Επαρχία Βιάννου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η επαρχία Βιάννου βρίσκεται στη νοτιοανατολική άκρη του νομού Ηρακλείου. Ανατολικά συνορεύει με την επαρχία Ιεράπετρας, στα βόρεια με την επαρχία Πεδιάδος, στα δυτικά με την επαρχία Μονοφατσίου και στα νότια βρέχεται από το Λιβυκό Πέλαγος. Ολόκληρη η έκτασή της είναι ορεινή. Τα κύρια προϊόντα που παράγει είναι λάδι, κηπευτικά, χαρούπια και μπανάνες στις παραλιακές περιοχές .Υπάγεται εκκλησιαστικώς στη Μητρόπολη Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου, πλην της τοπικής κοινότητας Κάτω Σύμης η οποία υπάγεται στη Μητρόπολη Ιεραπύτνης και Σητείας.

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την περίοδο της Ενετοκρατίας υπαγόταν στο νομό Ηρακλείου, που λεγόταν τότε territorio di Candia στην Castelliana Belvedere, ως και την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Η έδρα της Καστελανίας ήταν το φρούριο Μπελβεντέρε, που σημαίνει Καλλιθέα. Ονομάστηκε έτσι από την πανοραμική θέα που πρόσφερε σε ολόκληρη την πεδιάδα, από την κορυφή του λόφου Κάστελος, στα βόρεια του χωριού Κάτω Καστελιανά, επί του οποίου ήταν το φρούριο. Οι ντόπιοι το έλεγαν Ριζόκαστρον και πολλές φορές έχουμε αναφορές σε αυτό με το όνομα Χρυσόκαστρο. Αυτό οικοδομήθηκε από Γενοβέζους και αναφέρεται σε έγγραφο του 1212. Μετά την εγκατάλειψη του φρουρίου, όταν απώλεσε τη στρατηγική του αξία, ιδρύθηκαν οι οικισμοί Κάτω και Απάνω Καστελιανά. Το 1583 αναφέρεται[1] με 165 κατοίκους και με το όνομα Belvedre proprio.

Στη θέση του φρουρίου υπήρχαν τα ερείπια της αρχαίας πόλης Πριανσού και τα βενετικά οικοδομήματα του φρουρίου κτίστηκαν με οικοδομικά υλικά της. Κατά τον Οργανισμό Προσωρινής Πολιτείας του 1821 η Διοίκησις Ηρακλείας περιελάμβανε και το νομό Λασιθίου, άρα και την επαρχία Βιάννου. Το 1881 η Βιάννος υπαγόταν στη Διοίκηση Λασιθίου και ανήκε σε αυτήν ως το 1934, οπότε υπήχθη στο νομό Ηρακλείου, όπου ανήκει σήμερα.

Το 1821 η επαρχία Βιάννου μετονομάστηκε σε Αρκαδία. Το 1867 με Οργανικό Νόμο έλαβε το όνομα Επαρχία Βιάννου, από την αρχαία πόλη Βίεννα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Καστροφύλακας, Κ 96, 1583

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]