνούσε δερμάτινο λουράκι. Αργότερα, αλλά και στις πιο ανθεκτικά δίπτυχα, τρίπτυχα ή πολύπτυχα, τα φύλλα ήταν συνδεδεμένα με μεταλλικές αρθρώσεις. Το πλαίσιο ήταν κοίλο στην θέση όπου έμπαινε ο στύλος, έτσι ώστε να μεταφέρεται με ασφάλεια και να μην χάνεται. Επίσης το πλαίσιο μπορεί να είχε οπές, από τις οποίες περνούσε σχοινί ή λουράκι, το οποίο δένονταν ή ακόμα και σφραγίζονταν με τις σφραγίδες των μαρτύρων για να μην ανοίξει χωρίς την άδεια του παραλήπτη. Στους ρωμαϊκούς χρόνους, οι σφραγίδες έμπαιναν σε ειδική θήκη για να προστατεύονται από τυχαία φθορά.

Το μέγεθος των φύλλων κυμαίνονταν από 10,5 x 14,8 μέχρι 29,7 x 42,0 εκατοστά, ενώ τα εκκλησιαστικά δίπτυχα είχαν μεγαλύτερο μέγεθος και αριθμούσαν μέχρι και άνω των 20 σελίδων.

Κήρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κερί που χρησιμοποιούσαν είχε φυσική προέλευση και ήταν από τις μέλισσες. Περιείχε δε διάφορα πρόσθετα συστατικά, όπως λάδι από λινάρι, ζωικό λίπος, τερπεντίνη και ρετσίνι πεύκου για να είναι μακαλό, εύπλαστο και ανθεκτικό στις καλοκαιρινές θερμοκρασίες. Με την πρόσθεση κάπνιας (κερδίζεται από την καύση ξύλων) η μάζα έπαιρνε μαύρο χρώμα, έτσι ώστε οι γραμμές που χάραζε ο στύλος να κάνουν έντονη αντίθεση λόγω του υποκείμενου λευκού υπόβαθρου. Με το ζεστό κερί επαλειφόταν η επιφάνεια και ήταν έτοιμη προς χρήση, ενώ μετά το γράψιμο, το κερί ξανά απλωνόταν και λειανόταν με ειδική για αυτό το σκοπό ξύλινη σπάτουλα.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • R. Delbrück: Die Konsulardiptychen In: Studien zur spätantiken Kunstgeschichte, Bd. 2, Berlin 1929
  • Wolfgang Fritz Volbach: Elfenbeinarbeiten der Spätantike und des Frühen Mittelalters. Verlag des Römisch-Germanischen Zentralmuseums, Mainz 1952.
  • Horst Blanck: Das Buch in der Antike. Beck, München 1992, ISBN 3-406-36686-4
  • Hubert Cancik und Helmuth Schneider (Hrsg.): Der Neue Pauly. Enzyklopädie der Antike. Bd. 10. Metzler, Stuttgart u. Weimar 1997, ISBN 3-476-01480-0
  • Otto Mazal: Griechisch-römische Antike. Akademische Druck- und Verlagsanstalt, Graz 1999, ISBN 3-201-01716-7 (Geschichte der Buchkultur; Bd. 1)
  • C. Teuber-Weckersdorff: Das Diptychon als kunsthistorisches Problem Diss., Innsbruck 1956
  • W. F. Volback, K.-A. Wirth, Diptychon In: Reallexikon zur dt. Kunstgeschichte, Bd. IV, Stuttgart 1958

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]



Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Wachstafel της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).