Ιωάννης Κομνηνός ο Παχύς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ιωάννης Κομνηνός ο Παχύς
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση12ος αιώνας
Θάνατος31  Ιουλίου 1201 ή 31  Ιουλίου 1200
Κωνσταντινούπολη
Αιτία θανάτουαποκεφαλισμός
Συνθήκες θανάτουθανατική ποινή
Χώρα πολιτογράφησηςΒυζαντινή Αυτοκρατορία
ΘρησκείαΟρθόδοξη Εκκλησία
Οικογένεια
ΓονείςΑλέξιος Αξούχος

Ο Ιωάννης Κομνηνός Αξούχος ο Παχύς ήταν Ρωμαίος ευγενής, που προσπάθησε να σφετεριστεί τον θρόνο του Αλεξίου Γ¨ Αγγέλου Αυτοκράτορα των Ρωμαίων με ένα βραχύβιο πραξικόπημα στις 31 Ιουλίου 1201. Το κίνημα προήλθε από την αντίθεση στον βασιλεύοντα Οίκο των Αγγέλων από τους αριστοκράτες και τους λαϊκούς· και οι δύο ήταν δυσαρεστημένοι από τις αποτυχίες της δυναστείας εναντίον των εξωτερικών εχθρών. Ο Ιωάννης ως τότε ήταν αφανής, έγινε όμως επικεφαλής της εξέγερσης ένεκα της καταγωγής του από την περιφανή δυναστεία των Κομνηνών (1081-1185). Η αληθής κινητήρια δύναμη πίσω του ήταν μάλλον ο φιλόδοξος Αλέξιος Δούκας ο μούρτζουφλος. Με την υποστήριξη του πληθυσμού της Κωνσταντινούπολης, οι συνωμότες κατάφεραν να καταλάβουν το μεγαλύτερο μέρος του Μεγάλου Παλατίου, ΝΑ της Πόλης, το οποίο ο όχλος λεηλάτησε. Ο Ιωάννης Κομνηνός στέφθηκε στην Αγ. Σοφία. Όμως ο Αλέξιος Γ΄, εξασφαλισμένος στο Παλάτι των Βλαχερνών, ΒΔ της Πόλης, έστειλε δυνάμεις δια θαλάσσης να υποστηρίξουν το τμήμα του Μεγάλου Παλατίου, που κρατούσε ακόμη η πιστή Φρουρά των Βαράγγων. Με τον πιο πολύ όχλο να έχει σκορπιστεί τη νύχτα, οι Βάραγγοι με ευκολία κατέστειλαν το πραξικόπημα. Ο Ιωάννης Κομνηνός και πολλοί ακόλουθοί του συνελήφθηκαν και εκτελέστηκαν.

Το ξεκίνημα και το πολιτικό παρασκήνιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιωάννης ήταν ο γιος του διακεκριμένου Αλεξίου Αξούχ μεγάλου Δομεστίκου (αρχηγού Στρατού). Οι Αξούχ ήταν Τουρκικής καταγωγής, που έδωσαν έναν αριθμό από διακεκριμένους στρατηγούς και έγιναν εξέχοντες από τη σχέση τους με τους Κομνηνούς. Σχετίστηκαν με αυτούς με επιγαμία: η μητέρα του Ιωάννη, η Μαρία Κομνηνή, ήταν κόρη του Αλεξίου συναυτοκράτορα του πατέρα του Ιωάννη Β΄.[1][2] Έτσι ο Ιωάννης είχε καταγωγή συγκρίσιμη ή ανώτερη του Αγγέλων, αν και από τη μητέρα του μόνο.[3]

Η βασιλεία του Αλεξίου Γ΄ (1295-1203) είχε προβλήματα από την αρχή. Η αριστοκρατία συνωμότησε εναντίον του και το πιεστικό αίτημά του για νέες πηγές εσόδων εμποδίστηκε από την άρνηση της Συγκλήτου, του κλήρου και των εμπόρων να συνεισφέρουν. Η μεσαία και κατώτερη τάξη της Βασιλεύουσας έδειχνε συχνά τη δυσαρέσκειά της με ταραχές ενάντια σε διεφθαρμένους αξιωματούχους. Η πιο σημαντική από αυτές ήταν η μεγάλης κλίμακας εξέγερση τον Φεβρουάριο του 1200 εναντίον του Φρουρού του Πραιτωρίου (Φυλακής) Ιωάννη Λαγού, που κατεστάλη αιματηρά από τον Αυτοκρατορικό στρατό.[4][5]

