Εισβολή και κατάληψη της Γαλλίας - 1940

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εισβολή και κατάληψη της Γαλλίας - 1940

Η μάχη της Γαλλίας, που αποτελεί ένα από τα κυριότερα γεγονότα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου στο δυτικό μέτωπο, έγινε από τις 10 Μαΐου ως τις 14 Ιουνίου του 1940, αλλά η πραγματική μάχη, ουσιαστικά είχε λήξει με νίκη των Γερμανών από τις 15 Μαΐου του 1940, μετά τη διάσπαση του γαλλικού αμυντικού συστήματος, κατά την οποία και δημιουργήθηκε θύλακας 160 χλμ. μεταξύ Ναμύρ και Σεντάν. Οι Γερμανοί χρησιμοποίησαν και εδώ, όπως και στην Πολωνία την τακτική του κεραυνοβόλου πολέμου (Blitzkrieg), με ταυτόχρονη επίθεση από τις μηχανοκίνητες μεραρχίες και σφοδρούς βομβαρδισμούς από τη γερμανική αεροπορία.

Τα αίτια της σύγκρουσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1919 οι Σύμμαχοι επέβαλαν στους νικημένους Γερμανούς την Συνθήκη των Βερσαλλιών, σύμφωνα με την οποία η Γερμανία ήταν υποχρεωμένη να πληρώσει βαρύτατες πολεμικές αποζημιώσεις στους νικητές, να παραχωρήσει εδάφη που είχε κατακτήσει και να διαθέτει επαγγελματικό Στρατό αποτελούμενο εν συνόλω από 100.000 άνδρες, χωρίς την δυνατότητα χρήσης πυροβολικού, θωρακισμένων αρμάτων, κανονιών μεγάλου διαμετρήματος καθώς και βαρέων πολεμικών πλοίων και βομβαρδιστικών αεροσκαφών. Η οικονομική κατάσταση στη Γερμανία περιήλθε σε οικτρό τέλμα, με εκατομμύρια ανέργους και υψηλότατο πληθωρισμό, ενώ δημιουργήθηκαν αισθήματα πικρίας σε ολόκληρο το Γερμανικό έθνος, από τα οποία, αργότερα, προέκυψε η επιθυμία εκδίκησης των Συμμάχων. Επίσης, η πολιτική κατάσταση στη Γερμανία πήγαινε από το κακό στο χειρότερο, με συγκρούσεις μεταξύ όλων των παρατάξεων, οι οποίες αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν τόσο την οικονομική όσο και την πολιτική κρίση, που επήλθε από την εφαρμογή των όρων της Συνθήκης. Κατ' αυτό τον τρόπο η Γερμανία φαινόταν ότι θα υπέκυπτε στους δημαγωγούς, οι οποίοι δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους.

Σε όλη τη Γερμανική επικράτεια υπήρχαν εκείνη την εποχή πολλές εθνικιστικές οργανώσεις, κυρίως στο Βερολίνο και στο Μόναχο. Η ισχυρότερη από αυτές ήταν το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα στο Μόναχο. Αρχηγός του Κόμματος ήταν ο Αδόλφος Χίτλερ, ο οποίος σε άλλες συνθήκες θα ήταν ένας κοινός ζωγράφος (αποτυχημένος υποψήφιος της Σχολής Καλών Τεχνών της Βιέννης).Το 1914 κατατάχτηκε στον Γερμανικό Στρατό (τότε Ράιχσβερ, Reichswehr). Ο Χίτλερ είχε τον χαρακτήρα του Γερμανού, ο οποίος δεν παραδεχόταν την ήττα μόνο ως προϊόν άνανδρης παγίδας των Συμμάχων. Εκμεταλλεύτηκε τον ρεβανσισμό, που είχε αναπτυχθεί τότε στη Γερμανία, σε μεγάλο βαθμό, από τον καιρό του Α΄ παγκοσμίου πολέμου καθώς είχε και ο ίδιος παρόμοιες εθνικιστικές και παγγερμανιστικές αντιλήψεις. Αναζητούσε, λοιπόν, την ευκαιρία να αναρριχηθεί στην εξουσία, με νόμιμους και παράνομους τρόπους.

Οι Σύμμαχοι, από την πλευρά τους, δεν ήταν ευχαριστημένοι με το χάος που δημιουργήθηκε στη Γερμανία με τους όρους της Συνθήκης που επέβαλαν. Στην Αγγλία είχαν ήδη αρχίσει να συζητούν για αναθεώρηση των όρων της συνθήκης. Στην Γαλλία ο Αριστίντ Μπριάν φαινόταν διατεθειμένος να συζητήσει, αλλά η κυβέρνησή του ανατράπηκε, και ο νέος πρόεδρος Πουανκαρέ ήταν προσηλωμένος στο δόγμα της ασφάλειας της Γαλλίας. Παράλληλα, ο Γαλλικός στρατός κατέλαβε την πλούσια περιοχή του Ρουρ, χωρίς πολιτική ή στρατιωτική αντίδραση. Η Γερμανία ωθούνταν προς την εξαθλίωση.

Όταν τα γαλλικά στρατεύματα κατέλαβαν το Ρουρ, παραβαίνοντας έτσι τους όρους της συνθήκης, ο Χίτλερ έκανε το πραξικόπημα της μπιραρίας στο Μόναχο, αλλά απέτυχε, συνελήφθη και φυλακίστηκε, ενώ το Κόμμα του τέθηκε εκτός νόμου.

Το 1933, με νόμιμους και παράνομους τρόπους, ο Χίτλερ αναλαμβάνει την εξουσία του γερμανικού κράτους. Και μετά τον Εξουσιοδοτικό Νόμο της 23ης Μαρτίου του 1933, προβαίνει σε δημιουργία μιλιταριστικής Γερμανίας. Αποχωρεί από την Κοινωνία των Εθνών, επαναφέρει τη στρατιωτική θητεία στη Γερμανία, και αρχίζει την εφαρμογή ευρέος προγράμματος, ώστε να επαναφέρει τη Γερμανία, ως χώρα, σε θέση μεγάλης στρατιωτικής δύναμης. Ο Γερμανικός στρατός θα γίνει, με την πάροδο του χρόνου, ο πιο ισχυρός (από άποψη ταχύτητας και αποτελεσματικότητας) στην Ευρώπη. Ο Χίτλερ διατάσσει την επανάκτηση του Ρουρ. Πράγματι, τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στη Ρηνανία και την ανακατέλαβαν το 1936, αφού οι Γάλλοι, που δεν αποζητούσαν στρατιωτική σύγκρουση, αποχώρησαν από την περιοχή.

Η έναρξη του πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την 1η Σεπτεμβρίου του 1939 ο γερμανικός στρατός εισβάλλει στην Πολωνία, γεγονός που σηματοδοτεί την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη. Η Γαλλία κηρύσσει αρχικά πόλεμο κατά της Γερμανίας και επιστράτευση στις 22 Σεπτεμβρίου του 1939, 72 μεραρχίες Γάλλων παρατάσσονται στη γραμμή Μαζινό. Το αγγλικό εκστρατευτικό σώμα αριθμούσε 52 μεραρχίες, αλλά για όλο το χειμώνα του 1939 Γάλλοι και Γερμανοί έμεναν αδρανείς, τόσο στην γαλλική γραμμή Μαζινό όσο και στην απέναντι γερμανική γραμμή Ζίγκφριντ. Η ακινησία αυτή των στρατευμάτων έδινε την εντύπωση ότι οι ηγέτες Γαλλίας και Γερμανίας είχαν συμφωνήσει να μη γίνει επίθεση, για να μην πληγούν οικονομικά και στρατιωτικά δύο χώρες με μεγάλο ρόλο στα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα. Γι' αυτό και η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ των αντιπάλων παρέμενε "στα χαρτιά", χωρίς εχθροπραξίες, με αποτέλεσμα ο "πόλεμος" αυτός να λάβει το προσωνύμιο "Γελοίος Πόλεμος" (Drôle de Guerre). Ακόμα και ο στρατηγός Μαξίμ Βεϋγκάν πίστευε ότι ο πόλεμος δεν επρόκειτο να κριθεί στο δυτικό μέτωπο. Επίσης, όλη εκείνη την περίοδο η Γαλλία ήταν αυστηρά υπέρ του αμυντικού δόγματος και της μη εμπλοκής σε πολεμική σύρραξη: Ο Πρώτος Πόλεμος την είχε σημαντικά επηρεάσει δημογραφικά και, με την επιστράτευση αυτό διαφάνηκε καθαρά, καθώς υπήρξαν αρκετές "κούφιες κλάσεις", δηλαδή στρατεύσιμοι κάποιων ηλικιών που δεν βρίσκονταν πλέον εν ζωή. Έπαιξε, φυσικά, το ρόλο του και ένα ευρύ κύκλωμα κατασκοπείας της Αμπβέρ, με το οποίο οι Γερμανοί επιδίωκαν τόσο τη μείωση του ηθικού των αντιπάλων πριν τον πόλεμο όσο και να μαθαίνουν τις κινήσεις των αντιπάλων κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Οι δυνάμεις των μαχομένων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

11 Μαΐου 1940: Γερμανικά μηχανοκίνητα περνούν την γέφυρα της Διώρυγας Αλβέρτου. Φωτ. Γερμανικού Ομοσπονδιακού Αρχείου

Όπως προαναφέρθηκε, οι Γάλλοι παρέταξαν στις αμυντικές τους θέσεις 72 μεραρχίες, υπό την ανώτατη διοίκηση του στρατηγού Μορίς Γκαμελέν (Maurice Gamelin). Οι Γερμανοί, την μέρα της επίθεσης, χρησιμοποίησαν 140 μεραρχίες ταυτόχρονα εναντίον της Ολλανδίας, του Βελγίου και της Γαλλίας, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Γκερντ φον Ρούντστεντ. Οι Άγγλοι έστειλαν στη Γαλλία εκστρατευτικό σώμα από 52 μεραρχίες υπό την διοίκηση του Λόρδου στρατηγού Γκορτ.

Το εκστρατευτικό αυτό σώμα μικρό ρόλο διαδραμάτισε στις πολεμικές επιχειρήσεις, καθώς οι Γερμανοί προήλασαν με τέτοια ταχύτητα, ώστε να το απομονώσουν. Στην Ολλανδία, η οποία προέβαλε σθεναρή αντίσταση, στηριζόμενη στην μεγαλύτερη αντιαρματική τάφρο της Ευρώπης, την Διώρυγα Αλβέρτου, οι Γερμανοί πέρασαν αυθημερόν, καθώς η διώρυγα Αλβέρτου καταλήφθηκε αφού οι υπερασπιστές της είτε σκοτώθηκαν από αεροπορικές επιδρομές είτε αιχμαλωτίστηκαν από αλεξιπτωτιστές. Στο Βέλγιο το κλειδί της άμυνας, οχυρό Έμπεν - Εμαέλ αχρηστεύτηκε από καταδρομείς αλεξιπτωτιστές μέσα σε δεκαεπτά λεπτά της ώρας,[1] χωρίς να καταληφθεί, καθώς μια ισχυρή φρουρά 1.000 ανδρών το υπεράσπιζε σθεναρά.

Οι Γαλλικές δυνάμεις διέθεταν υπεροπλία σε πυροβολικό. Διέθεταν, επίσης, και μεγάλο αριθμό ισχυρών αρμάτων μάχης. Σύμφωνα με τις σύγχρονες εκτιμήσεις, αυτό που δεν διέθεταν ήταν η διοικητική συνοχή και η ευρύτητα πνεύματος της ηγεσίας τους. Χαρακτηριστικά, ο Καρτιέ αναφέρει ότι κατά την διάρκεια των μαχών "τα τανκς καταντούν φύλακες διαβάσεων". Το γεγονός είναι ότι η γαλλική στρατιωτική ηγεσία αιφνιδιάστηκε ολοσχερώς από την εφαρμογή του κεραυνοβόλου πολέμου και η γερμανική επικράτηση οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στον αιφνιδιασμό αυτόν[2]

