Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ελεύθερες Βολές (καλαθοσφαίριση)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ελεύθερες βολές στην καλαθοσφαίριση ονομάζεται η ευκαιρία, που δίνεται στον παίκτη μιας ομάδας να σουτάρει χωρίς να παρενοχλείται, από τη γραμμή ελευθέρων βολών. Η κάθε βολή μετράει για έναν πόντο.

Δικαίωμα ελεύθερης βολής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάποιος παίκτης έχει δικαίωμα να εκτελέσει ελεύθερη βολή, αφού κάποιος αντίπαλος του κάνει φάουλ και επιπλέον ισχύει μια από τις παρακάτω συνθήκες:

α) Το φάουλ έγινε κατά την προσπάθεια εκτέλεσης σουτ. Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει ο παίκτης, που επιτίθεται, να έχει σηκωθεί, για να σουτάρει, ενώ ο αμυνόμενος του κάνει φάουλ ("ψηλά", όπως λέγεται). Αν όμως ο αμυνόμενος κάνει φάουλ πριν την προσπάθεια του επιτιθέμενου να σουτάρει ("χαμηλά", όπως λέγεται) και στη συνέχεια σουτάρει και ευστοχήσει, το καλάθι ακυρώνεται και καταλογίζεται απλό φάουλ. Στην περίπτωση φάουλ στην προσπάθεια σουτ, ενώ η μπάλα είναι στον αέρα, ο διαιτητής σφυρίζει φάουλ και περιμένει να δει την κατάληξη του σουτ.
αα) Εφόσον το σουτ είναι άστοχο, ο αριθμός των βολών σε αυτή την περίπτωση εξαρτάται από το σουτ, που επιχειρήθηκε. Εάν αυτό ήταν για τρίποντο, ο παίκτης έχει δικαίωμα για τρείς ελεύθερες βολές, διαφορετικά σουτάρει δυο βολές, ανεξάρτητα από το εάν η αντίπαλη ομάδα συμπλήρωσε ή όχι το όριο των 5 φάουλ.
ββ) Εφόσον το σουτ είναι εύστοχο (το λεγόμενο καλάθι και φάουλ, συχνά αναφέρεται αγγλιστί ως γκολ - φάουλ), ο παίκτης έχει την ευκαιρία να εκτελέσει μια συμπληρωματική, ελεύθερη βολή, για ένα "έμμεσο τρίποντο", ή ένα "τετράποντο".
β) Το φάουλ έγινε μετά το τέταρτο ομαδικό φάουλ κατά τη διάρκεια μιας περιόδου (ενός 10λέπτου σήμερα). Κάθε ομάδα μπορεί να "δώσει" μέχρι τέσσερα φάουλ σε κάθε κανονική περίοδο χωρίς ποινή. Από το 5ο φάουλ και έπειτα, ο παίκτης, που δέχτηκε το φάουλ, εκτελεί δύο ελεύθερες βολές, ανεξάρτητα από το εάν είχε ή δεν είχε επιχειρήσει σουτ τη στιγμή, που ο αντίπαλος του έκανε φάουλ.
γ) Το φάουλ ήταν σκληρό ή επικίνδυνο, οπότε καταλογίζεται ως αντιαθλητικό φάουλ. Σε αυτήν την περίπτωση, ο παίκτης, που δέχτηκε το φάουλ, εκτελεί δύο ελεύθερες βολές και η ομάδα του έχει δικαίωμα να επαναφέρει τη μπάλα από το κέντρο του γηπέδου για μια νέα πλήρη επίθεση.

Μια ακόμη περίπτωση, που ένας παίκτης αποκτά δικαίωμα εκτέλεσης μιας ελεύθερης βολής χωρίς φάουλ είναι η τεχνική ποινή. Για να συμβεί αυτό, πρέπει ένας παίκτης να υποπέσει σε συγκεκριμένες παραβάσεις ή μια ομάδα (ενεργός παίκτης ή αντικαταστάτης ή ο προπονητής ή το επιτελείο) να εγείρει έντονες διαμαρτυρίες κατά των αντιπάλων ή των διαιτητών. Τότε, η αντίπαλη ομάδα αποκτά το δικαίωμα μιας ελεύθερης βολής (παλαιότερα δύο ελεύθερων βολών) και της επαναφοράς της μπάλας από το κέντρο του γηπέδου.

Διαδικασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ελεύθερες βολές εκτελούνται κατά την ακόλουθη διαδικασία. Ο παίκτης, που κέρδισε το φάουλ, παίρνει τη θέση του πίσω από τη γραμμή των ελεύθερων βολών, η οποία απέχει 5,8 μέτρα (19 πόδια) από την τελική γραμμή ή 4,6 μέτρα (15 πόδια) από το καλάθι. Εφόσον, στην επιτιθέμενη ομάδα δεν έχει εκχωρηθεί το δικαίωμα της κατοχής μετά τις ελεύθερες βολές (μετά από αντιαθλητικό φάουλ ή τεχνική ποινή), όλοι οι άλλοι παίκτες πρέπει να στέκονται στις σωστές θέσεις τους μέχρι να φύγει η μπάλα από τα χέρια του σουτέρ, ως εξής: Έως 3 (ή 4 παλαιότερα) παίκτες της αμυνόμενης ομάδας και 2 παίκτες της επιτιθέμενης ομάδας παρατάσσονται εναλλάξ στις δύο πλευρές της ρακέτας (ή ζωγραφιστού) με τους αμυνόμενους να καταλαμβάνουν τη εγγύτερη στο καλάθι θέση σε κάθε πλευρά. Συνήθως, αυτοί οι παίκτες διεκδικούν το ριμπάουντ μετά από μια άστοχη, τελευταία βολή. Οι υπόλοιποι παίκτες πρέπει να παραμείνουν πίσω από τη γραμμή των τριών πόντων και την «εκτεταμένη γραμμή ελεύθερων βολών» (μια φανταστική γραμμή, που εκτείνεται από τη γραμμή των ελεύθερων βολών και προς τις δύο πλευρές). Σε περίπτωση τεχνικής ποινής ή αντιαθλητικού φάουλ, ο σουτέρ εκτελεί μία βολή ή δύο βολές αντίστοιχα, χωρίς να στέκονται άλλοι παίκτες γύρω από τη ρακέτα.

Επιπλέον, ο σουτέρ πρέπει να απελευθερώσει την μπάλα μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα (δέκα δευτερόλεπτα στις Ηνωμένες Πολιτείες) και δεν πρέπει να πατάει ή να διασχίσει τη γραμμή των ελεύθερων βολών μέχρι η μπάλα να αγγίξει το στεφάνι, διαφορετικά η βολή ακυρώνεται. Ωστόσο, οι παίκτες επιτρέπεται να πηδούν, ενώ επιχειρείται η ελεύθερη βολή, υπό την προϋπόθεση, ότι δεν εγκαταλείπουν την καθορισμένη περιοχή τους σε κανένα σημείο. Το να εγκαταλείπουν τις προκαθορισμένες θέσεις τους πριν η μπάλα φύγει από τα χέρια του σουτέρ ή να παρεμβαίνουν στην πορεία της μπάλας, αποτελούν παραβάσεις. Εάν υποδειχθεί παράβαση σε βάρος της αμυνόμενης ομάδας και ο σουτέρ αστοχήσει, τότε ο διαιτητής διατάσσει την επανάληψη της βολής. Εάν η παράβαση γίνει από επιτιθέμενο παίκτη, τότε τυχόν εύστοχη βολή ακυρώνεται.

