Επανάσταση της Ηπείρου (1854)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Τόσο στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας όσο και στην ιστορία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με την ονομασία Επανάσταση της Ηπείρου του 1854 φέρεται η εξέγερση των ελληνόφωνων Χριστιανών που σημειώθηκε στη γεωγραφική περιφέρεια της Ηπείρου, το 1854, που παρέμενε ακόμα υπό τουρκικό ζυγό. Η εξέγερση αυτή σημειώθηκε λίγους μήνες μετά την έναρξη του Κριμαϊκού πολέμου και παράλληλα με την επανάσταση της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Επανάσταση της Ηπείρου του 1854 δεν υποκινήθηκε από την Ελλάδα, πλην όμως υποστηρίχθηκε έντονα από αυτή με προεξέχοντες τους Βασιλείς και την τότε ελληνική κυβέρνηση. Τους εξεγερθέντες έσπευσαν να συνδράμουν εθελοντικά πολλοί παλαιοί Έλληνες αγωνιστές και καπεταναίοι του απελευθερωτικού αγώνα του 1821, οι οποίοι και τέθηκαν επικεφαλής των ομάδων των εξεγερθέντων. Μεταξύ αυτών ήταν ο Σπυρίδων Καραϊσκάκης, ο Θεοδωράκης Γρίβας, ο Κίτσος Τζαβέλας, ο Ιωάννης Ράγκος κ.ά.
Μετά από κάποιες επιτυχίες, όπου πλέον η κατάσταση είχε γίνει κρίσιμη, η Υψηλή Πύλη έστειλε εναντίον των εξεγερθέντων στρατιωτική δύναμη από 10.000 άνδρες με αναγκαίο πυροβολικό οι οποίοι και κατέστειλαν και τις τρεις εξεγέρσεις (Ηπείρου, Θεσσαλίας και Δυτικής Μακεδονίας), μέσα σε τέσσερις μήνες από την εκδήλωσή τους [1] [2]

Επικρατούσα κατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την εποχή εκείνη η γεωγραφική περιφέρεια της Ηπείρου καθώς και της Θεσσαλίας υπάγονταν διοικητικά στο Εγιαλέτι των Ιωαννίνων που αποτελούσε την ιστορική συνέχεια του άλλοτε Πασαλικίου των Ιωαννίνων, που καταργήθηκε αμέσως μετά το θάνατο του Αλή Πασά (1822). Το Εγιαλέτι των Ιωαννίνων, που περιελάμβανε τέσσερα σαντζάκια[3], ήταν η διοικητική περιφέρεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που συνόρευε με το Βασίλειο της Ελλάδος σε όλο το μήκος των χερσαίων συνόρων του. Έτσι η εν λόγω επανάσταση του 1854 εκδηλώθηκε αρχικά σ΄ αυτό το Εγιαλέτι που όμως επεκτάθηκε ταχύτατα και βορειότερα, στο Εγιαλέτι του Μοναστηρίου (καλούμενου και Μπίτολα).

Μετά το θάνατο του Αλή Πασά η περιφέρεια αυτή βυθίσθηκε σ΄ ένα χάος δεινής αναρχίας όταν αλβανικά στίφη υπό διάφορους αρχηγούς, μεταξύ των οποίων και ο περιβόητος Σαλιχτάρ Μπόττας, διέτρεχαν διάφορες περιοχές προβαίνοντας σε στάσεις, λεηλασίες ακόμα και συγκρούσεις με τον οθωμανικό τακτικό στρατό που κατάφερε τελικά υπό τον Σερασκέρη Μεχμέτ Ρεσίτ πασά, τον Κουταχή να επαναφέρει την τάξη μετά από πολλές μάχες, το 1829 - 1830. Το δε καθεστώς των αυτόνομων περιοχών καθώς και τα διάφορα σουλτανικά προνόμια που ίσχυαν στην περιοχή παλαιότερα, τα οποία είχε καταργήσει ο Αλή πασάς, δεν επανήλθαν. Οι δε ελληνόφωνες χριστιανικές κοινότητες της περιοχής, που υπερτερούσαν πληθυσμιακά των άλλων, συνέχισαν τον εσωτερικό βίο τους ρυθμιζόμενο από τους κατά τόπους μητροπολίτες και τις κοινοτικές τους αρχές, θεωρώντας πλέον κέντρο της εθνικής τους πολιτικής το νεοσύστατο όμορο, ομόεθνο και ομόγλωσσο, ελληνικό κράτος [4].

