Γκουντεσαπούρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Γκουντεσαπούρ
𐭥𐭧𐭩𐭠𐭭𐭣𐭩𐭥𐭪𐭱𐭧𐭯𐭥𐭧𐭥𐭩
گندی‌شاپور
Ancient City of Gandhi Shapour 02.jpg
Τα ερείπια της Γκουντεσαπούρ
Γκουντεσαπούρ is located in Ιράν
Γκουντεσαπούρ
Άλλες ονομασίεςΒεχ-Αντιόχ-Σαπούρ
ΤοποθεσίαΕπαρχία Χουζιστάν, Ιράν
Περιοχήιρανικό υψίπεδο
Συντεταγμένες32°17′N 48°31′E / 32.283°N 48.517°E / 32.283; 48.517Συντεταγμένες: 32°17′N 48°31′E / 32.283°N 48.517°E / 32.283; 48.517
Είδοςοικισμός
Τμήμα απόΑυτοκρατορία των Σασσανιδών
Ιστορία
Ίδρυση3ος αιώνας μ.Χ.
ΠερίοδοιΎστερη αρχαιότητα - Μεσαίωνας
ΠολιτισμοίΙρανοί, Αραμαίοι, Ελληνορωμαίοι
Σημειώσεις
ΚατάστασηΕρειπωμένη

Η Γκουντεσαπούρ ήταν το πνευματικό κέντρο της αυτοκρατορίας των Σασσανιδών και έδρα της Ακαδημίας της Γκουντεσαπούρ, η οποία ιδρύθηκε από τον Σασανίδη βασιλιά Σαπώρη Α'.

Η Γκουντεσαπούρ είχε νοσοκομείο, βιβλιοθήκη και ένα κέντρο ανώτατης εκπαίδευσης. Έχει ταυτιστεί με εκτεταμένα ερείπια νότια του Σαχαμπάντ, ενός χωριού 14 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Ντεζφούλ, προς το δρόμο για Σουστάρ, στη σημερινή επαρχία Χουζιστάν στο νοτιοδυτικό Ιράν.

Δεν είναι ένας οργανωμένος αρχαιολογικός χώρος και, εκτός από ερείπια, είναι γεμάτος υπολείμματα όπως σπασμένα κεραμικά.

Παρά τη φήμη, πρόσφατα ορισμένοι μελετητές αμφισβήτησαν τη γενική ιστορική σημασία της, συγκεκριμένα, την ύπαρξη του νοσοκομείου της. [1]

Η πόλη έπεσε σε παρακμή μετά τη μουσουλμανική κατάκτηση της Περσίας (παραδόθηκε το 638), ωστόσο συνέχισε να παραμένει σημαντικό κέντρο κατά τη μουσουλμανική περίοδο. Ο Γιακούμπ ιμπν Λέιθ ας-Σαφφάρ, ο ιδρυτής της δυναστείας των Σαφαρίδων, έκανε την Γκουντεσαπούρ κατοικία του τρία χρόνια πριν από τον ξαφνικό θάνατό του. Ο τάφος του έγινε ένας από τους πιο σημαντικούς χώρους της πόλης.[2]

Η άνοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της επαρχίας Χουζιστάν της Περσικής Αυτοκρατορίας. Η διοικητική περιφέρεια περιελάμβανε τις γειτονικές πόλεις Σούσα και Μιχριγιανκαντάκ, αν και η συγκεκριμένη βρισκόταν στην πραγματικότητα σε διαφορετική επαρχία. [3]

Οι περισσότεροι μελετητές πιστεύουν ότι ο Σαπώρης Α', γιος του Αρδασίρ Α', ίδρυσε την πόλη, αφού νίκησε έναν ρωμαϊκό στρατό υπό τον αυτοκράτορα Βαλεριανό. Ήταν φρούριο και στέγαζε πολλούς Ρωμαίους αιχμαλώτους πολέμου. Ο Σαπώρης την έκανε πρωτεύουσά του.

Η σύζυγος του Σαπώρη, κόρη του Αυρηλιανού, έζησε μαζί του στην πρωτεύουσα. Έφερε μαζί της δύο Έλληνες γιατρούς, που εγκαταστάθηκαν στην πόλη και δίδαξαν ιπποκρατική ιατρική.

Το 489, το νεστοριανό θεολογικό και επιστημονικό κέντρο στην Έδεσσα διατάχθηκε να κλείσει από το βυζαντινό αυτοκράτορα Ζήνωνα και έτσι δημιουργήθηκε ανεξάρτητα η Σχολή της Νίσιβηςυπό περσική κυριαρχία, με το κοσμικό της τμήμα στην Γκουντεσαπούρ. Εδώ, μελετητές, μαζί με Παγανιστές φιλόσοφους που εκδιώχθηκαν από την Αθήνα από τον Ιουστινιανό το 529, πραγματοποίησαν σημαντική έρευνα στην ιατρική, την αστρονομία και τα μαθηματικά.[4]

Υπό την κυριαρχία του μονάρχη Χοσρόη Α' (531-579 μ.Χ.), η πόλη έγινε γνωστή για την ιατρική της. Ο Χοσρόης Α' παρείχε καταφύγιο σε διάφορους Έλληνες φιλόσοφους, Νεστοριανούς Ασσύριους, που διέφυγαν από θρησκευτικές διώξεις από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Ο βασιλιάς ανέθεσε στους πρόσφυγες να μεταφράσουν ελληνικά και συριακά κείμενα σε παχλαβί. Μετέφρασαν διάφορα έργα σχετικά με την ιατρική, την αστρονομία, την αστρολογία, τη φιλοσοφία και τις τέχνες.

