Αρκάν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αρκάν
Γέννηση
Brežice
Θάνατος
Βελιγράδι
Αιτία θανάτου δολοφονία
Υπηκοότητα Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας και Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας
Ιδιότητα πολιτικός, στρατιωτικός, στρατιώτης, επιχειρηματίας και κικμπόξερ
Σύζυγος Ceca ()
Γονείς χωρίς ετικέτα

Ο Αρκάν (17 Απριλίου 1952 - 15 Ιανουαρίου 2000) ήταν Σέρβος διοικητής παραστρατιωτικής μονάδας στους Γιουγκοσλαβικούς πολέμους, με την Σερβική Φρουρά Εθελοντών, γνωστή ως οι Τίγρεις του Αρκάν.[1] Το αληθινό του όνομα ήταν Ζέλικο Ραζνάτοβιτς (Serbian Cyrillic: Жељко Ражнатовић, [ʐêːʎko raʐnâːtoʋit͡ɕ]. Ήταν στην λίστα των περισσότερο καταζητούμενων της Ιντερπόλ την δεκαετία του 1970 και του 1980 για ληστείες και δολοφονίες που διαπράχθηκαν σε αρκετές χώρες της Ευρώπης και αργότερα κατηγορήθηκε από τον ΟΗΕ για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας για το ρόλο του κατά τη διάρκεια των πολέμων. Για ορισμένους Σέρβους ήταν πατριώτης και λαϊκός ήρωας.

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αρκάν γεννήθηκε στη Μπρέζιτσε (Brežice), μια μικρή συνοριακή πόλη στη σλοβενική Στυρία. Ο πατέρας του, Veljko Ražnatović, υπηρέτησε ως αξιωματικός στη Γιουγκοσλαβική Πολεμική Αεροπορία, και πήρε μέρος στον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Ραζνατόβιτς συνελήφθη για πρώτη φορά το 1966, αφού αφαίρεσε τα πορτοφόλια κάποιων γυναικών στο Tašmajdan, και κλείστηκε για ένα χρόνο σε ένα κέντρο κράτησης ανηλίκων κοντά στο Βελιγράδι. Το 1969 συνελήφθη από τη γαλλική αστυνομία στο Παρίσι και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια στο κέντρο κράτησης στο Valjevo για αρκετές διαρρήξεις. Πήρε το ψευδώνυμο "Arkan" από ένα από τα πλαστά διαβατήρια του. Στις 28 Δεκεμβρίου 1973 συνελήφθη στο Βέλγιο μετά από ληστεία τραπεζών και καταδικάστηκε σε κάθειρξη δέκα ετών. Κατάφερε να δραπετεύσει από τη φυλακή Verviers στις 4 Ιουλίου 1979. Έκανε ληστείες και διαρρήξεις σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, όπως στη Σουηδία, στην Ολλανδία, στη Γερμανία, στην Ελβετία και, ενώ συλλαμβάνονταν, κατάφερνε να δραπετεύει πάντα. Συγκεκριμένα είχε καταδικαστικές αποφάσεις ή εντάλματα σύλληψης στο Βέλγιο (ληστείες τραπεζών, απόδραση φυλακών), Ολλανδία (ένοπλες ληστείες, φυλακή), Σουηδία (20 ληστείες, 7 ληστείες τραπεζών, απόδραση φυλακών, απόπειρα δολοφονίας και διαφυγή), την Αυστρία, την Ελβετία (ένοπλες ληστείες, απόδραση στις φυλακές) και την Ιταλία.

Θεωρείται ευρέως ότι ο Ραζνάτοβιτς ήταν στενά συνδεδεμένος με τη γιουγκοσλαβική υπηρεσία ασφαλείας UDBA, καθ 'όλη τη διάρκεια της εγκληματικής καριέρας του στο εξωτερικό. Απέκτησε εννέα παιδιά από πέντε διαφορετικές γυναίκες. Το 1995 ο Ραζνάτοβιτς παντρεύτηκε την τραγουδίστρια Ceca και απέκτησε μαζί της ακόμη δυο παιδιά.

Κατά την διάρκεια των Γιουγκοσλαβικών πολέμων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 11 Οκτωβρίου 1990, και ενώ η πολιτική κατάσταση στη Γιουγκοσλαβία ήταν τεταμένη, ο Ραζνάτοβιτς δημιούργησε μια παραστρατιωτική ομάδα που ονομάστηκε Σερβική Φρουρά Εθελοντών. Στα τέλη Οκτωβρίου του 1990, ταξίδεψε στην Κροατία για να συναντηθεί με εκπροσώπους της Σερβικής Κράινα, μιας σερβικής απομακρυσμένης περιοχής που προσπάθησε να παραμείνει στη Γιουγκοσλαβία, σε αντίθεση με την αποσχισθείσα κροατική κυβέρνηση. Στις 29 Νοεμβρίου 1990, η αστυνομία της Κροατίας τον συνέλαβε στο σύνορο της Κροατίας-Βοσνίας που διασχίζει το Dvor na Uni. Κατηγορήθηκε για συνωμοσία για την ανατροπή του νεοσυσταθέντος Κροατικού κράτους και καταδικάστηκε σε 20 μήνες φυλάκισης. Η Σερβική Φρουρά Εθελοντών οργανώθηκε ως παραστρατιωτική δύναμη που στήριζε τον Σερβικό στρατό. Η δύναμη της μονάδας, που αποτελούταν από 500 έως 1.000 άνδρες, ανέλαβε δράση από τα μέσα του 1991 μέχρι τα τέλη του 1995 και εξοπλίστηκε από τα αποθέματα της Σερβικής Αστυνομίας και με την απόκτηση όπλων του εχθρού.