Εξέγερση του 1854[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο Σουλτάνος Αμπντούλ Μετζίτ Α΄, υποκινούμενος από την Αγγλία και Γαλλία, στις 22 Σεπτεμβρίου (π.ημ.) \ 4 Οκτωβρίου (ν.ημ) του 1853 κήρυξε τον πόλεμο με την Ρωσία, τούτο όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε μια μεγάλη αναστάτωση στους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κυρίως των περιοχών της Βαλκανικής για συστράτευση ενάντια της προστάτιδας και ομόθρησκης δύναμης, της Ρωσίας. Η δε Αυστρία φοβούμενη μια δυναμική εξέγερση των χριστιανικών πληθυσμών άρχισε να συγκεντρώνει στρατιωτικές δυνάμεις στα νότια σύνορά της. Μετά δε την ιστορική ναυμαχία της Σινώπης, (30 Νοεμβρίου 1853), όπου καταστράφηκε ο τουρκικός στόλος που ναυλοχούσε εκεί, άρχισαν να εκδηλώνονται γενικευμένες βιαιοπραγίες εκ μέρους των Μουσουλμάνων κατά των Χριστιανών με συνέπεια οι τελευταίοι να προσανατολίζονται για εθνικές ανεξαρτησίες [5].
Ειδικότερα από τα τέλη του 1853 στις περιοχές Ηπείρου και Θεσσαλίας, όπου η παρουσία του τακτικού τουρκικού στρατού είχε ελαττωθεί, λόγω πολέμου, άρχισαν να συγκροτούνται μουσουλμανικές ομάδες και να προβαίνουν σε εκτεταμένα επεισόδια διαρπαγών σε βάρος των ελληνόφωνων χριστιανικών πληθυσμών όπως στην Άρτα, την Πρέβεζα μέχρι και το Αργυρόκαστρο. Τα επεισόδια αυτά που μέρα με τη μέρα εντείνονταν όλο και περισσότερο, συνένωσαν τους Έλληνες πρόκριτους και οπλαρχηγούς των περιοχών σε κοινή επαναστατική δράση, κατά των Τούρκων, δημιουργώντας παράλληλα εύλογη ανησυχία και στους Έλληνες, του Βασιλείου της Ελλάδος, και πρωτίστως σ΄ εκείνους που κατάγονταν από τις περιοχές αυτές.

Πρώτες συγκρούσεις - Διακήρυξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με αφορμή της εν λόγω εξέγερσης τη βίαιη είσπραξη καθυστερούμενων φόρων τριετίας, που επιχειρούσαν τουρκαλβανικά αποσπάσματα, το Φθινόπωρο του 1853, ανάγκασε τους παλαιούς αρματολούς της περιοχής Άρτας, μεταξύ των οποίων οι Δημήτριος Σκαλτσογιάννης, Βασίλειος Τσιγαρίδας και Γεώργιος Κατσικογιάννης να συγκροτήσουν ένοπλες ομάδες και να προσβάλουν τουρκικές θέσεις όπως της Αμφιλοχίας, με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της Άρτας και των Ιωαννίνων. Στη δράση αυτών ενώθηκε λίγο αργότερα μαι ο Κώστας Βέικος, από την περιοχή Βάλτου, με 300 ατάκτους. Μετά από τις νικηφόρες συγκρούσεις των Ελλήνων οπλαρχηγών της Ηπείρου, με τουρκικά αποσπάσματα, που δόθηκαν περί τα τέλη Δεκεμβρίου στη Σκουληκαριά και στη θέση Παλαιοπαναγιά του Δημαριού, καθώς και στο Διάσελο και Άνω Πέτα, στις αρχές του Ιανουαρίου του 1854 η επαναστατική φλόγα του ξεσηκωμού άρχισε να διατρέχει όλη την περιοχή. Έτσι πρώτοι οι πρόκριτοι των Τζουμέρκων, της Σκουληκαριάς και κυρίως του Ραδοβιζίου, έχοντας προηγουμένως συγκεντρωθεί στο χωριό Μπότση, (σημερινό Μεγαλόχαρη Άρτας), στο ιστορικό Μοναστήρι της Παναγίας, δίνοντας όρκο στο ιερό ευαγγέλιο για "Ελευθερία ή θάνατο", στις 15 Ιανουαρίου του 1854 υπέγραψαν την ακόλουθη διακήρυξη έναρξης του αγώνα για ανεξαρτησία, ως συνέχεια εκείνου της επανάστασης του 1821, προσκαλώντας σε συμπαράσταση τους ελεύθερους Έλληνες (της Ελλάδος) και τους υπό το τουρκικό ζυγό υποτελείς χριστιανικούς πληθυσμούς, (σε μονοτονικό).

