Καλαμοκανάς (γένος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Καλαμοκανάς (γένος)
Ενήλικος καλαμοκανάς (Himantopus himantopus)
Ενήλικος καλαμοκανάς (Himantopus himantopus)
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Χαραδριόμορφα (Charadriiformes)
Οικογένεια: Ανωραμφίδες (Recurvirostridae)
Γένος: Ιμαντόπους (Himantopus) Brisson, 1760 M
Είδος: 2 είδη (βλ. Κείμενο)

Καλαμοκανάς είναι η γενική ονομασία χαραδριόμορφων καλοβατικών πτηνών της οικογενείας των Ανωραμφιδών. Η επιστημονική ονομασία του γένους είναι Himantopus και περιλαμβάνει 2 είδη.[1]

Διευκρίνηση ορολογίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στον όρο Καλαμοκανάς περιλαμβάνονται sensu stricto τα taxa του γένους Himantopus και μόνον. Η -άτυπη ταξινομικά- «ομάδα» των «καλαμοκανάδων», η οποία αντιστοιχεί με την αγγλική stilt, περιλαμβάνει και το γένος Cladorhynchus.[2]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία himantopus, είναι ελληνική (ιμάντας + πους) και συσχετίζεται, όπως και η λαϊκή ονομασία μαύρος καλαμοκανάς με τα λεπτά -σαν ιμάντες ή σαν καλάμια- πόδια του πτηνού.

Η λέξη stilt στην αγγλική ονομασία του (Black-stilt), σημαίνει «πάσσαλος», «στύλος», αλλά σημαίνει και το κάθε ένα από τα «ξύλινα πόδια» των «ξυλοπόδαρων», εκείνων των ζογκλέρ, δηλαδή, που περπατάνε πάνω σ’αυτά. Ο συσχετισμός με τα πόδια του πτηνού είναι σαφέστατος,[3] όπως και η αναφορά στο μαύρο πτέρωμά του.

Είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το γένος Himantopus συνδέεται φυλογενετικά περισσότερο με το γένος Cladorhynchus και λιγότερο με το Avoceta που, μαζί, απαρτίζουν την οικογένεια των Ανωραμφιδών.[1] Ένα απολίθωμα από το Ύστερο Μειόκαινο, που βρέθηκε στην περιοχή Big Sandy Formation, στην Αριζόνα των ΗΠΑ, περιγράφηκε ως Himantopus olsoni.

Η ταξινομική του γένους παραμένει προβληματική στο επίπεδο των υποειδών που περιλαμβάνει το taxon Himantopus himantopus και, παρά τις προσπάθειες από διάφορους ερευνητές να δοθεί λύση, δεν είναι ακόμη ξεκάθαρη η κατηγοριοποίηση των διαφόρων συστηματικών μονάδων που έχουν καταχωρηθεί. Η βάση του προβλήματος έγκειται στο γεγονός ότι, τα διάφορα taxa είναι, στην πλειονότητά τους, γεωγραφικά απομακρυσμένα που, σε συνδυασμό με τα ακόμη ελλιπή χρωμοσωμικά δεδομένα, δεν έχουν αποδώσει τελικά συμπεράσματα για την κατάταξή τους στο επίπεδο του είδους ή του υποείδους. Το πρόβλημα επιτείνεται από τις συχνές διασταυρώσεις των υποειδών στις αλληλοεπικαλυπτόμενες περιοχές όπου απαντούν.

Η ITIS δέχεται 4 taxa ως μονοτυπικά είδη: Himantopus himantopus, Himantopus leucocephalus, Himantopus melanurus, Himantopus novaezelandiae και 1 taxon, το Himantopus mexicanus να διαιρείται στα υποείδη: Himantopus mexicanus knudseni και Himantopus mexicanus mexicanus [4]

Η Bird Life International δέχεται μόνο 4 taxa, όλα στο επίπεδο του είδους: Himantopus himantopus, Himantopus leucocephalus, Himantopus novaezelandiae και Himantopus mexicanus με το Himantopus melanurus να ενσωματώνεται στο τελευταίο, ενώ το Himantopus mexicanus knudseni δεν αναφέρεται καν.[5]

  • Στο παρόν λήμμα ακολουθείται η κατά Howard and Moore (4th ed.) συστηματική, που αναγνωρίζει μόνον 2 είδη.

