Βαλούχοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ιρανοί Βαλούχοι αρχηγοί φυλών την εποχή της δυναστείας Κατζάρ στο Ιράν, γύρω στα 1904

Οι Βαλούχοι (Μπαλόχι: بلوچ) είναι ιρανικής καταγωγής εθνότητα, και ζουν κυρίως στην περιοχή Βαλουχιστάν, που βρίσκεται στο ακρότατο νοτιοανατολικό τμήμα του ιρανικού υψιπέδου, καταλαμβάνοντας τμήμα του νοτιοδυτικού Πακιστάν, του νοτιοανατολικού Ιράν, και μικρότερο τμήμα του νοτιοδυτικού Αφγανιστάν, ενώ αριθμοί Βαλούχων κατοικούν και στην Αραβική Χερσόνησο και το Τουρκμενιστάν.

Ομιλούν κυρίως τη Βαλουχική γλώσσα (Μπαλόχι), κλάδο των Βορειοδυτικών Ιρανικών γλωσσών. Περίπου το 50% του συνολικού πληθυσμού των Βαλούχων ζει στην επαρχία Βαλουχιστάν του Πακιστάν, 40% αυτών στην επαρχία Σιντ του Πακιστάν, και ένας σημαντικός αριθμός αυτών στην επαρχία Παντζάμπ του Πακιστάν. Αποτελούν περίπου το 3,6% του πληθυσμού του Πακιστάν, περίπου το 2% του Ιράν και περίπου το 2% του Αφγανιστάν.

Οι Βαλούχοι διαβιούν κυρίως σε ερημικές και ορεινές περιοχές. Είναι κυρίως σουνίτες μουσουλμάνοι, και χρησιμοποιούν τη γλώσσα Ούρντου ως λίνγκουα φράνκα για να επικοινωνούν με άλλες εθνότητες, όπως τους Παστούν και Σίντι.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ακριβής προέλευση της λέξης Βαλούχοι είναι ασαφής. Ο Βρετανός ιστορικός και θεολόγος Τζωρτζ Ρόουλινσον (George Rawlinson) έγραφε το 1873 ότι προέρχεται από το όνομα του Βαβυλώνιου βασιλέα και θεού Βήλου. Ο Βρετανός λόγιος και μελετητής ανατολικών γλωσσών, Μάνσελ Νταίημς (Mansel Dames), έγραφε το 1904 ότι η λέξη προέρχεται από τον περσικό όρο για το λειρί του κόκορα, που λέγεται ότι χρησιμοποιούταν ως έμβλημα στα κράνη των Βαλούχων στρατιωτών της Περσικής Αυτοκρατορίας τον 6ο αιώνα π.Χ. Ο Γερμανός αρχαιολόγος και ιρανολόγος Ερνστ Χέρτσφελντ (Ernst Herzfeld) πρότεινε το 1968 την προέλευση από το μηδικό όρο brza-vaciya, που περιγράφει έναν θορυβώδη ή επιθετικό τρόπο ομιλίας. Ο Πακιστανός βαλουχικής καταγωγής δρ. Ανθρωπολογίας Νάσιρ Ντάστι (Naseer Dashti), παρουσίασε σε βιβλίο του το 2012 μια άλλη πιθανότητα, αυτή της προέλευσης από το όνομα της εθνότητας Μπαλασίκ που διαβιούσε στην περιοχή της σατραπείας Μπαλασαγκάν των Σασσανιδών, ανάμεσα στην Κασπία Θάλασσα και τη Λίμνη Βαν στα εδάφη της σημερινής Τουρκίας και του Αζερμπαϊτζάν, τα μέλη της οποίας πιστεύεται ότι μετανάστευσαν στο Βαλουχιστάν.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τις παραδόσεις των ίδιων των Βαλούχων, οι πρόγονοί τους κατάγονται από το Χαλέπι της σημερινής Συρίας. Αναλυτικότερα, ισχυρίζονται πως είναι αραβικής καταγωγής, απόγονοι του εμίρη Χάμζα ιμπν Αμπντούλ Μουττάλιμπ, θείου του προφήτη Μωάμεθ, που εγκαταστάθηκαν στην πόλη Χαλάμπ (Χαλέπι). Κατέφυγαν αργότερα στην περιοχή Σιστάν, παραμένοντας εκεί για περίπου μισή χιλιετία, μέχρι που κατέφυγαν στην περιοχή της Μακρανίας, κατόπιν μιας απάτης ενάντια στον ηγέτη του Σιστάν, Μπαντρουντίν.

