Καζίμιες Ουιστσίνσκι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Καζίμιες Ουιστσίνσκι
Kazimierz Łyszczyński.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Kazimierz Łyszczyński (Πολωνικά)
Γέννηση 4  Μαρτίου 1634
d:Q4270917
Θάνατος 30  Μαρτίου 1689
Βαρσοβία
Αιτία θανάτου αποκεφαλισμός
Υπηκοότητα Πολωνία
Θρησκεία αθεϊσμός
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες λατινική γλώσσα
Σπουδές d:Q21505218
Πανεπιστήμιο του Βίλνιους
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα δικαστής
Θυρεός
POL COA Lyszczynski.svg
Θυρεός του Kazimierz Łyszczyński
Γραμματόσημο της Λευκορωσσίας για να τιμηθεί η 375ή επάιτεις της γέννησης του anniversary of the birth of Kazimierz Łyszczyński (έργο του N. Ryzy)

Ο Καζίμιες Ουιστσίνσκι (Kazimierz Łyszczyński, 4 Μαρτίου 1634 στην Łyszczyce της τότε Πολωνίας[Σημ 1] – 30 Μαρτίου 1689 στη Βαρσοβία) ήταν Πολωνολιθουανός ευγενής, γαιοκτήμονας και φιλόσοφος, ο οποίος κατηγορήθηκε, δικάστηκε και εκτελέστηκε για αθεϊσμό το 1689.[1][2]

Ο Ουιστσίνσκι μελετούσε για οκτώ χρόνια ως Ιησουϊτης και κατόπιν έγινε podsędek [Σημ 2]σε νομικές δίκες κατά των Ιησουϊτικων κτημάτων. Έγραψε το έργο Περί της μη ύπαρξης του Θεού και εκτελέστηκε ως άθεος. Η δίκη του έτυχε αρκετής κριτικής και θεωρήθηκε ως υπόθεση για την νομιμοποίηση της θρησκευτικής δολοφονίας στην Πολωνία.[6]

Ζωή, δίκη και εκτέλεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ουιστσίνσκι είχε διαβάσει ένα βιβλίο του Henry Aldsted με τίτλο Theologia Naturalis (Θεολογία της Φύσης) το οποίο προσπαθούσε να αποδείξει την ύπαρξη του Θεού. Αλλά τα επιχειρήματα ήταν τόσο μπερδεμένα, ώστε ο Ουιστσίνσκι να μπορούσε να εντοπίσει αρκετές αντιφάσεις. Γελοιοποιώντας τον Aldsted, ο Ουιστσίνσκι έγραψε στο περιθώριο του βιβλίο "ergo non est Deus" («άρα δεν υπάρχει θεός»).

Το βιβλίο αυτό ανακαλύφθηκε από ένα χρεώστη του Ουιστσίνσκι, Jan Kazimierz Brzoska. Ο Brzoska, ο οποίος δεν ήθελε να επιστρέψει ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων στον Ουιστσίνσκι, τον κατηγόρησε για αθεϊσμό και έδωσε τα τεκμήρια στον Επίσκοπο του Ποζνάν. O Brzoska επίσης έκλεψε και παρέδωσε στο δικαστήριο ένα χειρόγραφο αντίγραφο του Περί της μη ύπαρξης του θεού το οποίο ήταν το πρώτο πολωνικό φιλοσοφικό κείμενο που παρουσίαζε την αθεϊστική σκοπιά και για το οποίο ο Ουιστσίνσκι εργαζόταν από το 1674.[7]

Ο Επίσκοπος του Πόζναν, με την συνδρομή του Επισκόπου του Κιέβου, ασχολήθηκαν με ζήλο για την υπόθεση. Ο βασιλειάς αποπειράθηκε να βοηθήσει τον Ουιστσίνσκι διατάζοντας να δικαστεί στο Wilno, αλλά αυτό δεν μπόρεσε να σώσει τον Ουιστσίνσκι από τον κλήρο. Το προνόμοιο του Ουιστσίνσκι ως ευγενή, να μην μπορεί να προφυλακιστεί, παραβιάστηκε. Η υπόθεση του Ουιστσίνσκι παρουσιάστηκε στο δικαστήριο το 1689 όπου κατηγορήθηκε πως αρνήθηκε την ύπαρξη του Θεού και πως βλασφήμισε την Παναγία και τους Αγίους. Καταδικάστηκε σε θάνατο για Αθεϊα. Η ποινή εκτελέστηκε στην παλαιά αγορά της Βαρσωβίας, όπου η γλώσσα του κόπηκε και ακολούθησε αποκεφαλισμός.[8] Μετά, το πτώμα του μεταφέρθηκε έξω από τα σύνορα της πόλης και κάηκε.

