Διάλυμα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χλωριούχο νάτριο (NaCl) (μαγειρικό αλάτι) διαλύεται σε νερό (H2O).

Ως Διάλυμα στη Χημεία χαρακτηρίζεται οποιοδήποτε ομοιογενές μίγμα δύο ή περισσοτέρων ουσιών. Δηλαδή το μίγμα εκείνο στο οποίο μια χημική ουσία είναι πλήρως διαλυμένη μέσα σε μια άλλη. Το χαρακτηριστικό του διαλύματος σε σχέση με το αιώρημα είναι ότι η σύστασή του είναι ακριβώς η ίδια σε οποιοδήποτε σημείο του. Παρότι συχνά η έννοια του διαλύματος συνδέεται με την υγρή κατάσταση της ύλης, εν τούτοις, υπάρχουν και στερεά ή αέρια διαλύματα, π.χ.: ο ορείχαλκος αποτελεί στερεό διάλυμα χαλκού και ψευδαργύρου, ή ο αέρας που αποτελεί αέριο διάλυμα του οξυγόνου, αζώτου κ.ά. στοιχείων.

  • Κάθε διάλυμα αποτελείται από το μέσο διασποράς, που λέγεται διαλύτης ή διαλυτικό μέσο, και από την ουσία που διαλύεται σε αυτό και λέγεται διαλυμένη ουσία.
  • Η ικανότητα που μπορεί να έχει μια ουσία να διαλύεται μέσα σε άλλη, ανεξαρτήτως κατάστασης (στερεό, υγρό, αέριο), λέγεται διαλυτότητα.
  • Η ικανότητα μιας ουσίας να διαλύει κάποια άλλη εξαρτάται πρώτιστα από την χημική φύση αυτών, συχνά από τη θερμοκρασία και μερικές φορές και από την πίεση.

Η διαλυμένη ουσία διασπάται σε πλήθος μικροσκοπικών σωματιδίων όπως είναι τα ιόντα και τα μόρια που αναμιγνύονται πλήρως με τα σωματίδια του διαλύτη. Τόσο οι διαλυμένες ουσίες όσο και εκείνες των διαλυτών μπορεί να είναι είτε στερεά σώματα είτε υγρά είτε τέλος αέρια.

Στα στερεά διαλύματα και οι δύο ουσίες (διαλυμένες και διαλύτες) είναι στερεά. Τέτοια περίπτωση είναι κι εκείνη των κραμάτων.

  • Ένας πολύ απλός τρόπος παρασκευής διαλύματος είναι ν΄ ανακατευθεί ζάχαρη σε ζεστό νερό. Αν και αόρατη η ζάχαρη θα βρίσκεται διαλυμένη στο νερό.
  • Δεν θα πρέπει να συγχέεται το διάλυμα με το κολλοειδές που αποτελεί κάπως διαφορετικό μίγμα δύο ουσιών.

Διάκριση διαλυμάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Τα διαλύματα ανάλογα με το είδος των σωματιδίων της διαλυμένης ουσίας διακρίνονται σε:
    • Ηλεκτρολυτικά διαλύματα ή ιοντικά: Όταν η διαλυμένη ουσία βρίσκεται με μορφή ιόντων. Τέτοια διαλύματα* είναι των ηλεκτρολυτών (οξέων, βάσεων και αλάτων) π.χ. NaCl → Na+ + Cl- (ιόντα).
    • Μη ηλεκτρολυτικά διαλύματα ή μοριακά: Όταν η διαλυμένη ουσία βρίσκεται αποκλειστικά με μορφή μορίων. Δηλαδή η διαλυμένη ουσία δεν διίσταται αλλά και ούτε πολυμερίζεται, π.χ. το διάλυμα ζάχαρης.
  2. Επίσης τα διαλύματα ανάλογα με την ανταλλαγή θερμότητας διακρίνονται σε:
    • Ενδοθερμικά διαλύματα: Όπου απορροφάται θερμότητα - ενδόθερμο φαινόμενο, και σε
    • Εξωθερμικά διαλύματα: Όπου εκλύεται (απελευθερώνεται) θερμότητα - εξώθερμο φαινόμενο.
  3. Άλλες επιμέρους διακρίσεις των διαλυμάτων είναι τα:
    • Αζεοτροπικά διαλύματα. Διαλύματα τα οποία δεν αλλάζουν σύσταση με βρασμό (πχ. Οινόπνευμα 95 βαθμών που περιέχει 95% οινόπνευμα και 5% νερό)
    • Δυαδικά διαλύματα
    • Ιδανικά διαλύματα
    • Κορεσμένα διαλύματα: Όταν το διάλυμα περιέχει τη μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα διαλυτής ουσίας. Περαιτέρω ανάμιξη διαλυτής ουσίας γίνεται ίζημα. π.χ. η μίξη 100gr αλατιού σε 100gr νερό δημιουργεί διάλυμα περίπου 36gr αλατιού και το υπόλοιπο αλάτι δημιουργεί ίζημα.
  4. Ειδικότερα, υδατικό διάλυμα ονομάζεται διάλυμα στο οποίο διαλύτης είναι το νερό.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το μεγαλύτερο (γιγαντιαίο) στη Φύση ηλεκτρολυτικό διάλυμα είναι η θάλασσα.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]