Ο Ιωάννης Κομνηνός ήταν μία μάλλον ασήμαντη μορφή της Αυλής, που -όπως αναφέρεται σε μία στο περιθώριο σημείωση των αρχών του 13ου αι.- πίσω του, πραγματικός εγκέφαλος του πραξικοπήματος, ήταν ο Δούκας μούρτζουφλος, ο μετέπειτα Αυτοκράτορας Αλέξος Ε΄. Ο Αλέξιος Γ΄ δεν είχε γιο, έτσι θα τον διαδεχόταν ο γαμπρός του. Πάντρεψε την κόρη του Ειρήνη με τον Αλέξιο Παλαιολόγο και την Άννα με τον Θεόδωρο Λάσκαρη. Αυτό θα ξεκινούσε μία νέα βάση αριστοκρατίας, κάτι που θα δυσαρέστησε πολλές ευγενείς οικογένειες.[6][7][8] Σίγουρα ένας ευρύς κύκλος ευγενών της εποχής των Κομνηνών υποστήριξαν τον πραξικόπημα, ίσως ακόμη και οι αδελφοί Αλέξιος και Δαυίδ (3α εξαδέλφια του Ιωάννη), οι μετέπειτα ιδρυτές της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας.[2][3]

Η εξέγερση τροφοδοτήθηκε και από μία γενική αίσθηση δυσαρέσκειας και ταπείνωσης από τις αποτυχίες των Αγγέλων, ιδιαίτερα στην εξωτερική πολιτική. Αυτό φαίνεται από τά λόγια του Ιωάννη, που σύμφωνα με τον αυτόπτη Νικόλαο Μεσαρίτη διακήρυξε: "Στο εξής όλα θα πάνε καλά για τη Ρωμανία· οι εχθροί της θα ηττηθούν και όλοι οι βασιλείς της γης θα έλθουν να δηλώσουν υποτέλεια στην Κωνσταντινούπολη."[9]

Στον χάρτη της Κωνσταντινούπολης το Μέγα Παλάτιο (ΝΑ), που κατέλαβαν οι οπαδοί του Ιωάννη, είναι αντιδιαμετρικά με το Ανάκτορο των Βλαχερνών (ΒΔ), όπου βρισκόταν ο Αλέξιος Γ΄.

Το πραξικόπημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εξέγερση ξεκίνησε στις 31 Ιουλίου 1201, όταν οι συνωμότες εισέβαλαν στην Αγ. Σοφία και ορκίστηκαν να αποκαταστήσουν την Αυτοκρατορία στα πρότερα όριά της και να νικήσουν τους Βλαχο-Βουλγάρους, τους Σελτζούκους Τούρκους και τους Λατίνους Σταυροφόρους. Ο Ιωάννης ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας και στέφθηκε από ένα μοναχό, αφού ο Πατριάρχης Ιωάννης Ι΄ Καματηρός είχε κρυφτεί σε ένα ντουλάπι. Το πλήθος εξεγέρθηκε και έβαλε φωτιά σε εκκλησίες.[10][11] Οι συνωμότες βάδισαν εναντίον του Μεγάλου Παλατίου· επειδή η Χαλκή Πύλη φυλαγόταν από τη φοβερή Φρουρά των Βαράγγων, εισέβαλαν από το πέρασμα, που ένωνε το κάθισμα (τη θέση του Αυτοκράτορα) στον Ιππόδρομο με τον περίβολο του Παλατίου. Οι υποστηρικτές του Ιωάννη απομάκρυναν τη Μακεδονική Φρουρά, που ήταν εκεί και εισέβαλαν στο Παλάτιο από την Καρεία Πύλη.[12][13]

Έχοντας κερδίσει τον έλεγχο των δυτικών κτηρίων των Παλατίου, ο Ιωάννης κάθισε στο θρόνο, ο οποίος όμως έσπασε από το βάρος του. Δεν πήρε μέτρα να διασφαλίσει τη θέση του, μόνο απένειμε τις υψηλότερες θέσεις στους κύριους οπαδούς του.[12][14] Ταυτόχρονα ο όχλος, μεταξύ αυτών Γεωργιανοί και Ιταλοί μισθοφόροι, άρχισαν να λεηλατούν τα κτήρια. Έφθασαν στη Νέα Εκκλησία και στο ναό της Παναγίας του Φάρου, το κύριο αποθετήριο ιερών λειψάνων της Αυτοκρατορίας, που τα υπερασπίστηκε ο σκευοφύλακας Νικόλαος Μεσαρίτης με μία μικρή φρουρά, που του έστειλε ο Ιωάννης. Κατάφερε να τους απωθήσει, αλλά όταν τραυματίστηκε, αποσύρθηκε στο ναό του Φάρου.[12][14]