Ο Επίσκοπος Załuski δήλωσε μετά την εκτέλεση:

Ο ένοχος οδηγήθηκε στο ικρίωμα, όπου ο εκτελεστής, με ένα πυρακτωμένο σίδερο εκοψε τη γλώσσα και το στόμα, «με το οποίο ήταν σκληρός εναντίον του Θεού». Μετά έκαψε σε αργή φωτιά τα χέρια του, όργανα της απερίγραπτης παραγωγής. Τελικά ο ίδιος, το τέρας του αιώνα του, ρίχτηκε στις φλόγες.[8]

Περί της μη ύπαρξης Θεού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ουιστσίνσκι έγραψε το έργο De non existentia Dei (Περί της μη ύπαρξης Θεού), δηλώνοντας πως ο Θεός δεν υπάρχει και οι θρησκείες ήταν επινόηση των ανθρώπων.[9]

Το έργο του καταστράφηκε με τη δίκη του, όμως ορισμένα θραύσματα παραμένουν και αυτά έχουν ως εξής:

I - Σας ρωτάμε, θεολόγοι,στον Θεό σας, εαν με αυτό τον τρόπο δεν σβήνετε το φως της Λογικής, δεν διώχνετε τον ήλιο από αυτό τον κόσμο, δεν ρίχνεται κάτων τον θεό σας από τον ουρανό, όταν του αποδίδετε το απίθανο, αρα χαρακτηριστικά και συνέπειες που αντιφάσκουν η μια με την άλλη.
II - O Άνθρωπος είναι ο δημιουργός του Θεού και ο Θεός είναι μια ιδέα του Ανθρώπου. Αρα οι άνθρωποι είναι οι αρχιτέκτονες και μηχανικοί του Θεού, και ο θεός δεν είναι αληθινό ον, αλλά υπάρχει μόνο στο μυαλό· είναι χαίμαιρα από τη φύση του, καθώς θεός και χίμαιρα είναι το ίδιο πράγμα.
III - Η θρησκεία κατασκευάστηκε από ανθρώπους χωρίς θρησκεία, ώστε να τους λατρεύουν παρόλο που ο θεός είναι ανύπαρκτος. Η ιεροσύνη εισήχθη από τους ανίερους. Ο φόβος του θεού εξαπλώθηκε από τους άφοβους, ώστε οι ανθρώποι να φοβούνται αυτούς στο τέλος. Η προσευχή που ονομάστηκε θεϊκή, είναι σχεδιασμένη από ανθρώπους. Το δόγμα, είτε λογικό είτε φιλοσοφικό, το οποίο καυχιέται να είναι η διδαχή του θεού, είναι ψευδές και αντιθέτως, αυτό που καταδικάζεται ως ψευδή είναι αληθινό.
IV - Απλοί άνθρωποι ξεγελιούνται για την ύπαρξη του θεού από πονηρούς, οι οποίοι χρησιμοποιούν το γεγονός αυτό για να καταπιέζουν τους απλούς ανθρώπους. Η καταπίεση προστατεύεται από τον λαό με κάποιο τρόπο, και αν κάποιοι σοφοί προσπαθήσουν να τους ελευθερώσουν, θα τους λιντσάρει ο ίδιος ο λαός.
V - Παρ 'όλα αυτά δεν βιώνουμε μέσα μας ή οπουδήποτε αλλού, τέτοια επιτακτική ανάγκη λόγου, που θα μας εξασφάλιζε την αλήθεια θεϊκής αποκάλυψης. Δυστυχώς αν ήταν παρόν μέσα μας, τότε όλοι θα έπρεπε να τους παραδεκτούν και δεν θα είχαμε αμφιβολίες για την ύπαρξή τους, ούτε θα υπήρχαν αντιφάσεις στα γραπτά του Μωυσή και των Ευαγγελίων - κάτι που δεν είναι αληθινό - και δεν θα υπήρχαν διαφορετικές εκκλησίες και δόγματα. Αυτή η επιταγή δεν είναι γνωστή και δεν υπάρχουν μόνο αμφιβολίες, αλλά υπάρχουν ορισμένοι που αρνούνται την αποκάλυψη και αυτοί δεν είναι ανόητοι, αλλά σοφοί, οι οποίοι με κατάλληλη λογική αποδεικνύουν τι; το αντίθετο, αυτό που αποδεικνύω και εδώ. Καταλήγοντας, ο Θεός δεν υπάρχει .[10]

