Βωλίτης ο χαλκόχρους

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βωλίτης ο χαλκόχρους
Βωλίτης ο χάλκειος
Βωλίτης ο χάλκειος
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Μύκητες
Συνομοταξία: Βασιδιομύκητες (Basidiomycota)
Ομοταξία: Αγαρικομύκητες (Agaricomycetes)
Τάξη: Βωλιτώδη (Boletales)
Οικογένεια: Βωλιτοειδή (Boletaceae)
Γένος: Βωλίτης (Boletus)
Είδος: B. aereus
Διώνυμο
Boletus aereus (Βωλίτης ο χαλκόχρους)
Bull. (1782)
Συνώνυμα
  • Dictyopus aereus (Bull.) Quél. (1886)
  • Tubiporus edulis subsp. aereus (Bull.) Maire (1937)
  • Boletus edulis f. aereus (Bull.) Vassilkov (1966)
  • Boletus aereus var. squarrosus De Rezende Pinto (1940)

Ο Βωλίτης ο χαλκόχρους είναι ένα από τα πιο δημοφιλή άγρια εδώδιμα μανιτάρια. Ανήκει στην οικογένεια βωλιτοειδή. Καταναλώνεται ευρέως στην Ελλάδα, την Ισπανία, την Ιταλία, την Γαλλία και γενικά σε όλες τις παράκτιες περιοχές της Μεσογείου. Όπως και το μανιτάρι Βωλίτης ο εδώδιμος ονομάζεται από τον λαό ως βασιλομανίταρο και σε νεαρή ηλικία ως καλογεράκι. Για πρώτη φορά περιγράφεται το 1789 από τον Γάλλο βοτανολόγο Pierre Bulliard. Είναι στενά συγγενικό με άλλα είδη της οικογένειας των βωλιτοειδών, όπως το Boletus reticulatus (Βωλίτης ο δικτυωτός), το Boletus pinophilus (Βωλίτης ο πευκόφιλος και το ιδιαίτερα δημοφιλές Boletus edulis (Βωλίτης ο εδώδιμος). Ορισμένοι πληθυσμοί του μανιταριού που απαντώνται στην Βόρεια Αφρική έχουν ταξινομηθεί ως ξεχωριστό είδος (Boletus mamorensis), παρόλο που φυλογενετικά είναι εξαιρετικά συγγενικά.

Ο μύκητας αναπτύσσεται σε οικοσυστήματα με πλατύφυλλα δέντρα και θάμνους, σχηματίζοντας συμβιωτικές μυκόρριζικές σχέσεις με τις ρίζες των φυτών αυτών. Η δρυς η φελλοφόρος είναι ένας από τους σημαντικότερους ξενιστές. Το σώμα του μανιταριού, το οποίο φέρει τα σπόρια, αναπτύσσεται κατά το καλοκαίρι και το φθινόπωρο. Το σώμα του μανιταριού χαρακτηρίζεται από ένα σαρκώδες πίλο (καπέλο), που μπορεί να φτάσει τα 30 εκατοστά σε διάμετρο. Όταν φτάσει σε ωριμότητα, τα σπόρια διαφεύγουν από πόρους που βρίσκονται κάτω από το πίλο. Σε νεαρή ηλικία, η πορώδης επιφάνεια του πίλου έχει λευκό χρώμα, το οποίο μετατρέπεται σε κίτρινο προς καφέ καθώς το μανιτάρι ωριμάζει. το πόδι (στύπος) φτάνει μέχρι και τα 15 εκατοστά σε ύψος και τα 10 εκατοστά σε πάχος, ενώ καλύπτεται μερικώς από ένα δικτυωτό μοτίβο.

Ταξινόμηση και ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικονογράφηση του βωλίτη στο βιβλίο του Bulliard Champignons de la France

Ο Γάλλος βοτανολόγος και μυκητολόγος Pierre Bulliard περιέγραψε τον μύκητα το 1789[1][2]. Η διωνυμική ονομασία του μανιταριού Boletus aereus συντίθεται από το αρχαιοελληνικό βωλίτις (κομμάτι γης) και από το λατινικό aerěus (χάλκινος).[3]. Ο επίσης Γάλλος βοτανολόγος Lucien Quélet ταξινόμησε το είδος στο, τώρα παρωχημένο γένος Dictyopus το 1886, δίνοντας του το διώνυμο Dictyopus aereus [4] ενώ ο René Maire το επαναταξινόμησε ως υποείδος του Boletus edulis το 1937.

