Αρχαιοπτέρυξ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Archaeopteryx
Αρχαιοπτέρυξ
Χρονικό πλαίσιο απολιθωμάτων:
Ύστερη Ιουρασική, 150.8–145.5 Ma
The Berlin Archaeopteryx
The Berlin Archaeopteryx
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Archaeopterygiformes
Οικογένεια: Archaeopterygidae
Γένος: Archaeopteryx
Meyer, 1861
Είδη

A. lithographica Meyer, 1861 (τύπος)

Συνώνυμα
  • Griphosaurus Wagner, 1861
  • Griphornis Woodward, 1862
  • Archaeornis Petronievics, 1917
  • Jurapteryx? Howgate, 1985
  • Wellnhoferia? Elżanowski, 2001

Για είδη, δείτε παρακάτω

Αρχαιοπτέρυξ ή Αρχαιοπτέρυγα, (Archaeopteryx) αναφερόμενο μερικές φορές και με το γερμανικό του όνομα, Urvogel («το πρώτο πτηνό»), είναι το αρχαιότερο και πιο πρωτόγονο γένος πτηνών που είναι γνωστό. Το όνομα προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά ἀρχαῖος και πτέρυξ.

Ο Αρχαιοπτέρυξ έζησε στην ύστερη Ιουράσια περίοδο, περίπου 150-145 εκατομμύρια χρόνια πριν, εκεί που σήμερα βρίσκεται η νότια Γερμανία σε μια περίοδο που η Ευρώπη ήταν αρχιπέλαγος νησιών σε μία ρηχή τροπική θάλασσα, πολύ πιο κοντά στον ισημερινό από ότι είναι τώρα.

Ο αρχαιοπτέρυξ είχε μέγεθος παρόμοιο με της κίσσας και μπορούσε να φτάσει περίπου μισό μέτρο σε μήκος. Παρά το μικρό του μέγεθος, τα φαρδιά φτερά και την τεκμαιρόμενη ικανότητά του να πετάει ή να αιωρείται, ο αρχαιοπτέρυξ είχε περισσότερα κοινά με μικρά θηριόποδα παρά με τα σύγχρονα πτηνά. Πιο συγκεκριμένα, μοιράζεται τα εξής χαρακτηριστικά με τα δεινονυχοσαύρια (δρομαιοσαυρίδες και τροοδοντίδες): σαγόνια με αιχμηρά δόντια, τρία δάχτυλα με νύχια, μακρυά οστέινη ουρά, τα δεύτερα δάχτυλα του ποδιού είναι υπερεκτάσιμα, πούπουλα (που υπαινίσσονται ομοιοθερμία) και διάφορα σκελετικά χαρακτηριστικά.[1][2]

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά κάνουν τον αρχαιοπτέρυγα τον πρώτο ξεκάθαρο υποψήφιο για μεταβατικό απολίθωμα μεταξύ των δεινοσαύρων και των πτηνών.[3][4][5] Έτσι ο αρχαιοπτέρυξ παίζει σημαντικό ρόλο, όχι μόνο στην μελέτη της προέλευσης των πτηνών αλλά και στην μελέτη των δεινοσαύρων.

Το πρώτο πλήρες είδος Αρχαιοπτέρυγος ανακαλύφθηκε το 1861, δύο χρόνια αφότου ο Τσαρλς Ντάργουιν δημοσίευσε το έργο του, Περί της καταγωγής των ειδών, και αποτέλεσε βασικό στοιχείο στο ζήτημα της εξέλιξης. Με την πάροδο των χρόνων ανακαλύφθηκαν εννέα ακόμα απολιθώματα αρχαιοπτέρυγων. Παρά την ποικιλία ανάμεσα σε αυτά τα απολιθώματα, οι περισσότεροι ειδικοί θεωρούν ότι όλα τα ευρήματα ανήκουν στο ίδιο είδος, αν και το ζήτημα είναι ακόμα υπό συζήτηση.