Μνήμη στη σημερινή Πολωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην κομμουνιστική Πολωνία, ο Ουιστσίνσκι εορταζόταν ως μάρτυρας του αθεϊσμού. Σε μια σειρά άρθρων, ο φιλόσοφος Andrzej Nowicki τον παρουσίαζε με μια ρομαντική διάθεση, γράφοντας «με όρους ευρύτητας πενυματικών οριζόντων, πληρότητας φιλοσοφικών αναζητήσεων και τόλμης της σκε΄ψης, ήταν πέραν πάσις αμφιβολίας το κοφτερότερο μυαλό στην Πολωνία την εποχή του.»[11]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Σήμερα ανήκει στη Λευκορωσσία
  2. Podsędek κυριολεκτικά:υπό-δικαστής (sub-judge), ήταν μια δικαστική θέση στην Πολωνία. Ο ρόλος και η θέση της άλλαζε με την πορεία στον χρόνο.[3][4][5]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Aleksander Gieysztor, et al. 1979, History of Poland, page 261: A Lithuanian nobleman, Kazimierz Lyszczynski, was even beheaded for his alleged, or real, atheism (1689)
  2. Jerzy Kłoczowski, 2000, A History of Polish Christianity, page 155: The most famous episode was the sentencing to death of Kazimierz Lyszczynski, a nobleman accused of atheism, by the Sejm court in 1689.
  3. "Podsędek", Encyklopedia PWN
  4. Urzędy w dawnej Polsce
  5. "Podsędek"
  6. The Spirit of Polish History by Antoni Chołoniewski. Translated by Jane (Addy) Arctowska. Published by The Polish Book Importing Co., inc., 1918. p. 38 "The execution of the nobleman Lyszczynski, accused of atheism, religious murder ordered by the Diet of 1689, remained an isolated case."
  7. Janusz Tazbir, 1966, Historia Kościoła Katolickiego w Polsce. 1460-1795: Catholics who were suspected of being atheists were treated much more severely than Protestants who openly proclaimed their beliefs. An example is given by a trial of nobleman Kazmierz Łyszczyński, who was sentenced to death for atheism in 1689. Łyszczyński is thought to have written a longer treatise on the existence of God, where he expressed his affection for atheism. The manuscript of this treatise was stolen by his personal foe, Jan Kazimierz Brzóska, who sent it to Poznań bishop Stanisław Witwicki, who accused the blasphemer in court. Other bishops supported this accusation. In effect the diet sentenced Łyszczyński to death by beheading and cutting of his tongue. King Jan Sobieski is said to have expressed his discontent by saying that the inquisition would not have undertaken a more severe decision. After the king's appeal the execution was limited to beheading only. The body of the blasphemer was burned. The trial was not well regarded in Rome. The pope thought that the bishops had abused their entitlements and that the sentence had been too severe. It is however worth noting that Łyszczyński's trial is the only known example in the 17th century of a noblemen being executed because of his beliefs.
  8. 8,0 8,1 (Skorobohaty 1840, "Chapter XV", σελίδες 412–415) Cazimir Lyszczynski, a noble and landowner of Lithuania, a man of a very respectable character, was perusing a book entitled Theologia Naturalis, by Henry Aldsted, a Protestant divine, and finding that the arguments which the author employed in order to prove the existence of divinity, were so confused that it was possible to deduce from them quite contrary consequences, he added on the margin the following words — “ergo non est Deus,” evidently ridiculing the arguments of the author. This circumstance was found out by Brzoska, nuncio of Brest in Lithuania, a debtor of Lyszczynski, who denouned him as an atheist, delivering, as evidence of his accusation, a copy of the work with the above-mentioned annotation to Witwicki, bishop of Posnania, who took up this affair with the greatest violence. He was zealously seconded by Zaluski, bishop of Kiod, a prelate known for his great learning and not devoid of merit in other respects, which however proved no check to religious fanaticism. The king, who was very far from countenancing such enormities, attempted to save the unfortunate Lyszczynski, by ordering that he should be judged at Wilno; but nothing could shelter the unfortunate man against the fanatical rage of the clergy represented by the two bishops; and the first privilege of a Polish noble, that he could not be imprisoned before his condemnation, and which had theretofore been sacredly observed even with the greatest criminals, was violated. On the simple accusation of his debtor, supported by the bishops, the affair was brought before the diet of 1689, before which the clergy, and particularly the bishop Zaluski, accused Lyszczynski of having denied the existence of God, and uttered blasphemies against the blessed Virgin and the saints. The unfortunate victim, terrified by his perilous situation, acknowledged all that was imputed to him, made a full recantation of all he might have said and written against the doctrine of the Roman Catholic