Οι Γερμανικές δυνάμεις στηρίχθηκαν, κυρίως, στον συνδυασμό των ταχύτατων θωρακισμένων μεραρχιών τους, που υποστηρίζονταν από την αεροπορία. Η διάβαση του Μεύση από τον Γκουντέριαν θα ήταν αδύνατη, αν δεν είχε προηγηθεί η εξουδετέρωση του γαλλικού πυροβολικού από τον αεροπορικό στόλο (Luftflotte) του Πτεράρχου Χούγκο Σπέρλε (Hugo Sperrle). Και όμως, η αρχική δύναμη των Γερμανών ήταν μόνον δέκα θωρακισμένες μεραρχίες. Οι υπόλοιπες δυνάμεις του Πεζικού ακολουθούσαν με πολύ βραδύτερο ρυθμό, καθώς οι περισσότερες ήταν ιπποκίνητες ή απλά πεζοπόρες.

Η γερμανική επίθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 10 Μαΐου 1940 τα ξημερώματα, ώρα 5:15, ισχυρότατες γερμανικές δυνάμεις επιτέθηκαν ταυτόχρονα εναντίον της Ολλανδίας, του Βελγίου και της Γαλλίας. Το κύριο μέτωπο των επιχειρήσεων εκτεινόταν σε όλο το πλάτος από τις βελγικές Αρδέννες μέχρι τη γραμμή Ναμύρ - Σεντάν, και σε όλο το μήκος των γαλλογερμανικών συνόρων. Με κεραυνοβόλα ανάπτυξη, τα γερμανικά στρατεύματα παρέκαμψαν τις βελγικές Αρδέννες και έτσι σχεδόν ολόκληρο το Βέλγιο κυριεύτηκε. Όταν έγινε γνωστό ότι οι Γερμανοί πέρασαν τις Αρδένες και ότι προχωρούν στο γαλλικό έδαφος, διατάχτηκε άμεση σύμπτυξη του στρατού στον ποταμό Μεύση (Meuse), μεταξύ Ναμύρ και Σεντάν. Η γραμμή Μαζινό είχε αχρηστευθεί, αφού οι Γερμανοί αναπτύσσονταν πλέον προς όλες τις κατευθύνσεις από το Βέλγιο. Στις 15 Μαΐου 1940 οι Γερμανοί έπληξαν το αμυντικό σύστημα των Γάλλων και έγινε μεγάλη μάχη στο Σεντάν, το οποίο καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς. Έγινε και εδώ ότι είχε γίνει στην Πολωνία και στο Βέλγιο: Ισχυρές γερμανικές μεραρχίες θωρακισμένων, βοηθούμενες από τους σφοδρούς βομβαρδισμούς των στούκα, διατρυπούσαν τις γραμμές των αντιπάλων και τις αχρήστευαν. Με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκε ρήγμα και μεγάλος θύλακας μεταξύ Ναμύρ και Σεντάν, σε μήκος 160 χλμ., από όπου οι Γερμανοί πέρασαν ανενόχλητοι. Το Σεντάν έγινε για δεύτερη φορά το σύμβολο της γαλλικής πολεμικής αποτυχίας.

Πλέον, τα γερμανικά στρατεύματα, που είχαν καταλάβει ολόκληρο το Βέλγιο, βρήκαν ελεύθερη διάβαση, και η γραμμή Μαζινό είχε παρακαμφθεί. Οι γερμανικές δυνάμεις έφτασαν στην Λέουβεν (Louvain) και στην Αμιένη (Amiens) και προχωρούσαν με μεγάλη ταχύτητα προς όλες τις κατευθύνσεις του γαλλικού εδάφους.

Έγινε τότε προσπάθεια να κινηθούν οι εναπομείνασες αγγλογαλλικές δυνάμεις του βόρειου τομέα προς τα βορειοδυτικά, και στις 27 Μαΐου έφτασαν στη Δουνκέρκη. Την άλλη μέρα, άρχισαν σφοδρότατοι βομβαρδισμοί με στόχο την κατάληψη της Δουνκέρκης και την εκμηδένιση του αγγλικού εκστρατευτικού σώματος.