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος στην Κροατία, η μονάδα δραστηριοποιήθηκε στην περιοχή του Βούκοβαρ και πήρε μέρος στημάχη του Βούκοβαρ. Μετά τον πόλεμο της Βοσνίας, που ξέσπασε τον Απρίλιο του 1992, η μονάδα κινητοποιήθηκε ανάμεσα στα κροατικά και τα βοσνιακά μέτωπα. Στην Κροατία πολέμησε σε διάφορες περιοχές της Κροατίας και Σλαβονιάς και της Δυτικής Συρμαίας (Σερβική Κράινα).

Στη Βοσνία η μονάδα αγωνίστηκε κυρίως σε μάχες μέσα γύρω από το Zvornik, Bijeljina και Brčko, κυρίως εναντίον των παραστρατιωτικών ομάδων της Βοσνίας και της Βοσνίας-Κροατίας. Στα τέλη του 1995, τα στρατεύματά του πολέμησαν στην περιοχή Μπάνια Λούκα, Σάνσκι Μόστ και Πυρέντορ. Τον Οκτώβριο του 1995 εγκατέλειψε το Sanski Most, καθώς ο βοσνιακός στρατός ανακατέλαβε την πόλη.[2]

Ο Ραζνάτοβιτς ηγήθηκε προσωπικά σε τις περισσότερες από τις επιχειρήσεις και επιβράβευσε τους πιο αποτελεσματικούς αξιωματικούς και στρατιώτες του με μετάλλια και λάφυρα. Αρκετοί νεότεροι στρατιώτες ανταμείφθηκαν για τις ενέργειές τους μέσα και γύρω από το Kopački Rit και το Bijelo Brdo. Ο Ραζνατόβιτς έστειλε σε έναν από τους πιο αξιόπιστους άντρες του, τον Ραντοβάν Στάσισιτς, στην Ιταλία για να ξεκινήσει μια σχέση με τον αφεντικό της Καμόρα, Φραντσέσκο Σκιαβόνε (Francesco Schiavone). Ο Σκιαβόνε διέλυσε το λαθρεμπόριο όπλων στη Σερβία, σταματώντας τον αποκλεισμό των όπλων από τους Αλβανούς και βοήθησε τη μεταφορά χρημάτων στη Σερβία με τη μορφή ανθρωπιστικής βοήθειας εν μέσω των διεθνών κυρώσεων. Σε αντάλλαγμα η Καμόρα απέκτησε εταιρείες, επιχειρήσεις, καταστήματα και αγροκτήματα στη Σερβία σε πολύ καλές τιμές.

Στις 30 Σεπτεμβρίου 1997, κατηγορήθηκε για εγκλήματα πολέμου για γενοκτονία κατά του μουσουλμανικού πληθυσμού, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και σοβαρές παραβιάσεις της σύμβασης της Γενεύης.[3] Το ένταλμα δεν δημοσιοποιήθηκε μέχρι την 31η Μαρτίου 1999, μία εβδομάδα μετά την έναρξη του βομβαρδισμού του ΝΑΤΟ της Γιουγκοσλαβίας, ως επέμβαση στον πόλεμο του Κοσσυφοπεδίου (1998-99).

Μετά τον πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη μεταπολεμική περίοδο, μετά την υπογραφή της συμφωνίας του Ντέιτον το 1995, ο Ραζνάτοβιτς επέστρεψε στα συμφέροντά του, στον αθλητισμό και τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Η Σερβική Φρουρά Εθελοντών επίσημα διαλύθηκε τον Απρίλιο του 1996 με την απειλή να ενεργοποιηθεί εκ νέου σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης πολέμου. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους ανέλαβε μια δεύτερη ομάδα ποδοσφαίρου, την Όμπιλιτς Βελιγραδίου, η οποία σύντομα μετατράπηκε σε κορυφαίο σύλλογο, κερδίζοντας ακόμη και το πρωτάθλημα της γιουγκοσλαβικής περιόδου 1997-98. Υπήρχε μια απίθανη θεωρία ότι, ο Ραζνάτοβιτς απείλησε παίκτες στις αντίθετες ομάδες εάν σκόραραν εναντίον της ομάδας του. Ο Ραζνάτοβιτς ήταν επίσης, πρόεδρος της Ένωσης Γιουγκοσλάβικου Kickboxing. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο Ραζνάτοβιτς χρηματοδοτήθηκε από τον Βρετανό πετρελαϊκό βαρόνιο Ίαν Τέιλορ. Στις Σερβικές βουλευτικές εκλογές 1992 ο Ραζνάτοβιτς, κατέβηκε σαν ανεξάρτητος στις εκλογές και μόνο στην εκλογική περιφέρεια της Πρίστινα όπου κέρδισε 5 έδρες.

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ραζνατόβιτς δολοφονήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2000 στο ξενοδοχείο InterContinental του Βελιγραδίου. Ο σωματοφύλακας του, τον έβαλε σε ένα αυτοκίνητο και έσπευσαν σε νοσοκομείο, αλλά πέθανε στο δρόμο.[4] Ο δολοφόνος του ήταν ο 23χρονος Dobrosav Gavrić, στέλεχος της αστυνομικής κινητής ταξιαρχίας.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]