Κοινές ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μανιτάρι αποκαλείται βασιλομανίταρο ή καλογεράκι στα ελληνικά[5] , porcino nero (μαύρο γουρουνάκι) στα ιταλικά[6] , le bolet bronzé (χάλκινος βωλίτης) στα γαλλικά[7] και ontto beltza (μαύρος μύκητας) στα βασκικά. Ο Bulliard εμπνεύστηκε από την κοινή ονομασία του μύκητα στα γαλλικά (le bolet bronzé) προκειμένου να του αποδώσει την επιστημονική του ονομασία . Στα αγγλικά αναφέρεται ως dark cep[8] , ενώ η βρετανική μυκητολογική εταιρία χρησιμοποιεί την ονομασία bronze bolete[9] .

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βωλίτης ο χαλκόχρους σε δάσος της Ιταλίας

Το πίλο (καπέλο) του μανιταριού έχει ημισφαιρικό με κυρτό σχήμα και φτάνει τα 15 με 30 εκατοστά σε διάμετρο, ενώ έχουν βρεθεί δείγματα διαμέτρου 40 εκατοστών. Έχει βελούδινη, βαθουλωτή υφή και σκούρο καφέ, και σε μερικές περιπτώσεις, βιολετί, μοβ και γκρι χρώμα με στίγματα χάλκινου και χρυσού χρώματος. Ο στύπος (πόδι) έχει ύψος 6 με 15 εκατοστά και πλάτος 5 με 10 εκατοστά, συνήθως το ύψος του είναι μικρότερο από την διάμετρο του καπέλου. Το σχήμα του στύπου είναι κυλινδρικό, με την διατομή του να στενεύει καθώς πλησιάζει το πίλο. Το χρώμα του είναι καστανοκόκκινο και καλύπτεται από ένα καφέ δικτυωτό μοτίβο. Όπως και στους υπόλοιπους βωλίτες, κάτω από το πίλο υπάρχουν μικροί στρογγυλοί πόροι αντί για βράγχια (λαμέλες, ελάσματα). Αρχικά το χρώμα της πορώδους επιφάνειας είναι λευκό, το οποίο μετατρέπεται σε κίτρινο προς καφέ καθώς το μανιτάρι ωριμάζει. Η σάρκα του είναι λευκή, εκλύει μία έντονη ευχάριστη οσμή, παρόμοια με αυτή του καστάνου και η γεύση της είναι ελαφρώς γλυκιά[10] [11] [12] [13] [14]. Τα σπόρια έχουν σχήμα ατράκτου και μέγεθος 10.5–19 με 4–7 μικρόμετρα.

Συγγενικά είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

B. reticulatus
B. pinophilus
B. edulis

Ο Boletus reticulatus (Βωλίτης ο δικτυωτός) φυτρώνει αποκλειστικά σε δάση πλατύφυλλων κατά τους ζεστούς μήνες. Χαρακτηρίζεται από ωχρό πίλο και στύπο. Το πόδι καλύπτεται από ένα αισθητό, περίτεχνο δικτυωτό μοτίβο που εκτείνεται μέχρι την βάση του [15] .

Ο Boletus Pinophilus (βωλίτης ο πευκόφιλος) φυτρώνει σε δάση κωνοφόρων, κυρίως δασικής πεύκης. Χαρακτηρίζεται από πίλο με καστανοκόκκινο χρώμα.

Ο Boletus edulis (Βωλίτης ο εδώδιμος). Αναπτύσσεται σε φυλοβόλλα και κωνοφόρα δάση, κυρίως σε δάση ερυθρελάτης, κάτα τα τέλη του φθινοπώρου, όταν οι θερμοκρασίες έχουν αρχίσει να πέφτουν. Το χρώμα του είναι συνήθως καφέ με λευκό και συνεχίζει να σκουραίνει κατά την ωρίμανση.