church, and declared his entire submission to its authority. This was, however, of no avail to him, and his accusers were even scandalized that the diet permitted him to make a defence, and granted the term of three days for collecting evidence of his innocence, as the accusation of the clergy ought, in their judgment, to be sufficient evidence on which to condemn the culprit. The fanaticism of the diet was excited in a most scandalous manner by the blasphemous representation that divinity should be propitiated by the blood of its offenders. The diet decreed that Lyszczynski should have his tongue pulled out, and then be beheaded and burnt. This atrocious sentence was executed, and the bishop Zaluski himself gives a relation of what he considered an act of piety and justice! The king was horror-struck at this news and exclaimed that the Inquisition could not do any thing worse. It is necessary, on this occasion, to render justice to Pope Innocent XI., who, instead of conferring a cardinal’s hat on the bishop of Posnania, bitterly censured this disgraceful affair.
  9. ATHEISM Archived 2008-10-02 at the Wayback Machine. Polskie Towarzystwo Tomasza z Akwinu,σελ. 17
  10. Andrzej Nowicki, 1957
  11. (Pomian-Srzednicki 1982, σελίδες 103–104) It appears that Ουιστσίνσκι was sentenced to death for writing a treatise entitled 'De non existentia Dei' ... and all that remains are a few notes which were made during the trial. Apart from this and also the fact that his execution caused some controversy at the time on account of his being a member of the gentry, next to nothing is known about Łyszczyński. Łyszczyński's importance as a martyr of the atheist cause has led to his romanticization by Nowicki and to his rescue from a murky cell in the obscure by-ways of history. A copious amount of writing has appeared concerning both what is not known about him and what the content of his thought might have been. Nowicki writes boldly: 'Polish intellectual life cannot boast of any one figure who could compare with Łyszczyński in terms of breadth of intellectual horizons, the thoroughness of philosophical erudition and the boldness of thought. He was beyond doubt the most eminent Polish mind of the epoch.' What a pity that no one knows what the content of his thought was. According to the notes made at the trial, Łyszczyński, was curiously 'modern', even to the point of incongruity, in his critique of religion: all of his remarks might have been made by Marx or Lenin ... Łyszczyński clearly states his disbelief in God. The incongruity of this idea, however, lies in an inability to understand its genesis in the context of Polish society at that time ... there is no independent or clear evidence of other individuals with similar inclinations during Łyszczyński's time. To say that Łyszczyński was simply ahead of his time means nothing: it is an admission of the unavailability of an explanation.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Skorobohaty, Walerjan (1840), Historical Sketch Of The Rise, Progress And Decline Of The Reformation In Poland V1, University of Michigan, https://books.google.com/books?id=NnlIAAAAMAAJ&source=gbs_summary_s&cad=0 
  • L. Łyszczinskij, Rod dworian Łyszczinskich, S. Pietierburg 1907.
  • Andrzej Nowicki (filozof)|A. Nowicki, Pięć fragmentów z dzieła "De non existentia dei" Kazimierza Łyszczyńskiego (by a script fromLibrary of Kórnik nr 443), "Euhemer", nr 1, 1957, pp. 72–81.
  • Andrzej Nowicki (philosopher)|A. Nowicki, Aparatura pojęciowa rozważań Kazimierza Łyszczyńskiego (1634–1689) o religii i stosunkach między ludźmi, "Euhemer, Zeszyty Filozoficzne", nr 3, 1962, pp. 53–81.
  • Andrzej Nowicki (philosopher)|A. Nowicki, Studia nad Łyszczyńskim, "Euhemer, Zeszyty Filozoficzne", nr 4, 1963, pp. 22–83.
    • Andrzej Nowicki (philosopher)|A. Nowicki, Pięć wiadomości o Łyszczyńskim w gazecie paryskiej z roku 1689, "Euhemer, Zeszyty Filozoficzne", nr 4, 1963, pp. 40–44.
    • Andrzej Nowicki (philosopher)|A. Nowicki, Sprawa Kazimierza Łyszczyńskiego na Sejmie w Warszawie w świetle rękopisu Diariusza Sejmowego, znajdującego się w Wojewódzkim Archiwum Państwowym w Gdańsku, "Euhemer, Zeszyty Filozoficzne", nr 4, 1963, pp. 23–39.
  • Ateizm Kazimierza Łyszczyńskiego, (w:) Andrzej Nowicki (philosopher)|A. Nowicki, Wykłady o krytyce religii w Polsce, Warszawa 1965, pp. 51–68.
  • Janusz Tazbir, Historia Kościoła katolickiego w Polsce (1460 -1795), Warsaw 1966.
  • Pomian-Srzednicki, Maciej (1982), Religious Change in Contemporary Poland: Secularization and Politics, Routledge, σελ. 103–4, ISBN 0-7100-9245-8 
  • Pomian-Kłoczowski, Jerzy (2000), A History of Polish Christianity, Cambridge University Press, σελ. 155, ISBN 0-521-36429-9, https://books.google.ca/books?id=ecdye8hk_tgC 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]