Ορέστης (τραγωδία)
| Το λήμμα δεν περιέχει πηγές ή αυτές που περιέχει δεν επαρκούν. |
| Ορέστης Ὀρέστης | |
|---|---|
| Συγγραφέας | Ευριπίδης |
| Πρωτότυπος τίτλος | Ὀρέστης |
| Παγκόσμια πρώτη παράσταση | 408 π.Χ. |
| Τοποθεσία πρώτης παράστασης | Θέατρο του Διονύσου |
| Γλώσσα πρωτότυπου | Αρχαία ελληνικά |
| Είδος | Τραγωδία |
| Διαδραματίζεται στο/η | Άργος |
Ορέστης είναι ο τίτλος τραγωδίας που έγραψε ο Ευριπίδης και διδάχτηκε (παίχτηκε) πριν την αναχώρηση του ποιητή για την αυλή του βασιλιά Αρχελάου της Μακεδονίας, πιθανώς το 408 π.Χ..
Υπόθεση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Βρισκόμαστε στο αρχαίο Άργος. Ο Ορέστης έχοντας δολοφονήσει τη μητέρα του Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο, είναι άρρωστος και τον περιποιείται η αδελφή του Ηλέκτρα.
Η Ηλέκτρα κλαίει και οδύρεται για τις συμφορές της, τις οποίες συνδέει με την τύχη του οίκου των Ατρειδών, από τους οποίους κατάγεται και από τους οποίους φαίνεται να έχει κληρονομήσει αυτήν τη άτυχη μοίρα. Φοβάται ότι ο λαός των Αργείων θα αποφασίσει θάνατο γι'αυτήν και τον αδελφό της. Ελπίζει να αλλάξει το κλίμα, με την αναμενόμενη άφιξη του θείου της Μενελάου, ο οποίος έρχεται από την Τροία, όμως φέρνει μαζί του την Ελένη.
Όντως Μενέλαος και Ελένη φθάνουν στο Άργος. Στη σκηνή εμφανίζεται η Ελένη όπου συνομιλεί με την Ηλέκτρα. Η Ηλέκτρα την ενημερώνει για την άσχημη κατάσταση του Ορέστη και η Ελένη δείχνει να συμπονά τον άτυχο νέο. Παράλληλα η Ελένη τονίζει ότι όλα έγιναν εξαιτίας του Απόλλωνα, καθώς οι θεοί ουσιαστικά ξεκίνησαν τον πόλεμο. Επίσης, ζητά από την Ηλέκτρα να πάει χοές στον τάφο της Κλυταιμνήστρας, γιατί η ίδια φοβάται να πάει μόνη της εξαιτίας του ότι δεν ξέρει πως θα την αντιμετωπίσουν μέσα στην πόλη συγγενείς θυμάτων του Τρωικού Πολέμου. Η Ηλέκτρα αρνείται, όμως προτείνει να πάει τις χοές η Ερμιόνη, κόρη της Ελένης, καθώς η Ερμιόνη ήταν υπό την προστασία της Κλυταιμνήστρας όσο έλειπε η Ελένη και πράγματι η Ερμιόνη πηγαίνει τις νεκρικές χοές.
Η Ηλέκτρα μαζί με γυναίκες της ηλικίας της (χορός) πενθούν για τα δεινά των δυο αδελφών και οι φωνές ξυπνούν τον Ορέστη. Συνομιλεί με την αδερφή του και της αναφέρει ότι δεν αντέχει τις τύψεις, καθώς έξι μέρες μετά τον θάνατο της μητέρας του, οι Ερινύες τον κυνηγούν παντού. Η Ηλέκτρα τον καθησυχάζει ενημερώνοντάς τον για την άφιξη του Μενελάου και διαβεβαιώνοντάς τον για την αγάπη της..
Ο Μενέλαος έρχεται και συνομιλεί με τον Ορέστη. Αναφέρει ότι έμαθε τα άσχημα μαντάτα και ότι δεν αναγνωρίζει τον Ορέστη, καθώς η κατάθλιψη και η κόπωση τον άλλαξαν. Ο Ορέστης ζητά τη βοήθειά του και εκείνος λέει ότι θέλει να σκεφτεί ψύχραιμα πριν πάρει την απόφαση να μεσολαβήσει στο λαό των Αργείων.
Μπαίνει στη σκηνή ο παππούς του Ορέστη ο Τυνδάρεως ο οποίος κατακεραυνώνει τον Ορέστη και ζητά από τον Μενέλαο να μην μεσολαβήσει υπέρ του, ειδάλλως δε θα έχει θέση στο Άργος. Ουσιαστικά τον απειλεί. Ο Ορέστης εξηγεί ότι διέπραξε τη δολοφονία μετά από παρότρυνση του Απόλλωνα, ως ηθικό χρέος προς τον πατέρα του. Ο Τυνδάρεως επιμένει να τον κατηγορεί και φεύγει μανιασμένος προς τη συγκέντρωση του λαού. Ο Ορέστης εκλιπαρεί ξανά τον Μενέλαο, ο οποίος είναι σαφές ότι δεν παίρνει θέση.
Εμφανίζεται ο Πυλάδης, φίλος και σύντροφος του Ορέστη, ο οποίος τον στηρίζει και του προτείνει να πάνε μαζί στη συνέλευση μήπως επηρεάσουν το αποτέλεσμα.
Η Ηλέκτρα συνομιλεί με τον χορό, ο οποίος την πληροφορεί ότι οι δυο νέοι πήγαν μόνοι τους στη συνέλευση. Αγγελιοφόρος την πληροφορεί ότι ο λαός αποφάσισε θάνατο και για τα δύο αδέλφια.
Η Ηλέκτρα θρηνεί για την απόφαση και δείχνει στον Ορέστη την αγάπη της για εκείνον. Οι τρεις νέοι στη συζήτηση που έχουν, σκέφτονται πως πρέπει να τιμωρήσουν το Μενέλαο για την αδιαφορία του. Ο Πυλάδης προτείνει να σκοτώσουν την Ελένη για εκδίκηση, πράγμα που θα κάνουν, όμως η Ηλέκτρα προτείνει και την αρπαγή της Ερμιόνης για να ασκήσουν ψυχολογική βία στο Μενέλαο.
Οι νέοι μπαίνουν στο παλάτι και ακούγονται κραυγές. Έρχεται η Ερμιόνη και η Ηλέκτρα της λέει ότι αποφασίστηκε η θανάτωση Ηλέκτρας και Ορέστη, όμως η Ερμιόνη θέλει πραγματικά να τους βοηθήσει. Ανυποψίαστη μπαίνει, για να δει τον Ορέστη που πήγε να ικετέψει την Ελένη για τη ζωή του.
Από το παλάτι βγαίνει ένας Φρύγας δούλος της Ελένης, ο οποίος μας πληροφορεί ότι την ώρα που πήγαιναν να σφάξουν την Ελένη, εκείνη ξαφνικά εξαφανίστηκε. Παράλληλα, έρχεται ο Μενέλαος ο οποίος βλέπει στην οροφή του παλατιού τον Ορέστη να κρατά την Ερμιόνη και καλεί σε βοήθεια το λαό του Άργους για βοήθεια, παρότι φοβάται για τη ζωή της κόρης του.
Ο Ορέστης είναι έτοιμος να πυρπολήσει το παλάτι, όταν εμφανίζεται ως "από μηχανής θεός" ο Απόλλωνας και λέει ότι η Ελένη αναλήφθηκε και θεοποιήθηκε, ότι ο Ορέστης θα λείψει για ένα διάστημα και μόλις επιστρέψει θα αθωωθεί από τον Άρειο Πάγο και ότι στο μέλλον θα παντρευτεί την Ερμιόνη και ο Πυλάδης την Ηλέκτρα. Τέλος, τόνισε ότι όλα γίνανε με τη θεία βούληση και έτσι συμφιλιώθηκαν όλοι.