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρ. Eίδος Επικράτειες κατανομής Μορφές μετακίνησης Σημειώσεις
1 Himantopus himantopus Ευρώπη, Ασία, Αφρική, Αμερική, Ωκεανία ΠΜ, ΜΜ, ΕΠ
2 Himantopus novaezelandiae Ωκεανία ΕΠ

Πηγές:[2][6][7][8]

ΠΜ = Πλήρως μεταναστευτικό, ΜΜ = Μερικώς μεταναστευτικό, ΕΠ = Επιδημητικό (καθιστικό/μόνιμο)

(σημ: με έντονα γράμματα η μορφή μετακίνησης της πλειονότητας των πληθυσμών, με έντονα πλάγια γράμματα το είδος που απαντά στον ελλαδικό χώρο)

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι καλαμοκανάδες είναι καλοβατικά πτηνά ρηχών υγροτόπων που απαντούν, ανάλογα με το είδος, σε επίπεδους ανοικτούς χώρους, αμμονησίδες, λασπότοπους και αργιλώδη εδάφη, έλη, παρυφές ρηχών λιμνών, κοίτες ποταμών, πλημμυρισμένα χωράφια, αρδευόμενες περιοχές, λιμνάζοντα νερά αποχετεύσεων, κ.ο.κ. (βλ. λεπτομέρειες στα λήμματα των επί μέρους ειδών).

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μαύρος καλαμοκανάς (Himantopus novaezelandiae) αποτελεί ένα από τα σπανιότερα πτηνά στην υφήλιο

Οι καλαμοκανάδες είναι ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα παρυδάτια πτηνά, με το χαρακτηριστικό ασπρόμαυρο ή κατάμαυρο πτέρωμα και τους, επίσης χαρακτηριστικούς, εξαιρετικά μακρείς ταρσούς του, οπότε δύσκολα συγχέεται με άλλο γένος (indintinguishable). Το ράμφος τους είναι ίσιο και ασυνήθιστα λεπτό (διατομής μολυβιού).

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: (33-) 36 έως 38 (-40) εκατοστά
  • Άνοιγμα πτερύγων: 67 έως 85 εκατοστά
  • Μήκος ταρσού: 10, 1 έως 12,5 εκατοστά, κατά μέσον όρο στα αρσενικά (μικρότερος στα θηλυκά)
  • Βάρος: 160 έως 220 γραμμάρια

Πηγές:[9][10][11][12][13][14][15][16][17][18][19][20][21][22][23][24]

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Καλαμοκανάς

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

(Δείγματα φωνής στα λήμματα των επί μέρους ειδών)

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το γένος περιλαμβάνει μονογαμικά είδη, με τα πουλιά να ζευγαρώνουν εφ’ όρου ζωής. Πριν το ζευγάρωμα προηγούνται τελετουργικά ερωτοτροπίας. Η περίοδος φωλιάσματος των καλαμοκανάδων ποικίλλει ευρέως, ανάλογα με την αναπαραγωγική επικράτεια και την περίοδο των βροχών. Φωλιάζει είτε αποικιακά (καλαμοκανάς), είτε μοναχικά μαύρος καλαμοκανάς, πάντοτε κοντά στο νερό.

Η φωλιά είναι, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ένα μικρό βαθούλωμα στο έδαφος, σε μια αμμώδη προεξοχή. Η γέννα περιλαμβάνει (3-) 4 αβγά και την επώαση αναλαμβάνουν και τα δύο φύλα. Οι νεοσσοί είναι φωλεόφυγοι και μπορούν να τρέξουν σχεδόν αμέσως μόλις εκκολαφθούν.

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ ο καλαμοκανάς δεν κινδυνεύει σε παγκόσμιο επίπεδο, ο μαύρος καλαμοκανάς, στον αντίποδα, αποτελεί ένα από τα πλέον κινδυνεύοντα πτηνά παγκοσμίως, λόγω της θήρευσης από ξενικά θηλαστικά και της υποβάθμισης των ενδιαιτημάτων του. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες υπάρχει ανάκαμψη του μικρού πληθυσμού του, χάρη στις προσπάθειες που καταβάλλονται από τους εμπλεκομένους φορείς.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Howard and Moore, p. 132-3
  2. 2,0 2,1 Howard and Moore, p. 133
  3. http://dictionary.reference.com/browse/stilt?s=t&path=/
  4. http://www.itis.gov/servlet/SingleRpt/SingleRpt?search_topic=TSN&search_value=176725
  5. http://www.birdlife.org/datazone/sowbsearchresults.php?a=ns&SearchTerms=himantopus+himantopus
  6. IUCN maps
  7. http://ibc.lynxeds.com
  8. avibase.bsc-eoc.org
  9. Colston & Burton, p. 24-5
  10. Gray, p.93
  11. Harrison & Greensmith, p. 133
  12. Grimmett et al, p. 106
  13. Flegg, p. 108
  14. Heinzel et al, p. 132
  15. Perrins, p. 110
  16. Bruun, p. 134
  17. Όντρια (Ι), σ. 106
  18. Scott & Forrest, p. 106
  19. Singer, p. 171
  20. Mullarney et al, p. 134
  21. http://www.ibercajalav.net
  22. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα
  23. http://ibc.lynxeds.com/species/black-winged-stilt-himantopus-himantopus
  24. planetofbirds.com

