Επιτάφιος (Γιάννης Ρίτσος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Επιτάφιος
Επιτάφιο Γιάννη Ρίτσου.jpeg
Εξώφυλλο του Επιταφίου, από τον ΚΕΔΡΟΣ, 1979
Συγγραφέας Γιάννης Ρίτσος
Είδος Ποίηση
Εκδότης Ριζοσπάστης (1936) και μετά Κέδρος (1956)
Ημερομηνία έκδοσης 8 Ιουνίου 1936
Σελίδες 32
ISBN ISBN 978-960-04-0291-9

Ο Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου[1] είναι ποίημα που δημοσιεύθηκε στις 8 Ιουνίου 1936, από το εκδοτικό της εφημερίδας Ριζοσπάστης.[2] Ήδη από τον προηγούμενο μήνα είχαν εκδοθεί από την ίδια εφημερίδα, τα πρώτα 3 άσματα, από τα 20 συνολικά, υπό τον τίτλο Μοιρολόι, στις 12 Μάη του 1936.[3] Τα 10.000 χιλιάδες αντίτυπα που κυκλοφόρησαν, από το εκδοτικό της εφημερίδας είχαν σχεδόν εξαντληθεί, αριθμός ρεκόρ, για την εποχή.[4] Όμως, εκείνη την περίοδο, ανακηρύχθηκε δικτάτορας ο Ιωάννης Μεταξάς και κάηκαν τα τελευταία 250 εναπομείναντα αντίτυπα στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, μαζί με άλλα «ανατρεπτικά» βιβλία.[5] Η οριστική μορφή του ποιήματος, εκδόθηκε 20 χρόνια αργότερα, το 1956, η οποία περιλαμβάνει και τα 20 άσματα του Επιταφίου, έξι δηλαδή παραπάνω από αυτά που περιείχε η εκδοτική του Ριζοσπάστη το 1936.[3]

Το ποίημα αυτό είναι ένα από τα γνωστότερα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, καθώς και το ποίημα που τον έκανε γνωστό στο ελληνικό κοινό.[6]

Ιστορία συγγραφής - Σύλληψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εικόνα που ενέπνευσε τον ποιητή.

Το 1936, σιγά σιγά, στη Θεσσαλονίκη, έγινε μια μαζική απεργία. Οι απεργοί δεν κάνανε μαζικές συγκεντρώσεις. Μια από τις διάσπαρτες συγκεντρώσεις τους ήταν στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου, όταν αιφνιδιαστικά, αστυνομικοί, άρχισαν να πυροβολούν προς τη συγκέντρωση. Ο απολογισμός ήταν 12 νεκροί και πολλοί τραυματίες. Κατόπιν, οι απεργοί αντέδρασαν και αυτό που ακολούθησε είναι απερίγραπτο.[7] Την επόμενη μέρα ο Ριζοσπάστης, αφιερώνει το εξώφυλλο του, για αυτά τα γεγονότα. Στο εξώφυλλο του υπάρχει μια φωτογραφία, που απεικονίζει μια γυναίκα, να κλαίει πάνω από το νεκρό παιδί της.[8]

Ο Ρίτσος, αφού βλέπει αυτή τη σκληρή εικόνα εμπνέεται.[9] Κλείνεται στη σοφίτα του, στην οδό Μεθώνης 30 και συγγράφει.[10] Όπως ο ίδιος λέει, «είχε κλειστεί στη σοφίτα του δύο μερόνυχτα και έγραφε, χωρίς να φάει και να κοιμηθεί, την τρίτη μέρα, δεν άντεξε, άρχισε να σβήνει...»[11] Κατόπιν, παραδίδει τα πρώτα τρία ποιήματα, από τα 20 συνολικά, στον Ευθύφρονα Ηλιάδη,[10] και δημοσιεύονται στον Ριζοσπάστη.[12]

Πρόλογος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ίδιος ο ποιητής νιώθει την ανάγκη να προλογίσει το ποίημά του. Ο ίδιος ενημερώνει το αναγνωστικό κοινό από πού εμπνεύστηκε το ποίημα, αλλά και τι θα ακολουθήσει:[13]

Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου, μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της, βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν - τῶν ἀπεργῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της.

