Ιωάννης Καραβίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ιωάννης Καραβίας
KARAVIAS-DAVAKIS-1.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 1899
Θάνατος 1994
Πάρος
Εθνικότητα Έλληνες
Χώρα πολιτογράφησης Ελλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες Νέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα στρατιωτικός
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατός /Πεζικό
Πόλεμοι/μάχες Ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940-1941

O Ιωάννης Καραβίας (1899 - Ιούλιος 1994) ήταν Έλληνας αξιωματικός πεζικού του ελληνικού στρατού που διακρίθηκε στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 καθώς και στις επιχειρήσεις των Συμμάχων στη Μέση Ανατολή και στην Ιταλία κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Γεννήθηκε το 1899 στο Μερδένικο, τη σημερινή Παναγούλα Ξηρομέρου του Νομού Αιτωλοακαρνανίας. Η οικογένειά του καταγόταν από τον κλάδο των Καραβαίων της Ιθάκης, με κύριους εκπροσώπους τον ιερομάρτυρα και δάσκαλο του γένους Ευγένιο Καραβία και τον αξιωματικό του Υψηλάντη Βασίλειο Καραβία.

Το 1922 αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων ως Ανθυπολοχαγός Πεζικού. Τοποθετήθηκε στη στρατιά Θράκης και συμμετείχε στην προσπάθεια για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Τον Οκτώβριο του 1923 συμμετείχε στο επαναστατικό Κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη που είχε αντιβενιζελικό χαρακτήρα, και γι' αυτόν τον λόγο καταδικάστηκε από στρατοδικείο, καθαιρέθηκε και αποτάχθηκε από το στράτευμα. Το επόμενο έτος δόθηκε αμνηστία στους επαναστάτες του 1923 και έτσι επανήλθε στην ενεργό στρατιωτική υπηρεσία.

Στις 28 Οκτωβρίου 1940, ημέρα κήρυξης του Ελληνοϊταλικού πολέμου (1940-1941) έφερε τον βαθμό του ταγματάρχη και υπηρετούσε στο 3ο γραφείο του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ). Στις 30 Οκτωβρίου, με εντολή του διοικητού του υποστράτηγου Βασίλειου Βραχνού, αναχώρησε προς το Επταχώρι προκειμένου να αποκαταστήσει την επικοινωνία ανάμεσα στο ΤΣΔΜ και το "Απόσπασμα Πίνδου", το οποίο διοικούσε ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης. Το Απόσπασμα αντιμετώπιζε με πολύ μεγάλη δυσκολία την επίθεση της επίλεκτης ιταλικής μεραρχίας αλπινιστών «Τζούλια», που κατευθυνόταν προς το Μέτσοβο, προκειμένου να υπερκεράσει την ελληνική αμυντική γραμμή του Καλπακίου. Στις 2 Νοεμβρίου, μετά τον τραυματισμό του συνταγματάρχη Δαβάκη και του αντισυνταγματάρχη Μεσίρη, ο Καραβίας ανέλαβε τη διοίκηση του Αποσπάσματος. Υπό την ηγεσία του δόθηκαν σκληρές μάχες με κατά πολύ υπέρτερες ιταλικές δυνάμεις στη Φούρκα και τα υψώματα Προφήτης Ηλία, Γύφτισσα και Ταμπούρι που στέφθηκαν από επιτυχία για τους μαχητές του Αποσπάσματος. Μετά την ελληνική νίκη, η οποία ήταν η πρώτη ελληνική νίκη στη Μάχη της Πίνδου, οι Ιταλοί αλπινιστές βρέθηκαν αποκομένοι από τον υπόλοιπο στρατό και φοβούμενοι περικύκλωση και καταστροφή οπισθοχώρησαν σε μεγάλη αποδιοργάνωση. Μετά την οπισθοχώρηση των Ιταλών ο Καραβίας ηγήθηκε στρατιωτικών σωμάτων που πολέμησαν μέχρι τον Απρίλιο του 1941 τους Ιταλούς εντός του Αλβανικού εδάφους.

Μετά την επίθεση των Γερμανών στην Ελλάδα και την συνθηκολόγηση, ο Καραβίας κατέφυγε στην Πάρο, τόπο καταγωγής της συζύγου του, και από εκεί διέφυγε στη Μέση Ανατολή. Εκεί διακρίθηκε στις επιχειρήσεις των Συμμάχων και στην Δεύτερη μάχη του Ελ Αλαμέιν ως υποδιοικητής τάγματος της 1ης Ταξιαρχίας. Στη συνέχεια, διετέλεσε διοικητής του 1ου Τάγματος της 3ης Ελληνικής Ορεινής Ταξιαρχίας του Ελληνικού Στρατού υπό τον συνταγματάρχη Θρασύβουλο Τσακαλώτο στη Μάχη του Ρίμινι, στην Ιταλία. Ο Καραβίας ηγήθηκε της επίθεσης στο Μοντιλιάνι και τη Μπελαρία και κατόρθωσε να καταλάβει το στρατιωτικό αεροδρόμιο του Ρίμινι ύστερα από σκληρή μάχη, συμβάλλοντας στην κατάληψη της πόλης στις 21 Σεπτεμβρίου 1944[1]. Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1944 ανέλαβε πάλι επιθετικές πρωτοβουλίες εναντίον της Γοτθικής Γραμμής και μετά από σκληρό αγώνα κατόρθωσε να περάσει τον ποταμό Ρουβίκωνα και να προωθηθεί αρκετά χιλιόμετρα εντός του γερμανοκρατούμενου εδάφους. Για τις νίκες αυτές η 3η Ορεινή Ταξιαρχία έλαβε το όνομα Ταξιαρχία Ρίμινι.

Μετά την επιστροφή στην Ελλάδα πολέμησε στα Δεκεμβριανά στην Αθήνα και κατά τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο 1946-1949 ηγήθηκε στρατιωτικών σωμάτων στις εκκαθαρίσεις της Πελοποννήσου.

Το 1947 ανέλαβε υποδιοικητής και αργότερα διοικητής της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων (1947), διοικητής της 72ης Ταξιαρχίας (1948-1949) και διοικητής της 5ης Μεραρχίας Κρήτης (1953). Αποστρατεύθηκε το 1958 με τον βαθμό του στρατηγού και πέθανε τον Ιούλιο του 1994.

Τιμήθηκε με σειρά διακρίσεων, προάχθηκε δύο φορές «επ’ ανδραγαθία», πήρε τρεις φορές το «Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας», το μεγαλύτερο ελληνικό παράσημο, ενώ οι Βρετανοί τον τίμησαν με τό παράσημο «D.S.O.», που είναι το μεγαλύτερο παράσημο που απονέμεται σε ξένους, και τον ονόμασαν «Επίτιμο Αξιωματικό της Βρετανικής Αυτοκρατορίας». Έγραψε τα βιβλία Αναμνήσεις από τον Πόλεμον (1947) και Η Ζωή ενός στρατιώτη (1978).

Εξωτερικοί συνδέσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τσακαλώτος, Θρασύβουλος (1960). Σαράντα Χρόνια Στρατιώτης της Ελλάδος. Αθήνα: Ακρόπολις, σελ. 515-529.