Πολλά από αυτά τα έντεκα απολιθώματα περιέχουν εντυπωμένα πούπουλα —από τις παλαιότερα (αν όχι τα παλαιότερα) άμεσα στοιχεία που υπάρχουν για τα πούπουλα. Επιπλέον επειδή αυτά τα πούπουλα είναι προηγμένης μορφής (κωπαία φτερά), τα απολιθώματα αυτά αποτελούν στοιχείο του ότι τα πούπουλα είχα αρχίσει ήδη να εξελίσσονται για αρκετό καιρό.[6]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αρχαιοπτέρυξ ήταν πρωτόγονο πτηνό που έζησε κατά την Τιθώνια φάση της Ιουρασικής περιόδου, περίπου 150-145 εκατομμύρια χρόνια πριν.[7] Τα μόνα δείγματα Αρχαιοπτέρυγος που έχουν ανακαλυφθεί προέρχονται από ασβεστόλιθους του Σόλνχοφεν, στη νότια Γερμανία, που είναι σπάνιος και αξιοσημείωτος γεωλογικός σχηματισμός γνωστός για τα έξοχης λεπτομέρειας απολιθώματα.[7]

Οκτώ δείγματα συγκρινόμενα με ένα ανθρώπινο πόδι.

Ο αρχαιοπτέρυξ είχε περίπου το μέγεθος ενός μέσου μεγέθους σύγχρονου πτηνού, με φαρδιά φτερά τα οποία είχαν στρογγυλεμένες άκρες και μακρυά ουρά σε σχέση με το μήκος του σώματός του. Συνολικά το μήκος του σώματος του αρχαιοπτέρυγος μπορούσε να φτάσει τα 500 χιλιοστά. Τα πούπουλα του αρχαιοπτέρυγος, αν και λιγότερο τεκμηριωμένα από ότι τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του, έμοιαζαν πολύ στην δομή και το σχέδιο με αυτά των σύγχρονων πτηνών.[7] Εντούτοις, παρά την παρουσία πολλών χαρακτηριστικών πτηνών, [8] ο αρχαιοπτέρυξ είχε πολλά χαρακτηριστικά των θηριόποδων. Εν αντιθέσει με τα σύγχρονα πτηνά, ο αρχαιοπτέρυξ είχε μικρά δόντια[7] καθώς και μακρυά οστέινη ουρά, χαρακτηριστικά που μοιράζονταν με άλλους δεινόσαυρους της εποχής.[9]

Επειδή είχε μεγάλο αριθμό χαρακτηριστικών κοινά και με τα πτηνά και με τους δεινόσαυρους, ο αρχαιοπτέρυξ συχνά θεωρείται σύνδεσμος μεταξύ τους - πιθανώς το πρώτο πτηνό πάνω στην αλλαγή από ζώο του εδάφους σε πτηνό.[7] Την δεκαετία του 1970 ο Τζον Όστρομ, ακολουθώντας το παράδειγμα του Τόμας Χάξλεϋ από το 1868, διατύπωσε την άποψη ότι τα πτηνά εξελίχθηκαν από τα θηριόποδα και ότι ο Αρχαιοπτέρυξ ήταν το κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο για αυτό, καθώς έχει ένα μέρος χαρακτηριστικών πτηνού όπως το υοειδές οστούν, κωπαία φτερά, φτερά και εν μέρει ανεστραμμένο το πρώτο δάχτυλο του ποδιού, και ένα μέρος χαρακτηριστικών των δεινοσαύρων και των θηριόποδων. Για παράδειγμα έχει μακριά ανιούσα απόφυση στον αστράγαλο, μεσοδοντικές πλάκες, και μια απόφυση στο θυροειδές τρήμα του ισχίου. Συγκεκριμένα, ο Όστρομ ανακάλυψε ότι ο αρχαιοπτέρυξ μοιάζει εξαιρετικά με την οικογένεια θηριοπόδων, δρομαιοσαυρίδες.[10][11][12][13][14][15][16][17][18][19][20][21]