Η δομή του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μέρος Ι: Ο Θάνατος: Το πρώτο μέρος ξεκινάει με τη μάνα, που διαπιστώνει πως ο γιος της είναι νεκρός:

«Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,

πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,

πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω

καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;»
  • Μέρος ΙΙ: Η Απόγνωση: Η μάνα σε αυτό το μέρος, εκφράζει την απόγνωση της, για το νεκρό παιδί της:

«Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη χωρὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ;»

  • Μέρος ΙΙΙ: Το Νεκρό Σώμα: Στο τρίτο μέρος, ξεκινά η ακριβής και λεπτομερής περιγραφή του κορμιού του γιου της, που πλέον βρίσκεται στα χέρια της νεκρό:

«Μαλλιὰ σγουρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα [...] Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο [...] Μάτια γλαρὰ ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη» (κ.ο.κ)

  • Μέρος VI: Η Μοίρα: Στο τέταρτο μέρος η μάνα, πλέον, σκέφτεται τη μοίρα και αναρωτιέται:

«Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψει τέτοιον καημό, τέτοια φωτιὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;»

  • Μέρος V: Η Απουσία: Στο πέμπτο μέρος, η μάνα, συνειδητοποιεί πως τώρα έμεινε μόνη της και ότι το κενό από τον θάνατο του γιου της είναι μεγάλο:

«Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα, καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα

[...]

«Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερὸ τὸ δροσερό σου στόμα, θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.»

  • Μέρη VI, VII, VIII: Ο Θρήνος: Στο έκτο, έβδομο και όγδοο μέρος αρχίζει ο θρήνος της μάνας και είναι ένα από τα κυριότερα σημεία του έργου:

«Μέρα Μαγιοῦ μοῦ μίσεψες, μέρα Μαγιοῦ σὲ χάνω, ἄνοιξη, γιέ, ποὺ ἀγάπαγες κι ἀνέβαινες ἀπάνω»

[...]

«Πῶς θὰ γυρίσω μοναχή στὸ ἐμραδιακό καλύβι; Ἔπεσε ἡ νύχτα στὴν αὐγή καὶ τὸ στρατί μοῦ κρύβει»

[...]

«Κανείς μὴ γγίξει ἀπάνω του, παιδί μου εἶναι δικό μου. Σιωπή∙ σιωπή∙ κουράστηκε, κοιμᾶται τὸ μωρό μου.»

[...]

«Ποιός μοῦ τὸ πῆρε; Ποιός μπορεῖ νὰ μοῦ τὸ πάρει ἐμένα; Ἄσπρισαν τὰ χειλάκια του, τὰ μάτια του κλεισμένα.»

[...]

«Ποῦ πέταξε τ' ἀγόρι μου; ποῦ πῆγε; ποῦ μ' ἀφήνει; Χωρίς πουλάκι τὸ κλουβί, χωρίς νεράκι ἡ κρήνη

[...]

«Δέν ἔμενες, καρδοῦλα μου, στ' ἄσπρο μικρούλι σπίτι, νὰ σ' ἔχω σάν ἀφέντη μου, νὰ σ' ἔχω σάν σπουργίτι.»

  • Μέρος IX: Η Ύβρις: Στο ένατο μέρος η μάνα —δεύτερο κύριο σημείο του έργου— απευθύνεται στον Θεό:

«Κι, ἄχ, Θέ’ μου, Θέ’ μου, ἄν εἰσουν Θεός κι ἄν εἴμασταν παιδιά σου θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου

  • Μέρη X, XI, XII, XIII: Το Μοιρολόι: Στα τέσσερα αυτά μέρη, αρχίζει πια το μοιρολόι:

«Καὶ κεῖ ποὺ σὲ καμάρωνα, πλατάνι, παλληκάρι, ἔτρεμα μή πνοή ἀγεριοῦ στὸν οὐρανό σὲ πάρει.»

[...]

«Ἔτσι ἄχαρη με ὠμόρφαινες κ’ ἔτσι ἄμαθη – γιά κοίτα – μές στὴ ματιά σου διάβαζα τῆς ζωῆς τὴν ἀλφαβῆτα

[...]

«Καὶ πάλι ἡ ἔρμη ντρέπουμαι, γιόκα μου, ἐσύ νὰ λείπεις κι ἀκόμα ἐγώ νἀχω φωνή – ξόμπλι φτηνό της λύπης

Μέρη XIV, XV, XVI, XVII: Ο Μετασχηματισμός: Στα επόμενα τέσσερα μέρη, η μητέρα, μετά το μοιρολόι, αρχίζει και μπαίνει σε ένα μεταβατικό στάδιο, και περνά λίγο πριν την Αντίσταση:

«Καὶ σύναζα ὅλα σου βουβά, σάν τὰ πουλιὰ μιά κλώσσακαὶ τώρα πού μοῦ μίσεψές μοῦ λύθηκεν ἡ γλῶσσα»

[...]

«...Καὶ τὸ καράβι βούλιαξε κι ἔσπασε τὸ τιμόνι καὶ στοῦ πελάγου τὸ βυθό πλανιέμαι τώρα μόνη

[...]

«Κι ἀκόμα μήτε νὰ πνιγῶ, μήτε ν’ ἀνέβω πάνωκάνω ἀπὸ κάπου νὰ πιαστῶ καὶ φύκι μόνο πιάνω»

[...]

«Λίγο ψωμάκι ζήτησες καὶ σοὔδωκαν μαχαίρι, τὸν ἵδρωτά σου ζήτησες καὶ σοὔκοψαν τὸ χέρι.»

[...]

«Καὶ στὸ αἷμα τους τὴ φοῦστα μου κόκκινη νὰν τὴ βάψω, καὶ νὰ χορέψω... Ἄχ, γιόκα μου, δέν πάει μου νὰ σὲ κλάψω.»

[...]

«Κόσμος περνᾶ καὶ μὲ σκουντᾶ, στρατός καὶ μὲ πατάει κ' ἐμέ τὸ μάτι οὐδέ γυρνᾶ κι οὐδέ σὲ παρατάει

[...]

«Καὶ δές, μ' ἀνασηκώνουνε... χιλιάδες γιούς ξανοίγω, μά, γιόκα μου, ἀπ' τὸ πλάγι σου δέ δύνουμαι νὰ φύγω

  • Μέρη XVIII, XIX, XX: Η Ανάσταση: Στα τελευταία μέρη του έργου έρχεται η Ανάσταση και η μητέρα παίρνει τη θέση του γιου της, δίπλα στους συντρόφους του:

«Κι ἂν δέ λυγάω σὲ προσευχή, τὰ χέρια κι ἄν δέν πλέκω, γιέ μου, τὸ ξέρεις, πιο ἀπὸ πρίν τώρα κοντά σου στέκω.»

[...]

«Νἆχα τ'ἀθάνατο νερό, ψυχή καινούρια νἆχα νὰ σοὔδινα, νὰ ξύπναγες γιὰ μιά στιγμή μονάχα»

«Νὰ δεῖς, νὰ πεῖς, νὰ τὸ χαρεῖς ἀκέριο τ'ὄνειρό σου νὰ στέκεται ὁλοζώντανο κοντά σου, στὸ πλευρό σου

[...]

«Κ’ οἱ λύκοι ἀποτραβήχτηκαν καὶ κρύφθηκαν στὴν τρούπα – μαμούνια ποὺ τὰ σάρωσε βαρειά τοῦ ἐργάτη ἡ σκοῦπα –»

[...]

«Γιέ μου, στ’ ἀδέλφια σου τραβῶ καὶ σμίγω τὴν ὀργή μου, σοὺ πῆρα τὸ ντουφέκι σου – κοιμήσου, ἐσύ, πουλί μου

Ύφος - Τεχνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ποίημα του Επιταφίου είναι γραμμένο σε ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο, με επιρροές από μανιάτικο μοιρολόι, ενώ αφομοιώνει και στοιχεία Κρητικής Αναγέννησης.[5]

Βεβαίως, το ποίημα απηχεί και στον ορθόδοξο Επιτάφιο Θρήνο. Το μοτίβο που χρησιμοποιεί ο ποιητής Θάνατος-Ανάσταση είναι εμπνευσμένο από την ιστορία του (σταυρωθέντος και αναστηθέντος) Ιησού, όπως επίσης και από αρχαιότερους (θνήσκοντες και εγειρομένους) θεούς της Αρχαίας Ελλάδας και της Αρχαίας Αιγύπτου (Ζευς, Διόνυσος, Άδωνις, Όσιρις). Ακολουθώντας, ο ποιητής, τη χριστιανική παράδοση, καταφέρνει με έναν εκπληκτικό τρόπο γραφής, να αποδώσει τις ψυχολογικές διακυμάνσεις μιας λαϊκής γυναίκας, που οδύρεται και θρηνεί, πάνω από το νεκρό σώμα του αδικοσκοτωμένου γιου της.[14] Το γενικότερο ύφος του ποιήματος είναι γνήσιο λαϊκό.[3] Το δημοτικό τραγούδι εισβάλλει, σε αυτό το ποίημα για πρώτη φορά στα έργα του ποιητή.[15] Αν και ο Ρίτσος χρησιμοποίησε παραδοσιακό τρόπο γραφής, το ποίημα είναι σύγχρονο και καινοτόμο.

Το ποίημα συγγενεύει και με τη Μάνα του Χριστού, του Κώστα Βάρναλη.[5]

Καινοτομίες (και λοιπές πληροφορίες)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ποίημα αυτό σηματοδοτεί το νέο ύφος γραφής του ποιητή, το οποίο ακολούθησε κι έκτοτε. Το ποιητικό έργο αυτό, είναι το πρώτο, που οριοθετεί τη γενιά του τριάντα σε δύο διακριτές φάσεις, τη φάση του καρυωτακισμού και στη φάση της νέας "κοινής" ποιητικής. Επίσης, είναι το πρώτο ποίημα, που φέρνει στην ποίηση μεγάλο τμήμα ανθρώπων, καθώς πραγματοποίησε μεγάλες πωλήσεις την εποχή εκείνη.[16]

Επίσης η μεταφορά του στη μουσική «γέννησε» κι εκεί διάφορες καινοτομίες, όπως για παράδειγμα, ήταν το πρώτο έργο του Μίκη Θεοδωράκη κατά την επιστροφή του από το Παρίσι. Σηματοδότησε επιπλέον την πρώτη συνεργασία Χατζιδάκι - Θεοδωράκη, όπου ο Χατζιδάκις ενορχήστρωσε και έπαιξε ο ίδιος πιάνο στο έργο του Θεοδωράκη. Επιπλέον είναι το πρώτο ποίημα που εγγράφεται στην ελληνική δισκογραφία σε δίσκο LP (Long Play) δηλαδή 33 στροφών, το 1961. Τέλος, ήταν το πρώτο ποίημα, μεγάλου ποιητή, που μελοποιήθηκε, ανοίγοντας τον δρόμο για τη μελοποίηση άλλων επίσης μεγάλων ποιητών, και δημιουργώντας επαφή αυτών των ποιημάτων με τον λαό.[16]

Πρόσληψη - Μελοποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1959, από το Παρίσι, εμφανίζεται ο Μίκης Θεοδωράκης, που έχει μελοποιήσει το ποίημα. Το έγραφε στο αυτοκίνητο του, περιμένοντας τη γυναίκα του που είχε πάει για ψώνια, σημειώνοντας τις νότες στο βιβλίο που του είχε στείλει ο ίδιος ο Ρίτσος. Κατόπιν το στέλνει πίσω στον Ρίτσο, στον Βύρωνα Σάμιο και στον Μάνο Χατζιδάκι.[17] Η εταιρεία τον παρέπεμψε, στον ήδη γοητευμένο από μελοποιημένη ποίηση, Χατζιδάκι. Ο συνθέτης, δέχεται να το ενορχηστρώσει, στη πρώτη του λυρική εκτέλεση. Επιλέγοντας δική του φωνή (Νανά Μούσχουρη). Το αποτέλεσμα δεν ήταν το ζητούμενο, και δεν άρεσε ούτε στον Θεοδωράκη, ούτε στον Ρίτσο. Κι έτσι, ο Μίκης Θεοδωράκης κάνει τη δική του ενορχήστρωση σε ερμηνεία Γρηγόρη Μπιθικώτση και εκτέλεση Μανόλη Χιώτη.[18] Αυτή η εκτέλεση θα μπει σε όλα τα στόματα και θα αποχαιρετήσει νεκρούς (Γρηγόρης Λαμπράκης) και μαζί με το έτερο ποίημα του Γιάννη Ρίτσου, Ρωμιοσύνη, θα εμπνεύσει για καινούργιους αγώνες.[5]

Εντούτοις, οι επιλογές του Θεοδωράκη αμφισβητήθηκαν καταρχήν, τόσο από τους διανοούμενους της εποχής, ελέω Μπιθικώτση (ρεμπέτης), αλλά όσο και από τον ίδιο τον ποιητή. Τελικά, ο Ρίτσος, ακούγοντας το αποτέλεσμα, θα πει:[19]

Ήμουν λάθος! Ακριβώς εκεί ο Επιτάφιος συνάντησε τους απλούς ανθρώπους. Κι εκείνοι του δόθηκαν με τη σειρά τους. Κατάλαβαν το ποίημα. Το έκαναν δικό τους!

Ο γοητευμένος Ρίτσος, από τη δουλειά που είχε γίνει στον μελοποιημένο Επιτάφιο, θα πει κάποτε στον Θεοδωράκη:[20]

Ήταν τα πρώτα ποιήματα μου που είχαν μελοποιηθεί. Μου έκανε τρομερή εντύπωση, μα είναι δυνατόν η ποίηση να βρει μια πλήρη αντιστοιχία με την μουσική. Μέχρι τίνος έλεγα ότι η κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη από την βοήθεια της άλλης. Αλλά όταν έγραψες τον Επιτάφιο και αργότερα φυσικά την Ρωμιοσύνη που ήταν η μεγάλη δόξα σου, είπα πραγματικά ότι εδώ πέρα είναι ένας δρόμος για να πλησιάσει η ποίηση μέσο της μουσικής εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ

Εκδόσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του Επιταφίου, στις 8 Ιουνίου 1936, σε εικονογράφηση Γιώργου Λυδάκη.
Ελληνικές
  • Η πρώτη δημοσίευση του έργου έγινε στις 12 Μάη του 1936, όταν κυκλοφόρησαν τρία ποίημα από τον Ριζοσπάστη με τον τίτλο Μοιρολόι. Κατόπιν στις 8 Ιουνίου 1936 από τις εκδόσεις Ριζοσπάστη, κυκλοφορούν άλλα 14 ποιήματα, υπό τον τίτλο Επιτάφιος - «(Τραγούδια για το μακελειό της Θεσσαλονίκης)», το οποίο θα κυκλοφορήσει σε 10.000 αντίτυπα. Της έκδοσης αυτής το εξώφυλλο, φιλοτεχνήθηκε από τον χαράκτη Γιώργο Λυδάκη. [21]
  • Η δεύτερη έκδοση έγινε το 1956, από τον εκδοτικό οίκο Κέδρος. Σε αυτή την έκδοση συμπεριλήφθηκαν άλλα 6 ποιήματα,[2] υπό τον τίτλο Επιτάφιος.
Ξένες

(Ακολουθούν ονομαστικά εκδόσεις του Επιταφίου σε ξενόγλωσσες εκδόσεις):[22]

  • Ritsos Yannis, Laat me met je meegaan, [Επιτάφιος - Η σονάτα του σεληνόφωτος], μτφρ. Blijstra-van der Meulen Μ. και Van Gemert F. A. (ολλανδικά), Weesp, Bric-a-brac, 1969
  • Ritsos Ghiannis, Epitaffio e Makronissos, [Επιτάφιος. Μακρονησιώτικα], μτφρ. Crocetti Nicola και Makris Dimitri και Gatos Giorgio (ιταλικά), Πάρμα, Guanda, 1970 [Δίγλωσση έκδοση: ιταλικά- ελληνικά]
  • Ritsos Jannis, Epitaphios, [Επιτάφιος], μτφρ. Rosenthal-Kamarinea Isidora (γερμανικά), Eutin, Buchdruckerei Gustav Ivens, 1973 [δίγλωσση έκδοση: ελληνικά-γερμανικά]
  • Ritsos Jannis, Epitafio, [Επιτάφιος], μτφρ. Sangiglio Crescezio και Buttitta Ignazio (ιταλικά), Θεσσαλονίκη, Giorgio Katos, 1977 [Δίγλωσση έκδοση: ιταλικά- ελληνικά]
  • Ritsos Yannis, Rekviem, [Επιτάφιος], μτφρ. Kazarosjan Α. (αρμενικά), Erevan, Sovetakan groh, 1983
  • Ritsos Jannis, Das letzte Jahrhundert vor dem Menschen, [Επιτάφιος. Η τελευταία προ ανθρώπου εκατονταετία. Καπνισμένο τσουκάλι], μτφρ. Eideneier Niki και Eideneier Hans (γερμανικά), Μόναχο, Piper Verlag, 1988
  • Ritsos Yannis, Epitafio, [Επιτάφιος], μτφρ. Tejero Juan José (ισπανικά), Χουέλβα, Diputación Provincial de Huelva, 2009

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. YiannisRitsos.gr, Έργα, Ποίηση, Ρίτσος Γιάννης Επιτάφιος, Αθήνα, έκδοση «Ριζοσπάστη», 1936
  2. 2,0 2,1 Ριζοσπάστης, Η ιστορία της πρώτης έκδοσης του «Επιταφίου» του Γιάννη Ρίτσου - Ανακτήθηκε 27.10.2014
  3. 3,0 3,1 3,2 Palmografos.com, Γιάννη Ρίτσου «Επιτάφιος» - Της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου* Η πρώτη μορφή του ποιήματος – με τίτλο «Μοιρολόγι», αποτελούμενου από τρία μέρη (44 στίχους) και αφιερωμένου Στους ηρωϊκούς εργάτες της Θεσσαλονίκης – δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» της12ης Μαΐου 1936. Ακολούθησε η πρώτη έκδοση σε τόμο, με τον τίτλο «Επιτάφιος» (1936), όπου η έκταση του έργου είναι αισθητά μεγαλύτερη (14 άσματα – 224 στίχοι). Είκοσι χρόνια αργότερα, το 1956, κυκλοφόρησε η οριστική έκδοση του έργου με έξι επιπλέον άσματα (X - XV).
  4. Ελευθεροτυπία, Λέσχη Αθανάτων, Γιάννης Ρίτσος. (σελ, 22)
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές, Γιάννης Ρίτσος, τόμος Α (σελ, 23)
  6. Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν "ΗΛΙΟΥ", τόμος ΙΘ. (σ. 505)
  7. Vrahokipos.net, Ιστορία, 9 Μάη 1936 Θεσσαλονίκη Το κείμενο αυτό αποτελεί τμήμα του ανέκδοτου ημερολογίου του αναρχικού αγωνιστή Γιάννη Ταμτάκου και αναφέρεται στην εξέγερση του Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη. Το συγκεκριμένο απόσπασμα δημοσιεύτηκε το 1995 στην εφημερίδα "Άλφα", ενώ οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο Ζιούτου και δημοσιεύτηκαν από τον "Ιό της Κυριακής" το 1995 επίσης. - Ανακτήθηκε 24.10.2014
  8. Ριζοσπάστης 10 Μαη 1936
  9. iEfimerida.gr, Η σκληρή φωτογραφία που είδε ο Ρίτσος και συγκλονισμένος έγραψε τον Επιτάφιο - Ανακτήθηκε 24.10.2014
  10. 10,0 10,1 Ελευθεροτυπία, Λέσχη Αθανάτων, Γιάννης Ρίτσος. (σελ, 18)
  11. Αρχείο Δημόσιας Τηλεόρασης, Ταινιοθήκη Τηλεόρασης, ΕΠΟΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, [00.16.00 - 00.16.52. ] Η σειρά ντοκιμαντέρ «ΕΠΟΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ» παρουσιάζει τη ζωή και το έργο ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, του ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ. Το έργο του ποιητή είναι συνυφασμένο με την ιστορία της εποχής του. Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, ενεργό μέλος της Αριστεράς και αληθινός αγωνιστής εμπνεόταν από τα γεγονότα που συνέβαιναν γύρω του για να δημιουργήσει τα ποιήματά του, όπως για παράδειγμα τον «ΕΠΙΤΑΦΙΟ».
  12. Ριζοσπάστης, 12 Μάη 1936 (σελ, 2)
  13. Ο πρόλογος του ποιήματος, από τον ίδιο τον ποιητή, Γιάννης Ρίτσος - Ἐπιτάφιος (ἀποσπάσματα) - Ανακτήθηκε 27.10.2014
  14. Palmografos.com, Γιάννη Ρίτσου «Επιτάφιος» - Της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου* Αναμφισβήτητα ο Γιάννης Ρίτσος, ως προς το μοτίβο «θάνατος – ανάσταση», εμπνεύστηκε από την ιστορία του «σταυρωθέντος και αναστηθέντος» Ιησού, αλλά και από τις παραδόσεις για τους πριν από τον Χριστό «θνήσκοντες και εγειρομένους θεούς» των Αρχαίων Ελλήνων και των Αιγυπτίων (Ζευς, Διόνυσος, Άδωνις, Όσιρις). Ο Μέγιστος Ποιητής μας, ακολουθώντας πιστά τη χριστιανική παράδοση τόσο στον θρήνο όσο και στην προσδοκία της Ανάστασης, κατάφερε, μ’ έναν εκπληκτικό τρόπο γραφής, να εκφράσει σε βάθος τις ψυχολογικές διακυμάνσεις μιας λαϊκής γυναίκας, που θρηνεί τον νεαρό, αδικοσκοτωμένο γιό της…
  15. Greek-Language.gr, Πρόσωπα και θέματα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Γιάννης Ρίτσος Η αναδρομική παρακολούθηση της παρουσίας του δημοτικού τραγουδιού στο έργο του Ρίτσου δεν μπορεί —σύμφωνα με τα σημερινά εργογραφικά του δεδομένα— να προωθηθεί πέρ’ απ’ τα 1936: Το πρώτο έργο του, στο οποίο το δημοτικό τραγούδι εισβάλλει —και μάλιστα απότομα κι’ ολοκληρωτικά—, είναι ο Επιτάφιος, που αποτελεί απ’ την άποψη της εξέλιξης του ποιητή του ταυτόχρονα το πρώτο οροθέσιο του έργου του και την πρώτη βαθμίδα της ωριμότητάς του. (Γιώργος Βελουδής, «Το δημοτικό τραγούδι στην ποίηση του Ρίτσου». Προσεγγίσεις στο έργο του Γιάννη Ρίτσου, Κέδρος, Αθήνα 1984, 87-88 & 98-99)
  16. 16,0 16,1 Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ του Γιάννη Ρίτσου (1936), ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ του Μίκη Θεοδωράκη (1961) και εμείς (2000) Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ είναι ένα έργο πρωτοποριακό που έχει στο ενεργητικό του αρκετές πρωτιές και καινοτομίες. Ας τις πούμε περιληπτικά: [...] (Του Ηλία Γιαννίρη) - Ανακτήθηκε 27.10.2014
  17. TVXS.gr, Μέρα Μαγιού μου μίσεψες. Γιάννης Ρίτσος Ο συνθέτης μελοποιεί τμήμα του έργου ... Ο Χατζιδάκης ηχογραφεί την πρώτη λυρική έκδοση... -Ανακτήθηκε 27.10.2014
  18. Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ του Γιάννη Ρίτσου (1936), ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ του Μίκη Θεοδωράκη (1961) και εμείς (2000) Το 1945 ο Μ Χατζιδάκις γοητεύεται από το Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου και γράφει έναν κύκλο τραγουδιών ανοίγοντας την πρώτη καλλιτεχνική του περίοδο. Ήδη στη 10ετία του '50 είναι πολύ γνωστός. Το 1959 εμφανίζεται ο Μ. Θεοδωράκης από το Παρίσι αποφασισμένος να ασχοληθεί με τη λαϊκή μουσική και την πολιτική και κοινωνική της σημασία. Έχει ήδη μελοποιήσει τον Επιτάφιο όταν τον παραπέμπουν από την εταιρεία στον Μάνο Χατζηδάκι. Ο Μάνος Χατζηδάκις συμφώνησε με τον όρο να ενορχηστρώσει και διευθύνει ο ίδιος και μάλιστα να επιλέξει ο ίδιος τη φωνή, πράγμα που δέχτηκε ο Μίκης Θεοδωράκης Ο Χατζηδάκης ανερχόμενος και αγαπητός στους ισχυρούς καλλιτεχνικούς κύκλους παρουσιάζει τον Επιτάφιο του Θεοδωράκη παίζοντας ο ίδιος στο πιάνο, και έχοντας επιλέξει ως φωνή τη Νάνα Μούσχουρη. Μάλιστα, τότε εκτελέστηκαν και άλλα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη. Ούτε στον κόσμο αλλά ούτε και στο Μίκη άρεσε το αποτέλεσμα αφού απουσίαζε η "λαϊκότητα" η "αμεσότητα", δηλαδή το στοιχείο που το ίδιο το ποίημα το περιείχε. Έτσι αποφάσισε να κάνει δική του ενορχήστρωση και να δισκογραφήσει τον Επιτάφιο με Μπιθικώτση-Χιώτη - (Του Ηλία Γιαννίρη)
  19. TVXS.gr, Μέρα Μαγιού μου μίσεψες. Γιάννης Ρίτσος Το εκπληκτικό αποτέλεσμα και η απολαβή του κόσμου κάνουν τον Γιάννη Ρίτσο να δηλώσει: "Ήμουν λάθος! Ακριβώς εκεί ο Επιτάφιος συνάντησε τους απλούς ανθρώπους. Κι εκείνοι του δόθηκαν με τη σειρά τους. Κατάλαβαν το ποίημα. Το έκαναν δικό τους!". - Ανακτήθηκε 27.10.2014
  20. TVXS.gr, Μέρα Μαγιού μου μίσεψες. Γιάννης Ρίτσος Ο Γιάννης Ρίτσος δηλώνει στον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη - Ανακτήθηκε 27.10.2014
  21. Ριζοσπάστης, Μέρα Μαγιού ... γεννήθηκε Στις 12 Μάη ο «Ρ» δημοσιεύει τα τρία ποιήματα, με γενικό τίτλο «Μοιρολόι». Τα τρία δημοσιευμένα ποιήματα και η συνέχιση της αιματοχυσίας των εργατών στη Θεσσαλονίκη συνταράσσουν τους αναγνώστες του «Ρ». Στο μεταξύ, ο Ρίτσος στέλνει στο «Ρ» και τα άλλα έντεκα ποιήματά του. Λίγες μέρες αργότερα, ο «Ρ» ανακοινώνει ότι στις 29 Μάη στο περιοδικό της ΟΚΝΕ, «Νεολαία», θα δημοσιευτεί ένα ακόμη ποίημα από το «Μοιρολόι», ενώ στις 23 και 25 Μάη αναγγέλλει ότι «σε λίγες μέρες» από τις εκδόσεις του «Ρ» θα κυκλοφορήσει βιβλίο με τα δεκατέσσερα ποιήματα του Ρίτσου, με τίτλο «Επιτάφιος». Στις 8/6/1936, μαζί με άλλες εκδόσεις του «Ρ», κυκλοφορεί σε 10.000 αντίτυπα και ο «Επιτάφιος» -«(Τραγούδια για το μακελειό της Θεσσαλονίκης)». Το εξώφυλλο του βιβλίου εικονογραφήθηκε με ξυλογραφία του χαράκτη Λυδάκη.
  22. Eκατό χρόνια από τη γέννησή του. Γιαννης Ρίτσος Μεταφρασμένα έργα

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δάλλας Γιάννης, Πλάγιος λόγος, Δοκίμια Κριτικής Εφαρμογής, Καστανιώτης, Αθήνα 1989
  • Μαρωνίτης Δ.Ν., Πίσω Μπρος, Προτάσεις και υποθέσεις για τη νεοελληνική ποίηση και πεζογραφία, Στιγμή, Αθήνα 1986.
  • Μερακλής Μιχάλης, Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία 1945-1980, Μέρος Πρώτο ΠΟΙΗΣΗ, Πατάκης, Αθήνα 1987.
  • Νοταράς Γιώργος, Δημοσιογράφος, "Μουσική-Απόλυτη Ρήξη", Η Ελλάδα στον 20ό αιώνα 1960-65, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ-Επτά Ημέρες, 5-12-1999.
  • Vitti Mario, Η Γενιά του 30 - Ιδεολογία και Μορφή. εκδ. «Ερμής», Αθήνα 1982.
  • Vitti Mario, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, μετ. Μυρσίνη Ζορμπά, εκδ. «Οδυσσέας», Αθήνα 1978.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]