Όταν νύχτωσε το μεγαλύτερο μέρος του πλήθους, που είχε εισβάλλει στο Παλάτιο, έφυγε, με την πρόθεση να επαναλάβει τη λεηλασία την άλλη ημέρα. Ο Αλέξιος Γ΄, που διέμενε στο Ανάκτορο των Βλαχερνών στο βορειοδυτικό άκρο της Βασιλεύουσας, ετοιμάστηκε για αντίπραξη. Απέστειλε μία μικρή δύναμη με πλοιάρια γύρω από τα Τείχη ως τη μονή της Οδηγήτριας, βόρεια του Μεγάλου Παλατίου, υπό την ηγεσία του γαμπρού του Αλεξίου Παλαιολόγου, που ήταν ο αναμενόμενος κληρονόμος του. Αυτός επικοινώνησε γρήγορα με τους Βαράγγους, που κατείχαν τα βόρεια κτήρια του Παλατίου.[12][13]

Η δύναμη βάδισε προς τον Ιππόδρομο, όπου απομάκρυνε τους υποστηρικτές του Ιωάννη. Εισήλθαν στο Παλάτιο, όπου βρήκαν μικρότατη αντίδραση από τους συνοδούς του σφετεριστή. Έπειτα από σύντομη καταδίωξη τον συνέλαβαν και τον καρατόμησαν. Την επόμενη ημέρα το κεφάλι του επιδείχθηκε στο Forum (Αγορά) και το σώμα του εκτέθηκε στις Βλαχέρνες. Παρόμοια μοίρα έπληξε πολλούς από τους υποστηρικτές του τη νύκτα, ενώ άλλοι βασανίστηκαν για να ομολογήσουν τα ονόματα όλων των συνωμοτών.[15] Ο Αλέξιος Δούκας μάλλον φυλακίστηκε για τον ρόλο του στο κίνημα (οι πηγές τον αναφέρουν εγκάθειρκτο το 1203) και οι αδελφοί Αλέξιος και Δαυίδ Κομνηνοί φαίνεται πως, μόλις απέτυχε το εγχείρημα, διέφυγαν από τη Βασιλεύουσα.[2][16]

Πηγές του 13ου αι.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πραξικόπημα περιγράφτηκε από τους ιστορικούς της εποχής: ο Νικήτας Χωνιάτης το περιγράφει σύντομα και μάλλον απορριπτικά, αλλά ο Νικόλαος Μεσαρίτης περιγράφει εκτενώς τα γεγονότα στα οποία ήταν μάρτυρας και δίνει έμφαση στον ρόλο του. Ο λόγιος Νικηφόρος Χρυσοβέργης και ο Ευθύμιος Τορνίκης έγραψαν ομιλίες για τον εορτασμό της λήξης της εξέγερσης.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μερικοί σύγχρονοι γενεαλόγοι ερευνητές θεωρούν τον Ιωάννη Αξούχο ως πιθανό πατέρα της:

Αυτό είναι υποθετικό: επειδή η Θεοδώρα είχε γιο τον Ιωάννη Α΄ Μέγα Κομνηνό Αξούχο, θεωρούμε ότι το επώνυμο της μητέρας του είναι Αξούχαινα.


Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Angold, Michael (2005), "Byzantine politics vis-à-vis the Fourth Crusade", in Laiou, Angeliki E., Urbs capta: the Fourth Crusade and its consequences, Paris: Lethielleux, pp. 55–68, ISBN 2-283-60464-8, ISSN 1147-4963
  • Brand, Charles M. (1968), Byzantium confronts the West, 1180–1204, Cambridge, Mass.: Harvard University Press, LCCN 67-20872
  • Cheynet, Jean-Claude (1996), Pouvoir et contestations à Byzance (963–1210) (in French), Paris: Publications de la Sorbonne, ISBN 978-2-85944-168-5
  • Kazhdan, Alexander, επιμ. (1991) (στα αγγλικά). The Oxford Dictionary of Byzantium. Οξφόρδη και Νέα Υόρκη: Oxford University Press. ISBN 0-19-504652-8. 
  • Williams, Kelsey Jackson (2007), "A Genealogy of the Grand Komnenoi of Trebizond", Foundations: Journal of the Foundation for Medieval Genealogy, Chobham: Foundation for Medieval Genealogy, 2 (3), ISSN 1479-5078

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Kazhdan (1991), p. 239
  2. 2,0 2,1 2,2 Angold (2005), p. 60
  3. 3,0 3,1 Brand (1968), p. 122
  4. Brand (1968), pp. 119–122
  5. Cheynet (1996), pp. 444–445
  6. Angold (2005), pp. 60–61
  7. Brand (1968), pp. 119–120
  8. Cheynet (1996), pp. 443–444
  9. Cheynet (1996), p. 445
  10. Angold (2005), pp. 59, 61
  11. Brand (1968), pp. 122–123
  12. 12,0 12,1 12,2 12,3 Brand (1968), p. 123
  13. 13,0 13,1 Angold (2005), p. 62
  14. 14,0 14,1 Angold (2005), pp. 61–62
  15. Brand (1968), pp. 123–124
  16. Brand (1968), p. 124
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα John Komnenos the Fat της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).