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Anon. 2012. 45 black stilt released to boost wild population of just 130 birds. Wildlife Extra News. Available at: https://web.archive.org/web/20150321002418/http://www.wildlifeextra.com/go/news/black-stilt012.html#cr. (Accessed: 11/10/2013).
  • Chambers, G. K.; MacAvoy, E. S. 1999. Molecular genetic analysis of hybridisation. Department of Conservation, Wellington.
  • Dowding, J.E. and Murphy, E.C. 2001. The impact of predation by introduced mammals on endemic shorebirds in New Zealand: a conservation perspective. Biological Conservation 99: 47-64.
  • Galbraith, J. A.; Sancha, S. E.; Maloney, R. F.; Hauber, M. E. 2007. Alarm responses are maintained during captive rearing in chicks of endangered Kaki. Animal Conservation10(1): 103-109.
  • Hagen, E. N.; Hale, M. L.; Maloney, R. F.; Steevs, T. E. 2011. Conservation genetic management of a Critically Endangered New Zealand endemic bird: minimizing inbreeding in the Black Stilt Himantopus novaezelandiae. Ibis 153: 556-561.
  • Heather, B. D.; Robertson, H. A. 1997. The field guide to the birds of New Zealand. Oxford University Press, Oxford, UK.
  • IUCN. 2013. IUCN Red List of Threatened Species (ver. 2013.2). Available at:http://www.iucnredlist.org. (Accessed: August, 2015).
  • Keedwell, R. 2005. Black Stilt (Kaki) recovery effort. Wingspan 15: 15.
  • Keedwell, R. J.; Maloney, R. F.; Murray, D. P. 2002. Predator control for protecting kaki (Himantopus novaezelandiae) - lessons from 20 years of management. Biological Conservation 105: 369-374.
  • Maloney, R., and Murray, D. 2002. Kaki (black stilt) recovery plan 2001-2011, NZ Department of Conservation: Wellington.
  • Morris Rod, Alison Ballance (2008), Rare Wildlife of New Zealand, Random House, page 113
  • Murray, D. P.; Sanders, M. D. 2000. Assessment of Chatham island as a location for liberation of Black Stilts.
  • Pierce, R. 1986. Black Stilt. John McIndoe, Dunedin.
  • Pierce, R. J. 1986. Differences in susceptibility to predation during nesting between Pied and Black Stilts Himantopus spp. The Auk 103: 273-280.

Pierce, R. J. 1984. The changed distribution of stilts in New Zealand. Notornis 31: 7-18.

  • Reed, C. E. M.; Murray, D. P.; Butler, D. J. 1993. Black Stilt recovery plan (Himantopus novaezealandiae) . Department of Conservation, Wellington.
  • Steeves, T. E.; Maloney, R. F.; Hale, M. L.; Tylianakis, J. M.; Gemmell, N. J. 2010. Genetic analyses reveal hybridization but no hybrid swarm in one of the world’s rarest birds. Molecular Ecology 19(23): 5090-5100.
  • Wallis, G. 1999. Genetic status of New Zealand Black Stilt Himantopus novaezelandiaeand the impact of hybridisation.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας» (RDB), Αθήνα 1992
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Enticott Jim and David Tipling: Photographic Handbook of the Seabirds of the World, New Holland, 1998
  • Gray, Mary Taylor The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Handrinos & Akriotis, The Birds of Greece, Helm 1997
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Jobling, J. 1991. A dictionary of scientific bird names. University Press, Oxford.
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, Collins
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Rob Hume, RSPB Complete Birds of Britain and Europe DK, 2002
  • Valpy, Francis Edward Jackson, An Etymological Dictionary of the Latin Language
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • Χανδρινός Γιώργος (Ι), «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας»