Ιωακείμ Ευθυβούλης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ιωακείμ Ευθυβούλης (Aρναβούτκιοϊ, 1855 - Κορδελιό Σμύρνης, 1920) ήταν Έλληνας ιεράρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1855 στο Μέγα Ρεύμα (τουρκ: Arnavutköy) του Βοσπόρου κοντά στην Κωνσταντινούπολη και το όνομά του ήταν Αλέξανδρος. Ήταν γιος του καταγόμενου από τη Χίο, Κωνσταντίνου Ευθυβούλη ή Καβίρη που διετέλεσε καθηγητής μαθηματικών και φιλοσοφίας στη Μεγάλη του Γένους Σχολή[1] και της Αικατερίνης Πετροπούλου, κόρης του μεγάλου λογοθέτη Αλέξανδρου Πετρόπουλου[2].

Ως γιος λόγιου, ο Ευθυβούλης πραγματοποίησε σημαντικές σπουδές: αρχικά φοίτησε στη σχολή του Αγιοταφικού Μετοχίου του Φαναρίου[3] και στη συνέχεια στη Μεγάλη του Γένους Σχολή που έδρευε στην ίδια περιοχή. Ακολούθησε τετραετής φοίτηση στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, ενώ αργότερα μετέβη για περαιτέρω θεολογικές σπουδές σε πανεπιστήμια της Γερμανίας και της Ρωσίας[1]. Ενδιάμεσα, στις 25 Δεκεμβρίου του 1877 χειροτονήθηκε διάκονος λαμβάνοντας το όνομα Ιωακείμ[2]. Μεταξύ άλλων γνώριζε εκτός από ελληνικά και τούρκικα, τη γαλλική, τη γερμανική και τη ρωσική γλώσσα[1].

Επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη το 1883 λαμβάνοντας τη θέση του Μεγάλου Πρωτοσύγκελου του Πατριαρχείου και στις 29 Δεκεμβρίου του επόμενου έτους χειροτονήθηκε, έπειτα από εισήγηση του Γρηγορίου Μαρασλή, μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως. Κατά τη διάρκεια της ποιμαντορίας του στην Φιλιππούπολη διακρίθηκε για τη συμβολή του στον τομέα της παιδείας. Συγκεκριμένα προέβη στην ίδρυση αρκετών ελληνικών σχολείων έχοντας την αμέριστη συμπαράσταση επιφανών μελών της ελληνικής κοινότητας της πόλης όπως ο Μαρασλής και ο Σκαρλάτος Κωνσταντινίδης[1].

Στις 17 Δεκεμβρίου του 1889 εξελέγη μητροπολίτης Χαλκηδόνος και το 1897 μητροπολίτης Εφέσου, θέση στην οποία διατηρήθηκε ως τον θάνατό του, τον Ιανουάριο[4] του 1920[3]. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο Ιωακείμ μετέφερε οριστικά την έδρα της μητρόπολης στο Κορδελιό - που μέχρι τότε λειτουργούσε ως ανεπίσημη έδρα - με σκοπό την καλύτερη εξυπηρέτηση των εκκλησιαστικών και κοινοτικών αναγκών της περιφέρειάς του[5] και μερίμνησε για την ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας[2]. Αργότερα ήρθε σε αντιπαράθεση με την ελληνική κοινότητα στο Αϊβαλί εξαιτίας του ζητήματος των επαρχιακών συμβουλίων με επακόλουθο τη δημιουργία της μητρόπολης Κυδωνιών[6]. Κατά τη διάρκεια της περιόδου από το 1914 και μετά, υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής των ελληνικών στρατευμάτων (Μικρασιατική εκστρατεία)[4], αλλά και της ανάγκης προστασίας των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας[2][7].

Απεβίωσε τον Ιανουάριο του 1920[8] στο Κορδελιό όπου και κηδεύτηκε[9]. Διάδοχός του στον μητροπολιτικό θρόνο ήταν ο μητροπολίτης Φιλαδελφείας Χρυσόστομος Χατζησταύρου.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Στεφ. Εμμ. Παπαδοπούλου, Νέα Έφεσος, Αθήναι 1965, σελ. 109.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, Αθήναι 1965, τόμος 6ος, σελ. 1107 - 1108.
  3. 3,0 3,1 Ιωάννης Κυριακαντωνάκης, Η ελληνική λογιοσύνη της Κωνσταντινούπολης. Από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο εξ Απορρήτων (1636-1709) στον Μανουήλ Γεδεών (1851-1943), ΚΜΣ, Αθήνα, 2015, σελ. 75.
  4. 4,0 4,1 Παπαδοπούλου, 1965, σελ. 110.
  5. Χαριτίνη Δ. Βουτσά, Ιστορία των Μητροπόλεων Εφέσου και Ανέων (17ος - 20ός αι.), Διπλωματική εργασία, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2011, σελ. 149 - 151.
  6. Μουστάκας, Κωνσταντίνος. «Εφέσου Μητρόπολις (Οθωμανική Περίοδος)». asiaminor.ehw.gr. Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία. http://asiaminor.ehw.gr/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaID=4385. Ανακτήθηκε στις 18 Αυγούστου 2016. 
  7. Κωνσταντίνου Βοβολίνη, Η Εκκλησία εις τον Αγώνα της Ελευθερίας, 1952, σελ. 225.
  8. Βουτσά, 2011, σελ. 93.
  9. Παπαδοπούλου, 1965, σελ. 111.