Η αποχώρηση από την Δουνκέρκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της Γερμανικής προέλασης, μεγάλος αριθμός Βρετανών και Γάλλων στρατιωτών παγιδεύτηκαν στην Δουνκέρκη. Για την διάσωσή τους, ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ, σε συνεργασία με το Βρετανικό Ναυαρχείο, έστησε την επιχείρηση "Ντυναμό": Με υπεράνθρωπες προσπάθειες και αποστολή κάθε είδους πλοίων από την Βρετανία και τις (ακόμη ελεύθερες) γαλλικές ακτές και την υποστήριξη της βρετανικής αεροπορίας (RAF), από 27 Μαΐου ως 2 Ιουνίου του 1940, μεγάλος αριθμός Γάλλων (περίπου 112.000) και σχεδόν όλοι οι επιζώντες Βρετανοί (περίπου 240.000) κατάφεραν να διαφύγουν δια θαλάσσης. Στο σημείο αυτό ο Χίτλερ διαπράττει το πρώτο από μια σειρά τακτικών σφαλμάτων, που, τελικά, θα στοιχίσουν τον Πόλεμο στην Γερμανία: Υποκύπτοντας στην απαίτηση του Χέρμαν Γκέρινγκ διατάσσει τον γερμανικό στρατό, ο οποίος είχε σαφή υπεροχή και υπεροπλία στις επίλεκτες μονάδες αρμάτων μάχης (τανκς) να "αφήσει την Δουνκέρκη στην Αεροπορία. Μάταια ο Χάιντς Γκουντέριαν, που βρίσκεται σε απόσταση μόνον 8 χιλιομέτρων από την πόλη ζητά την άδεια να ενσκήψει ανάμεσα στο "μπουλούκι" των αντιπάλων. Παραμένει καθηλωμένος στις θέσεις του με διαταγή του Ρούντστεντ (που επικυρώνεται από τον Χίτλερ) ενώ η Γερμανική αεροπορία εκτελεί πολυάριθμες επιδρομές στην πόλη, αλλά βρίσκει απέναντί της την RAF, η οποία, τελικά, επιτυγχάνει την διάσωση του συντριπτικού ποσοστού των πλοίων που μετέφεραν στρατεύματα. Η Αεροπορία του Γκέρινγκ απέτυχε και, όταν ο Γκουντέριαν διατάσσεται να προχωρήσει, βρίσκει μπροστά του μια γαλλική μεραρχία, οχυρωμένη θαυμάσια, η οποία τον καθυστερεί δύο ολόκληρες ημέρες. Όταν, τελικά, καταλαμβάνει την Δουνκέρκη, οι Βρετανοί έχουν αποχωρήσει ολοσχερώς, αλλά χάνοντας ολόκληρο το υλικό τους[3] .

Γαλλικές προσπάθειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γαλλική Kυβέρνηση του Πολ Ρεϊνό (Paul Reynaud), βλέποντας τις αποτυχίες, αντικατέστησε τον Γκαμελέν στην αρχηγία του στρατού, τοποθετώντας στη θέση του τον Μαξίμ Βεϋγκάν (Maxim Weygand). Αυτός προσπάθησε να κάνει νέες αμυντικές επιχειρήσεις μεταξύ των ποταμών Σομμ και Αιν, αλλά από 5 ως 8 Ιουνίου οι Γερμανοί κατόρθωσαν να διασπάσουν και αυτό το μέτωπο (μάχη του Σομμ). Μετά και από αυτές τις αποτυχημένες επιχειρήσεις, ο Βεϋγκάν αναφέρει ότι κάθε αντίσταση είναι πλέον μάταιη. Ο Γαλλικός στρατός είναι κατακερματισμένος, τα μετόπισθέν του κατεστραμμένα και η Γαλλία οφείλει να διασώσει τις ζωές όσων επέζησαν από τις πολεμικές συγκρούσεις και την ίδια της την ύπαρξη.