Κατανομή και ενδιαίτημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπτύσσεται κυρίως στην Κεντρική και Νότια Ευρώπη, καθώς και στην Βόρεια Αφρική. [16] Συναντάται σπάνια σε ψυχρότερα κλίματα, όπως αυτό της Αγγλίας και έχει κατηγοριοποιηθεί ως ευάλωτο είδος στην Τσεχία.[17] Μπορεί να απαντάται με αφθονία σε τοπικό επίπεδο, για παράδειγμα είναι το ποιο συνηθισμένο είδος βωλίτη της Σικελίας.[18] Σε άλλες περιοχές, όπως το Μαυροβούνιο απειλείται με εξαφάνιση και έχει καταχωρηθεί στον Κόκκινο κατάλογο της IUCN. [19] Ο βωλίτης ο χαλκόχρους απαντάται σε μεσογειακά νησιωτικά οικοσυστήματα όπως αυτά της Λέσβου [20], της Νάξου[21], της Κύπρου[22] και της Κορσικής. [23]

Το σώμα του μανιταριού αναπτύσσεται κατά τους θερμούς μήνες, σχηματίζοντας συμβιωτικές μυκόρριζικές σχέσεις με πλατύφυλλα δέντρα και σκληρόφυλλους θάμνους, δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση στην βελανιδιά, την οξιά, την καστανιά, την κουμαριά, το ρείκι και την λαδανιά[24]. Επίσης προτιμά τα όξινα εδάφη[25]. Μπορεί να βρεθεί εύκολα σε πάρκα καθώς και στην άκρη του οδοστρώματος. [26] Ο σημαντικότερος ξενιστής του είναι η δρυς η φελλοφόρος. Η κατανομή αυτού του δέντρου στην Ευρώπη και την Βόρεια Αφρική ταυτίζεται με την κατανομή του βωλίτη[27].

Στο παρελθόν, ο Βωλίτης ο χαλκόχρους είχε παρατηρηθεί στην Κίνα[28][29] Πρόσφατες μοριακές μελέτες, ωστόσο, υποδεικνύουν ότι τα βασιλομανίταρα που φύονται στις ασιατικές χώρες ανήκουν σε διαφορετικό είδος[30]

Μαγειρικές χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απεικόνιση του βασιλομανίταρου σε μολδαβικό γραμματόσημο του 2007

Όντας ένα εκλεκτό φαγώσιμο μανιτάρι, το βασιλομανίταρο βωλίτης ο χαλκόχρους εκτιμάται ιδιαίτερα στις χώρες της Νότιας Ευρώπης για τη γεύση του, θεωρείται μάλιστα γαστρονομικά ανώτερο από το άλλο είδος βασιλομανίταρου βωλίτης ο εδώδιμος[31]. Οι κάτοικοι αυτών των περιοχών το καταναλώνουν και το εκμεταλλεύονται εμπορικά εδώ και αιώνες. [32]

Όταν συλλέγεται πρέπει η μεμβράνη που καλύπτει το πίλο να παραμένει άθικτη κατά την αφαίρεση του χώματος από την επιφάνεια. Οι πόροι παραμένουν εκτός και αν είναι υπερβολικά μαλακοί και ταλαιπωρημένοι. Ο Βωλίτης ο χαλκόχρους είναι κατάλληλος για αποξήρανση, μια διαδικασία που ενισχύει την γεύση και το άρωμα του. Παραδοσιακά αποξηραίνεται αφού έχει κοπεί σε φέτες και κρεμαστεί με σπάγκο σε ένα ξηρό μέρος. Αφού αποξηρανθεί διατηρείται σε αεροστεγές βάζο. Πριν την χρήση στην μαγειρική τα αποξηραμένα βασιλομανίταρα ζεματίζονται σε χλιαρό νερό για 20 λεπτά. Το νερό αποκτά το άρωμα του μανιταριού και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ζωμούς. Μικρή μόνο ποσότητα του βασιλομανίταρου μπορεί να ενισχύσει σημαντικά την γεύση μιας μανιταρόσουπας, ή άλλου πιάτου με μανιτάρια[33].