«Οι υποφαινόμενοι κάτοικοι Ραδοβιζίου της επαρχίας Άρτης βεβαρυμένοι από τας καταπιέσεις και τους υπερόγκους φόρους, προς
δε και τας ατιμώσεις των παρθένων μας από αγρίους και ανεπιδέκτους διορθώσεως κατακτητάς Οσμανλίδας, επαναλαμβάνομεν
τον κοινόν αγώνα του 1821, ομνύοντες εις το όνομα του Υψίστου και της Ιεράς ημών Πατρίδος, ότι δεν θέλομεν ρίψει τα όπλα
εν ουδεμιά περιπτώσει και περιστάσει, εάν δεν ανακτήσωμεν την ελευθερία μας.
Αρχόμενοι ήδη του αγώνος, ελπίζομεν ότι θέλομεν εγείρει υπέρ ημών την συμπάθειαν όλων των συναδέλφων μας ελευθέρων Ελλήνων
και των υπό τον ζυγόν του Οσμάνου στεναζόντων αδελφών μας χριστιανών και ότι θέλομεν λάβει τα όπλα προς εξακολούθησιν του
κοινού αγώνος του 1821 μαχόμενοι υπέρ πίστεως και Πατρίδος και ανάκτησιν των αναλλοιώτων δικαιωμάτων μας.
Ο αγών μας είναι ιερός, είναι δίκαιος και κανείς αναλογιζόμενος το μέγεθος των καταπιέσεων και αισθανόμενος το δίκαιον των
Εθνών δεν θέλει ούδε καν λέξιν κατ΄ αυτού και υπέρ του αγρίου τυράννου και της εστημένης εις τους ιερούς Ναούς μας ημισελήνου.
Σπεύσατε λοιπόν αδελφοί εις τον κοινόν αγώνα, αποτινάξατε τον επαχθή ζυγόν της τυραννίας και κηρύξατε με ημάς ενώπιον του
Θεού και όλου του κόσμου ότι μαχόμεθα υπέρ Πατρίδος, και ότι ο Θεός είναι προστάτης των χριστιανών.
Τη 15η Ιανουαρίου 1854
Οι Πρόκριτοι Ραδοβιζίου
Ιωάννης Κοσσυβάκης, Δημήτριος Κόκκας, Κώστας Κοσμάς, Βασίλειος Νάκος, Ντούλας Βάσος, Κολιός Μαυρομάτης, Κώστας Στούμπος,
Δημήτριος Σκαλτσογιάννης, Γεώργιος Κατσικογιάννης, Κώστας Ντερέκος, Καραγιάννης Κοτζίλας, Κωνσταντίνος Τσιγαριδας[6]
  • Σημειώνεται ότι στο παραπάνω κείμενο αυτό που κυριαρχεί είναι το αίτημα της αποτίναξης του τουρκικού ζυγού χωρίς καμία νύξη στον ρωσο-τουρκικό πόλεμο που είχε ξεσπάσει και χωρίς καμία φιλορωσική (θρησκευτική) διάθεση. Όσο για τις επικαλούμενες καταπιέσεις και τους "υπέρογκους φόρους" θα πρέπει λογικά να συνδυάζονται με την αναγκαιότητα της άμεσης καταβολής - συλλογής τους λόγω της εμπόλεμης κατάστασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που βαρύνονταν την εποχή εκείνη με πολλά δάνεια και όχι ότι ήταν κυβερνητική κατεύθυνση της Υψηλής Πύλης ως αντίποινα σε χριστιανικούς πληθυσμούς. της αυτοκρατορίας. Βέβαια το Χαττ-ι Χουμαγιούν δεν είχε ακόμα εκδοθεί, πλην όμως είχαν προηγηθεί σχετικά σουλτανικά διατάγματα περί των "αδελφών" θρησκευτικών μειονοτήτων.

Παραπομπές - Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ΜΕΕ τ.ΙΒ΄, σ.339
  2. D Dakin σ.135
  3. Βερατίου, Αργυροκάστρου, Άρτας και Ιωαννίνων
  4. ΜΕΕ τ.ΙΒ΄, σ.339
  5. ΜΕΕ τ.ΙΒ΄, σ.339
  6. Ν. Ζαρκάδας "Η Άρτα στους αγώνες της παλιγγενεσίας του Έθνους" - ΙΛΕΤ - ΤΧ τ.15ο (Ιούνιος 2014), σ.164

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια τομ.ΙΒ΄, σ.339
  • Duglas Dakin: "Η Ενοποίηση της Ελλάδος 1770-1923" - β΄ έκδοση ΜΙΕΤ - Αθήνα, σ.135