Αδόλφος φον Μπάιερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αδόλφος φον Μπάιερ
Adolf von Baeyer (1905).jpg
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Johann Friedrich Wilhelm Adolf von Baeyer (Γερμανικά)
Γέννηση 31  Οκτωβρίου 1835[1][2][3][4][5]
Βερολίνο
Θάνατος 20  Αυγούστου 1917[1][2][3][4][5]
Στάρνμπεργκ[2]
Υπηκοότητα Γερμανική Αυτοκρατορία
Σπουδές Πανεπιστήμιο Χούμπολτ, Πανεπιστήμιο του Μονάχου και Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης
Βραβεύσεις Τάγμα της Αξίας για τις Τέχνες και Επιστήμες, Βραβείο Νόμπελ Χημείας (1905), Μετάλλιο Ελιότ Κρεσόν (1912), Βαυαρικό Μαξιμιλιανό Τάγμα για τις Επιστήμες και Τέχνες (1891), Liebig Medal (1903) και Μετάλλιο Ντέιβι (1881)
Επιστημονική σταδιοδρομία
Ερευνητικός τομέας οργανική χημεία
Ιδιότητα χημικός και διδάσκων πανεπιστημίου
Διδακτορικός καθηγητής Ρόμπερτ Μπούνσεν και Άουγκουστ Κεκουλέ
Φοιτητές του Heinrich Otto Wieland
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Αδόλφος φον Μπάιερ (γερμ. πλήρες όνομα Johann Friedrich Wilhelm Adolf von Baeyer, 31 Οκτωβρίου 1835 - 20 Αυγούστου 1917) ήταν Γερμανός χημικός που τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Χημείας (1905) για τη μεγάλη του προσφορά στις χρωστικές ουσίες. Επινόησε πολλές συνθέσεις όπως του ινδικού (το κοινώς λεγόμενο λουλάκι).

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο φον Μπάιερ γεννήθηκε στο Βερολίνο στις 31 Οκτωβρίου του 1835. Ήταν γιος του Ιωάννη - Ιακώβου φον Μπάιερ και της Ευγενίας, Εβραίας που όμως είχε ασπαστεί τον Χριστιανισμό. Ολοκληρώνοντας τις γυμνασιακές του σπουδές φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, μαθηματικά και φυσική και στη συνέχεια χημεία στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Παίρνοντας το διδακτορικό του το 1858 διορίστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Γάνδης και δύο χρόνια αργότερα ανέλαβε λέκτορας στην Ακαδημία Εμπορίου του Βερολίνου. Το 1871 ανέλαβε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου και τέσσερα χρόνια μετά καθηγητής χημείας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου.

Οι έρευνές του στράφηκαν κυρίως στην οργανική χημεία. Σημαντικότερα επιτεύγματά του ήταν η σύνθεση της βαφής ινδικού, του λουλακιού, οι βαφές φθαλεΐνης, άλατα οξωνίου, νιτρώδεις ενώσεις (το 1869), παράγωγα του ουρικού οξέος καθώς και του βαρβιτουρικού οξέος.

Το 1871 ανακάλυψε την σύνθεση φαινολοφθαλεΐνης από συμπύκνωση του φθαλικού ανυδρίτη με δύο ισοδύναμα της φαινόλης υπό όξινες συνθήκες (εξ ου και το όνομα). Την ίδια χρονιά ήταν ο πρώτος που παρήγαγε συνθετικά την φθορεσκεΐνη, μια φθορίζουσα χρωστική. Το δε επόμενο έτος, το 1872, πειραματίστηκε με φαινόλη και φορμαλδεΰδη και αργότερα στην ανακάλυψη του βακελίτη.

Το 1881 η Βασιλική Εταιρεία του Λονδίνου απένειμε στον Μπάιερ το μετάλλιο Νταίηβυ για το έργο του με το λουλάκι. Τρία χρόνια αργότερα εξελέγη επίτιμο μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών. Τέλος το 1905 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ στη Χημεία, "σε αναγνώριση των υπηρεσιών του στην πρόοδο της οργανικής χημείας και της χημικής βιομηχανίας, δια των εργασιών του σε οργανικές βαφές και υδροαρωματικές ενώσεις ".

Γεννήθηκε με το όνομα Johann Friedrich Wilhelm Adolf Baeyer, αλλά κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, ήταν γνωστός απλά ως "Adolf Baeyer." Στα πεντηκοστά του γενέθλια του συνέχισε με τον κληρονομικό αριστοκρατικό τίτλο, αλλάζοντας το όνομά του σε "Adolf von Baeyer." Ο Αδόλφος φον Μπάιερ πέθανε στις 20 Αυγούστου του 1917, σε ηλικία 72 ετών. Για κάποιο διάστημα υπήρξε καθηγητής του Ότο Χαν.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


  1. 1,0 1,1 Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 9  Απριλίου 2014.
  2. 2,0 2,1 2,2 (Γαλλικά) data.bnf.fr. data.bnf.fr/ark:/12148/cb13167129p. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  3. 3,0 3,1 SNAC. w67942r9. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  4. 4,0 4,1 (Αγγλικά) Find A Grave. 162150602. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  5. 5,0 5,1 Merkelstiftung geneological database. I21612. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.