Κατοχή μετά την τελευταία βολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εάν η επιτιθέμενη ομάδα είχε κερδίσει αντιαθλητικό φάουλ ή τεχνική ποινή, τότε μετά την τελευταία βολή, διατηρεί τη κατοχή της μπάλας. Διαφορετικά, και εφόσον η μπάλα καταλήξει στο καλάθι, τότε η κατοχή επιστρέφει στην αμυνόμενη ομάδα. Ομοίως, η κατοχή αλλάζει, εάν η τελευταία βολή δεν εκτελέστηκε σωστά από το σουτέρ, ή εάν η μπάλα δεν αγγίξει καθόλου το στεφάνι. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η κατοχή της μπάλας μετά την αναπήδηση μπορεί να δοθεί στην αμυνόμενη ομάδα, εφόσον παρέμβει παράτυπα στην μπάλα ένας επιτιθέμενος παίκτης. Σε περίπτωση αντικανονικής παρέμβασης ή απομάκρυνσης της μπάλας από αμυνόμενο παίκτη, η βολή κατακυρώνεται ως εύστοχη (με 1 βαθμό) και ο αμυνόμενος παίκτης χρεώνεται με τεχνική ποινή, οπότε μετά τη συμπληρωματική βολή η κατοχή παραμένει στην επιτιθέμενη ομάδα. Ωστόσο, σε περίπτωση ταυτόχρονης παράβασης και από τις δύο ομάδες, τότε το καλάθι μετράει και η μπάλα επιστρέφει στους αμυνόμενους, εάν ο σουτέρ ευστοχήσει, ενώ εάν αστοχήσει, τότε η κατοχή αποδίδεται σε μια από τις δύο ομάδες μετά από τζάμπολ (ή σύμφωνα με το βελάκι κατοχής για τους αγώνες της FIBA). Τέλος, εάν η μπάλα αναπηδήσει και ένας επιτιθέμενος παίκτης σπρώξει κανονικά τη μπάλα προς το αντίπαλο καλάθι, τότε αυτό προσμετράται ως καλάθι εντός παιδειάς και βαθμολογείται ως καλάθι δύο πόντων.

Δικαίωμα επιπλέον προσπάθειας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν τη σεζόν 1954–55, το αμερικανικό NBA είχε καθιερώσει έναν κανόνα ποινής 2 ελεύθερων βολών για φάουλ, που σημειώνονταν στο πίσω μισό του γηπέδου (backcourt). Εφόσον η υπαίτια ομάδα είχε συμπληρώσει το όριο των φάουλ, τότε ο θιγόμενος παίκτης είχε το δικαίωμα να εκτελέσει μια επιπλέον (τρίτη) βολή, εφόσον αστοχούσε στην πρώτη ή/και στη δεύτερη βολή. Ο αγγλικός όρος, που επικράτησε, ήταν "three-to-make-two", υπονοώντας ότι ένας παίκτης είχε τρεις ευκαιρίες να τιμωρήσει την αντίπαλη ομάδα με δύο εύστοχες βολές. Σταδιακά, ο κανόνας επεκτάθηκε και στα αντιαθλητικά φάουλ, στα φάουλ με κίνηση του αγκώνα και στα φάουλ πάνω στα σουτ. Έτσι, ένα φάουλ (πάνω από το όριο) σε άστοχο σουτ 2 πόντων έδινε δικαίωμα τριών προσπαθειών για δύο εύστοχες βολές, ενώ η μια συμπληρωματική βολή μετά από εύστοχο σουτ μπορούσε να επιτευχθεί σε δύο προσπάθειες ("two-to-make-one"). Οι κανόνες της επιπλέον προσπάθειας αποσύρθηκαν από το NBA πριν τη σεζόν 1981–82, με το σκεπτικό του ήδη υψηλού ποσοστού ευστοχίας των επαγγελματιών παικτών και για οικονομία στο συνολικό χρόνο του παιχνιδιού.

Δικαίωμα επιπλέον βολής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας ενδιαφέρον κανόνας, που εφαρμοζόταν όταν το παιχνίδι παιζόταν σε δύο εικοσάλεπτα μέρη, ήταν ο κανόνας "μια συν μια βολή", που υπονοούσε, ότι ένας παίκτης αποκτά δικαίωμα μιας επιπλέον ελεύθερης βολής, εφόσον ευστοχούσε στην πρώτη. Ο κανόνας αυτός είχε εφαρμογή, όταν μια ομάδα υπέπιπτε στο 7ο, στο 8ο και στο 9ο ομαδικό φάουλ σε κάθε ημίχρονο, οπότε οι παίκτες της αντίπαλης ομάδας είχαν δικαίωμα μιας συν μιας βολής. Η "μια συν μια βολή" υποδεικνυόταν από τους διαιτητές με υψωμένους τους δείκτες και των δύο χειρών τους και όχι με τα δύο δάκτυλα του ίδιου χεριού, όπως στις δύο ελεύθερες βολές. Το δικαίωμα δύο ελεύθερων βολών (ανεξάρτητα από την τύχη της πρώτης βολής) αποκτούσαν οι αντίπαλοι της ομάδας, που συμπλήρωνε δέκα ή περισσότερα φάουλ ανά ημίχρονο.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]