Θρεπτική αξία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

100 γραμμάρια ξηρού βωλίτη περιέχουν 367 θερμίδες, 17,9 γραμμάρια πρωτεΐνης, 72,8 γραμμάρια υδατανθράκων και 0,4 γραμμάρια λίπους. Το βάρος ενός φρέσκου μανιταριού αποτελείται κατά 92% νερό. Ο κύριος δισακχαρίτης που περιέχεται είναι η τρεχαλόζη (4,7 γραμμάρια ανά 100 γραμμάρια ξηρού βάρους), ενώ υπάρχει μικρότερη ποσότητα μανιτόλης. (1,3 γραμμάρια). Περιέχονται επίσης 6 γραμμάρια τοκοφερόλης (βιταμίνη E) και 3,7 γραμμάρια ασκορβικού οξέως. [34]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Bulliard F. (1789). Herbier de la France (in French). 9. Paris, France: Chez l'auteur, Didot, Debure, Belin. Pl. 385; fig. II.
  2. "Boletus aereus (Viv.) Ricken 1915". MycoBank. International Mycological Association. Retrieved 23 March 2013.
  3. Simpson DP. (1979). Cassell's Latin Dictionary (5 ed.). London, UK: Cassell. p. 27. ISBN 978-0-304-52257-6.
  4. Quélet L. (1886). Enchiridion Fungorum in Europa media et praesertim in Gallia Vigentium [Handbook of Mushrooms in central Europe, especially France] (in French). Lutetia: Octave Dion. p. 159.
  5. Konstantinidis G. (2009). Μανιτάρια – φωτογραφικός οδηγός μανιταροσυλλέκτη [Mushrooms, a Photographic Guide for Collectors] (in Greek). Athens, Greece: Published by the author. p. 329. ISBN 978-960-93-1450-3.
  6. Carluccio A. (2003). The Complete Mushroom Book. London, UK: Quadrille. pp. 37–38, 96–97. ISBN 978-1-84400-040-1.
  7. Eyssatier G, Roux P (2011). Le guide des champignons France et Europe (in French). Paris, France: Belin. pp. 92–93. ISBN 978-2-7011-5428-2.
  8. Phillips R. (2013). Mushrooms: A Comprehensive Guide to Mushroom Identification. London, UK: Pan Macmillan. p. 275. ISBN 978-1-4472-6402-6.
  9. Holden L. (June 2014). "English Names for fungi 2014". British Mycological Society. Retrieved 27 August 2015.
  10. Lannoy G, Estadès A (2001). Les Bolets. Flore mycologique d'Europe. Documents Mycologiques Mémoire Hors série no. 6 (in French). Lille, France: Association d'Écologie et de Mycologie. pp. 1–163.
  11. Estadès A, Lannoy G (2004). "Les bolets européens". Bulletin Mycologique et Botanique Dauphiné-Savoie (in French). 44 (3): 3–79.
  12. Phillips R. (2006). Mushrooms. London, UK: Pan MacMillan. p. 275. ISBN 978-0-330-44237-4.
  13. Marchand A. (1971). Les champignons du Nord et du Midi. Tome 1 (in French). Perpignan, France. ISBN 84-499-0649-0.
  14. Alessio CL. (1985). Boletus Dill. ex L. (sensu lato). Fungi Europaei. 2. Saronno, Italy: Libreria editrice Biella Giovanna.
  15. Galli R. (2007). I Boleti. Atlante pratico-monographico per la determinazione dei boleti (in Italian) (3rd ed.). Milano, Italy: Dalla Natura.
  16. Bartault R. (1979). "Bolets du Maroc". Bulletin de la Société mycologique de France (in French). 95 (3): 297–318.
  17. Mikšik M. (2012). "Rare and protected species of boletes of the Czech Republic". Field Mycology. 13 (1): 8–16. doi:10.1016/j.fldmyc.2011.12.003.
  18. Venturella G, Rocca S (2001). "Strategies for conservation of fungi in the Madonie Park, North Sicily". In Moore D, Nauta MN, Evans SE, Rotheroe M. Fungal Conservation Issues and Solutions (PDF). Cambridge, UK: Cambridge University Press. pp. 156–61. ISBN 978-0-521-80363-2. Archived from the original (PDF) on 2 October 2015.
  19. Peric B, Peric O (2005). The provisory red list of endangered macromycets of Montenegro (PDF) (Report). Eidg. Forschungsanstalt für Wald, Schnee und Landschaft WSL (Swiss Federal Institute for Forest, Snow and Landscape Research).