Παρόλα αυτά, με βάση μια ανάλυση των γλωσσολογικών συνδέσεων της γλώσσας τους, που ανήκει στις Βορειοδυτικές Ιρανικές γλώσσες και δεν αποτελεί κάποια διάλεκτο των Αραβικών, η πιθανή αρχική κοιτίδα των φυλών των Βαλούχων βρισκόταν στα ανατολικά και νοτιοανατολικά της κεντρικής περιοχής της Κασπίας Θάλασσας. Οι Βαλούχοι άρχισαν να μεταναστεύουν προς τα ανατολικά κατά την ύστερη εποχή των Σασσανιδών. Η αιτία της μετανάστευσής τους είναι άγνωστη, αλλά ίσως ήταν αποτέλεσμα των γενικότερων ασταθών συνθηκών στην περιοχή της Κασπίας. Οι μεταναστεύσεις αυτές σημειώθηκαν σε χρονικό εύρος αρκετών αιώνων.

Τον 9ο αιώνα, Άραβες συγγραφείς έγραφαν ότι οι Βαλούχοι ζούσαν στην περιοχή μεταξύ του Κερμάν, Χορασάν, Σιστάν και Μακράν, που αποτελεί σήμερα το ανατολικό τμήμα του Ιράν. Παρότι είχαν κοπάδια με πρόβατα, διέπρατταν ληστείες σε βάρος ταξιδιωτών στους δρόμους της ερήμου. Η δράση τους αυτή τούς έφερε σε σύγκρουση με τους Μπουγίδες, και αργότερα τους Γαζναβίδες και τους Σελτζούκους. Ο Αντούντ αντ-Ντάουλα της δυναστείας των Μπουγιδών εξαπέλυσε μια τιμωρητική εκστρατεία εναντίον τους και τους νίκησε το 971-972. Μετά από αυτό, οι Βαλούχοι συνέχισαν την προς ανατολάς μετακίνησή τους, στην περιοχή που σήμερα αποτελεί την επαρχία Βαλουχιστάν του Πακιστάν, παρότι κάποιοι παρέμειναν πίσω, με αποτέλεσμα ακόμα και σήμερα να συναντά κανείς Βαλούχους στο ανατολικό τμήμα των επαρχιών Σιστάν-Βαλουχιστάν και Κερμάν του κράτους του Ιράν. Μέχρι τον 13ο-14ο αιώνα κύματα Βαλούχων είχαν μεταναστεύσει στην περιοχή Σιντ, και μέχρι τον 15ο αιώνα στην περιοχή του Παντζάμπ.

Σύμφωνα με τον δρ. Ακτάρ Μπάλοχ, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Καράτσι, οι Βαλούχοι μετανάστευσαν από το Βαλουχιστάν κατά τη διάρκεια της λεγόμενης Μικρής Εποχής των Πάγων, εγκαθιστάμενοι στο Σιντ και το Παντζάμπ. Η Μικρή Εποχή των Πάγων ορίζεται συμβατικά ως η περίοδος από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα, ή διαφορετικά, από περίπου το 1300 έως περίπου το 1850 μ.Χ., αν και υπάρχει διαφωνία μεταξύ κλιματολόγων και ιστορικών που μελετούν τα τοπικά αρχεία για την ακριβή έναρξη και λήξη της εποχής αυτής, η οποία εποίκιλλε ανάλογα με τις εκάστοτε τοπικές συνθήκες. Σύμφωνα με τον καθηγητή Μπάλοχ, το κλίμα στο Βαλουχιστάν εκείνη την περίοδο ήταν πολύ ψυχρό και η περιοχή είχε καταστεί μη κατοικήσιμη τους χειμερινούς μήνες, με αποτέλεσμα οι Βαλούχοι να αναγκαστούν να μεταναστεύσουν κατά κύματα στις περιοχές Σιντ και Παντζάμπ.

Η περιοχή όπου εγκαταστάθηκαν οι φυλές των Βαλούχων αποτελούσε διεκδικούμενο έδαφος μεταξύ των Σαφαβιδών του Ιράν και της Αυτοκρατορίας των Μουγκάλ. Παρόλο που οι Μουγκάλ κατάφεραν να παγιώσουν κάποιον έλεγχο στα ανατολικά τμήματα της περιοχής, τον 17ο αιώνα ένας αρχηγός φυλής ονόματι Μιρ Χάσαν αυτοανακηρύχθηκε πρώτος Χαγάνος των Βαλούχων. Το 1666, τον διαδέχθηκε ο Μιρ Άχμαντ Χαν Καμπαρανί, ο οποίος ίδρυσε το Βαλουχικό Χανάτο του Καλάτ υπό τη δυναστεία Αχμαντζάι. Αρχικώς σε συμμαχία με τους Μουγκάλ (υπό την επικυριαρχία τους), το χανάτο το 1839 υπέγραψε συνθήκη με τη βρετανική αποικιακή κυβέρνηση της Ινδίας, και η περιοχή αποτέλεσε πλέον εξαρτημένο κρατίδιο των Βρετανικών Ινδιών.