Ο Πεταίν, που έχει ανακληθεί στην ενεργό δράση, άρχισε διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς. Στις 10 Ιουνίου, ο Μπενίτο Μουσολίνι βάζει την Ιταλία στον πόλεμο, απαιτώντας ταυτόχρονα από τον Χίτλερ να στείλει εκστρατευτικό σώμα στη Γαλλία. Η απαίτησή του έγινε δεκτή και Ιταλικά στρατεύματα εισβάλλουν στην Νοτιοανατολική Γαλλία. Εκεί, όμως, συναντούν τέσσερεις γαλλικές μεραρχίες, που τα ανακόπτουν, κάνοντας τον Μουσολίνι έξαλλο από θυμό. Η μάχη της Γαλλίας είχε τελειώσει.

Η συνθηκολόγηση και το τέλος του πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

14 Ιουνίου 1940: Γερμανικές δυνάμεις παρελαύνουν στην Λεωφόρο Φος στο Παρίσι. Φωτ. Γερμανικού Ομοσπονδιακού Αρχείου

Οι γερμανικές φάλαγγες Πεζικού μπήκαν στο Παρίσι στις 14 Ιουνίου 1940. Ο στρατάρχης Πεταίν, που είχε αναλάβει την κυβέρνηση, ζήτησε διαπραγματεύσεις και στις 16 Ιουνίου 1940 υπέγραψε με τους εκπροσώπους του Ράιχ συνθήκη,[4] σύμφωνα με την οποία ο Γαλλικός Στρατός αφοπλιζόταν, ενώ ο Γαλλικός Στόλος θα παρέμενε κλεισμένος μέσα στους ναυστάθμους, χωρίς, όμως, να παραδοθεί. Κάθε οργανωμένη αντίσταση στη Γαλλία σταμάτησε, η χώρα χωρίστηκε σε κατακτημένη και μη κατακτημένη περιοχή (Κυβέρνηση του Βισύ). Με αυτό τον τρόπο ικανοποιήθηκε το αίσθημα ρεβανσισμού που είχαν οι Γερμανοί από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.

Στρατηγική σημασία της μάχης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν το γαλλικό αμυντικό σύστημα κατέρρευσε στις 15 Μαΐου και οι μηχανοκίνητες μεραρχίες των Γερμανών πέρασαν το Σεντάν, ο ραδιοφωνικός σταθμός του Βερολίνου ανακοίνωσε ότι ο στρατός και η αεροπορία του Ράιχ είναι έτοιμοι να πλήξουν το νησιωτικό κράτος της Αγγλίας. Η ασφάλεια των βρετανικών νησιών τερματίσθηκε. Στη μάχη της Γαλλίας, οι Γερμανοί κατάφεραν με κεραυνοβόλα πλήγματα να εκμηδενίσουν έναν από τους κυριότερους εχθρούς τους, και να τον βγάλουν εκτός μάχης. Έτσι, η Αγγλία έμενε μόνη στον πόλεμο εναντίον του Άξονα, η γερμανική αεροπορία ετοιμαζόταν να επιτεθεί και στο ίδιο το αγγλικό έδαφος, η Ιταλία ετοιμαζόταν να κάνει εκστρατεία για την κατάκτηση της Αιγύπτου, ενώ η Μάλτα, βάση των Άγγλων προς τη Μέση Ανατολή βομβαρδιζόταν από το 1940. Η μάχη της Γαλλίας ήταν μια αποφασιστική νίκη των δυνάμεων του Άξονα.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Πάπυρος, Αθήνα, 1964
  2. "Μια επίθεση, που ο αιφνιδιασμός την μεταβάλλει σε πανωλεθρία": Καρτιέ, ό.π.
  3. Καρτιέ, ό.π.
  4. Κατ' απαίτηση του Χίτλερ, η Συνθήκη υπεγράφη στο "βαγόνι της Ρετόντ", στο ίδιο, δηλαδή, βαγόνι, που υπεγράφη η ανακωχή και ο τερματισμός του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο οι Γερμανοί έβγαλαν, για το σκοπό αυτό, από το Μουσείο.