  20. 100+1 Μανιτάρια: Η έρευνα στη Λέσβο [100+1 Mushrooms. Research on Lesvos] (in Greek). Athens, Greece: Fungal Environmental Association/Μανιταρόφιλοι Λέσβου. 2013. pp. 128–29. ISBN 978-618-80314-3-2.
  21. Polemis E, Dimou D, Tzanoudakis D, Zervakis G (2012). "Annotated checklist of Basidiomycota (subclass Agaricomycetidae) from the islands of Naxos and Amorgos (Cyclades, Greece)". Annales Botanici Fennici. 49: 145–61. doi:10.5735/085.049.0301.
  22. Loizides M. (2011). "Quercus alnifolia: The indigenous golden oak of Cyprus and its fungi". Field Mycology. 12 (3): 81–88. doi:10.1016/j.fldmyc.2011.06.004.
  23. Dentinger BT, Ammirati JF, Both EE, Desjardin DE, Halling RE, Henkel TW, Moreau PA, Nagasawa E, Soytong K, Taylor AF, Watling R, Moncalvo JM, McLaughlin DJ (2010). "Molecular phylogenetics of porcini mushrooms (Boletus section Boletus)" (PDF). Molecular Phylogenetics and Evolution. 57: 1276–92. doi:10.1016/j.ympev.2010.10.004. PMID 20970511. Archived from the original (PDF) on 23 May 2013.
  24. Loizides M, Kyriakou T, Tziakouris A (2011). Edible & Toxic Fungi of Cyprus (in Greek and English). Published by the authors. pp. 122–23. ISBN 978-9963-7380-0-7.
  25. Courtecuisse R, Duhem B (1995). Mushrooms & Toadstools of Britain & Europe. London, UK: Harper-Collins.
  26. Beugelsdijk DCM; van der Linde S; Zuccarello GC; den Bakker; Draisma SGA; Noordeloos ME. (2008). "A phylogenetic study of Boletus section Boletus in Europe". Persoonia. 20 (1): 1–7. doi:10.3767/003158508X283692. PMC 2865352 Freely accessible. PMID 20467482. open access publication – free to read
  27. Feng B, Xu J, Wu G, Zeng NK, Li YC, Bau T, Kost GW, Yang ZL (2012). "DNA sequence analyses reveal abundant diversity, endemism and evidence for Asian origin of the porcini mushrooms". PLoS ONE. 7 (5): e37567. doi:10.1371/journal.pone.0037567. PMC 3356339 Freely accessible. PMID 22629418. e37567. open access publication – free to read
  28. Zhishu B, Zheng G, Taihui L (1993). The Macrofungus Flora of China's Guangdong Province. New York, New York: Columbia University Press. p. 493. ISBN 978-962-201-556-2.
  29. Chen YL (2004). "Song rong (Tricholoma matsutake), a valuable forest mushroom from China: consumption, development and sustainability". In Kusters K; Belcher B. Forest Products, Livelihoods and Conservation: case studies of non-timber forest product systems. volume 1 – Asia. Bogor Barat, Indonesia: CIFOR. pp. 79–94 (see p. 85). ISBN 978-979-3361-23-9.
  30. Dentinger BT, Ammirati JF, Both EE, Desjardin DE, Halling RE, Henkel TW, Moreau PA, Nagasawa E, Soytong K, Taylor AF, Watling R, Moncalvo JM, McLaughlin DJ (2010). "Molecular phylogenetics of porcini mushrooms (Boletus section Boletus)" (PDF). Molecular Phylogenetics and Evolution. 57: 1276–92. doi:10.1016/j.ympev.2010.10.004. PMID 20970511. Archived from the original (PDF) on 23 May 2013.
  31. Athanasiou Z (2010). Μανιτάρια, οδηγός αναγνώρισης για 642 είδη [Mushrooms: Identification Guide to 642 Species] (in Greek). Athens, Greece: Εκδόσεις Ψύχαλου. p. 295. ISBN 978-960-8455-75-7.
  32. De Roman M, Boa E (2004). "Collection, marketing and cultivation of edible fungi in Spain" (PDF). Micologia Aplicada International. 16 (2): 25–33.
  33. Zeitlmayr L. (1976). Wild Mushrooms: An Illustrated Handbook. Hertfordshire, UK: Garden City Press. p. 96. ISBN 978-0-584-10324-3.
  34. Heleno SA, Barros L, Sousa MJ, Martins A, Santos-Buelga C, Ferreira CF (2011). "Targeted metabolites analysis in wild Boletus species". LWT – Food Science and Technology. 44 (6): 1343–48. doi:10.1016/j.lwt.2011.01.017.