Τα πρώτα υπολείμματα Αρχαιοπτέρυγα ανακαλύφθηκαν το 1861, δύο μόνο χρόνια μετά την δημοσίευση από τον Κάρολο Δαρβίνο του Περί της καταγωγής των ειδών. Ο αρχαιοπτέρυξ φάνηκε πως επιβεβαίωνε τις θεωρίες του Δαρβίνου και έκτοτε αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο για την καταγωγή των πτηνών, την διαμάχη για τα μεταβατικά απολιθώματα και την επιβεβαίωση της εξέλιξη. Πράγματι, περαιτέρω έρευνες σε δεινόσαυρους από την έρημο Γκόμπι και την Κίνα έχουν έκτοτε παράσχει περισσότερα στοιχεία για την σύνδεση μεταξύ αρχαιοπτέρυγος και δεινοσαύρων, όπως οι φτερωτοί δεινόσαυροι από την Κίνα. Ο αρχαιοπτέρυξ είναι κοντά στους προγόνους των σημερινών πτηνών, και έχει τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά που θα περίμενε κανείς από ένα πρόγονο των πτηνών. Εντούτοις ενδέχεται να μην είναι άμεσος πρόγονος των ζωντανών πτηνών, και είναι αβέβαιο πόση εξελικτική διαφοροποίηση υπήρχε ήδη ανάμεσα στα άλλα πτηνά εκείνη την περίοδο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Yalden D.W. (1984). "what size was Archaeopteryx?". Zoological Journal of the Linnean Society 82 (1-2): 177-188. http://www3.interscience.wiley.com/journal/120801944/abstract. 
  2. Chiappe L.M., Witme L.M.. University od California Press Berkeley and Los Angeles, California. επιμ. Mesozoic birds: above the heads of dinosaurs. University od California Press. σελ. 151. ISBN 0-520-20094-2. http://books.google.it/books?id=2MQeh1KCp7sC. 
  3. Archaeopteryx at The Grave Yard - Jamie Headden, Scott Hartman, and Rutger Jansma's skeletal restorations of most of the specimens. Eight scaled to each other at this site (both retrieved 2007-01-22)
  4. Archaeopteryx: An Early Bird - University of California, Berkeley Museum of Paleontology. Retrieved 2006-OCT-18
  5. Archaeopteryx lithographica - Nick Longrich, University of Calgary. Discusses how many wings an Archaeopteryx had and other questions.
  6. Wellnhofer P (2004). «The Plumage of Archaeopteryx». Currie PJ, Koppelhus EB, Shugar MA, Wright JL. Feathered Dragons. Indiana University Press. σελ. 282–300. ISBN 0-253-34373-9. 
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 7,4 Lambert, David (1993). The Ultimate Dinosaur Book. New York: Dorling Kindersley. σελ. 38–81. ISBN 1-56458-304-X. 
  8. Holtz, Thomas, Jr. (1995). «Archaeopteryxs Relationship With Modern Birds». Journal of Dinosaur Paleontology. http://www.dinosauria.com/jdp/archie/archie.htm. Ανακτήθηκε στις 2007-03-01. 
  9. Palaeogeography, Palaeoclimatology, Palaeoecology 130 (1997) 275-292
  10. Feduccia, A. (1993). Evidence from claw geometry indicating arboreal habits of Archaeopteryx. Science. 259(5096): 790–793.
  11. Feduccia, A. & Tordoff, H.B. (1979). Feathers of Archaeopteryx: Asymmetric vanes indicate aerodynamic function. Science. 203(4384): 1021–1022.
  12. Huxley T.H. (1868). On the animals which are most nearly intermediate between birds and reptiles. Geol. Mag. 5, 357–65; Annals & Magazine of Nat Hist 2, 66–75; Scientific Memoirs 3, 3–13.
  13. Huxley T.H. (1868) Remarks upon Archaeopteryx lithographica. Proc Roy Soc 16, 243–48; Sci Memoirs 3, 340-45.
  14. Huxley T.H. (1870) Further evidence of the affinity between the dinosaurian reptiles and birds. Quart J Geol Soc 26, 32–50; Sci Mem 3, 487–509.
  15. Bühler, P. & Bock, W.J. (2002). Zur Archaeopteryx-Nomenklatur: Missverständnisse und Lösung. Journal of Ornithology. 143(3): 269–286. [Article in German, English abstract] doi:10.1046/j.1439-0361.2002.02006.x (HTML abstract)
  16. Kennedy, Elaine (2000). Solnhofen Limestone: Home of Archaeopteryx. Geoscience Reports. 30: 1–4. Retrieved 2006-10-18.
  17. Nedin, C. (1999). All About Archaeopteryx. talk.origins archive. Version of June 10, 2002; retrieved 2006-10-18.
  18. Olson, S.L. & Feduccia, A. (1979). Flight capability and the pectoral girdle of Archaeopteryx. Nature. 278(5701). 247–248. doi:10.1038/278247a0 (HTML abstract)
  19. Ostrom, J.H. (1976). Archaeopteryx and the origin of birds. Biol. J. Linn. Soc.. 8: 91–182.
  20. Ostrom, J.H. (1985). Introduction to Archaeopteryx. In: Hecht, M.K.O.; Ostrom, J.H.; Viohl, G. & Wellnhofer, P. (eds.) The Beginnings of Birds: Proceedings of the International Archaeopteryx Conference: 9–20. Eichstätt, Freunde des Jura-Museums Eichstätt.
  21. Owen, R. (1863). On the Archaeopteryx of Von Meyer, with a description of the fossil remains of a long-tailed species from the lithographic stone of Solnhofen. Phil. Trans. Roy. Soc. London. 153: 33–47.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Archaeopteryx της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).