Πολλοί Ασσύριοι εγκαταστάθηκαν στην Γκουντεσαπούρ κατά τον 5ο αιώνα. Οι Ασσύριοι ήταν κυρίως ιατροί από την Ούρφα, που ήταν εκείνη την εποχή κορυφαίο ιατρικό κέντρο.[5] Η διδασκαλία στην Ακαδημία πραγματοποιούνταν στα συριακά, έως ότου η πόλη έπεσε στους μουσουλμανικούς αραβικούς στρατούς, οι οποίοι κατέστρεψαν την πόλη και τους τόπους μάθησης. [6]

Υπό μουσουλμανική κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ακαδημία επέζησε από την αλλαγή των ηγεμόνων και παρέμεινε για αρκετούς αιώνες, προβάλλοντας ως μουσουλμανικό ινστιτούτο ανώτατης εκπαίδευσης.

Το 832, ο Χαλίφης αλ-Μαμούν ίδρυσε το Bayt al-Hikma, τον Οίκο της Σοφίας. Εκεί οι μέθοδοι της Γκουντεσαπούρ συνεχίστηκαν, εφόσον ο Οίκος της Σοφίας ήταν στελεχωμένος με αποφοίτους της παλαιότερης Ακαδημίας της Γκουντεσαπούρ, οι οποίοι είχαν εκπαιδευτεί σε ινδικές και σε ορισμένες ελληνικές και ιρανικές ιατρικές παραδόσεις. Πιστεύεται ότι ο Οίκος της Σοφίας διαλύθηκε υπό τον Αλ Μουταουάκιλ, ο οποίος ένιωθε ότι η μάθηση έρχεται σε σύγκρουση με τις πληροφορίες που δίνονται στο Κοράνι. Επιπλέον, το πνευματικό κέντρο του Χαλιφάτου των Αββασιδών είχε μετατοπιστεί στο αραβικό προπύργιο της Βαγδάτης, καθώς στο εξής υπάρχουν λίγες αναφορές στη σύγχρονη λογοτεχνία σε πανεπιστήμια ή νοσοκομεία στην Γκουντεσαπούρ.

Η πόλη υπήρξε σημαντικός σύνδεσμος μεταξύ της ινδικής και της ελληνικής ιατρικής, λόγω των προηγούμενων πρακτικών του συνδυασμού των ιατρικών παραδόσεων, επομένως η μετάβαση από παλαιότερους αρχαίους πολιτισμούς σε μεταγενέστερη ισλαμική ιδιοκτησία ήταν πιο συνεκτική. [7]

Ο τελευταίος επικεφαλής του νοσοκομείου ήταν ο Σαμπούρ μπιν Σαλ, που πέθανε το 869. Η τύχη του νοσοκομείου μετά από αυτό είναι άγνωστη. [8]

Πρόσφατες ακαδημαϊκές αμφιβολίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μερικοί μελετητές έχουν αμφιβολίες για την ύπαρξη του νοσοκομείου στην Γκουντεσαπούρ ισχυριζόμενοι ότι δεν υπάρχουν γνωστές περσικές πηγές, που επιβιώνουν, "που θα επιβεβαίωναν τους ισχυρισμούς ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ιατρική ιστορία".[9] Θεωρήθηκε ότι ένα ιατρικό κέντρο στην πόλη θα έμοιαζε με τη Σχολή της Νίσιβης. Αυτό που είναι πιο πιθανό είναι ότι υπήρχε μια σχολή, όπου διαβάζονταν ιατρικά κείμενα, και ένα ιατρείο, όπου ασκείτο ιατρική. [10]

Επιπρόσθετα, η φήμη της πόλης μπορεί να έχει συσχετιστεί με τη φήμη για τα Σούσα στα δυτικά.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Dols (1987)
  2. Alireza Shapour Shahbazi, Lutz Richter-Bernburg. GONDĒŠĀPUR. 
  3. Frye (1975a), σελίδες 10–11
  4. Hill (1993)
  5. «Archived copy» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 2 Οκτωβρίου 2008. Ανακτήθηκε στις 28 Αυγούστου 2008. 
  6. Frye (1975b)
  7. Frye (1975b)
  8. Alireza Shapour Shahbazi, Lutz Richter-Bernburg. GONDĒŠĀPUR. 
  9. Dols (1987), σελ. 369
  10. Dols (1987), σελ. 377