Εμίλ Φίσερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Εμίλ Φίσερ
Hermann Emil Fischer c1895.jpg
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Hermann Emil Fischer (Γερμανικά)
Γέννηση 9  Οκτωβρίου 1852[1][2][3][4][5]
Οϊσκίρχεν
Θάνατος 15  Ιουλίου 1919[1][2][4]
Βερολίνο[6]
Υπηκοότητα Γερμανία
Σπουδές Πανεπιστήμιο της Βόννης και Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου
Βραβεύσεις Faraday Lectureship Prize (1907), Τάγμα της Αξίας για τις Τέχνες και Επιστήμες, Βραβείο Νόμπελ Χημείας (1902), Μετάλλιο Ελιότ Κρεσόν (1913), Helmholtz Medal (1909), Cothenius Medal (1898), Βαυαρικό Μαξιμιλιανό Τάγμα για τις Επιστήμες και Τέχνες (1898) και Pour le Mérite
Επιστημονική σταδιοδρομία
Ερευνητικός τομέας χημεία
Ιδιότητα βιοχημικός, χημικός και διδάσκων πανεπιστημίου
Διδακτορικός καθηγητής Αδόλφος φον Μπάιερ
Φοιτητές του Oskar Piloty, Otto Diels, Adolf Otto Reinhold Windaus, Ludwig Knorr, Fritz Pregl και Otto Warburg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Εμίλ Φίσερ (Hermann Emil Fischer, 9 Οκτωβρίου 1852 - 15 Ιουλίου 1919) ήταν Γερμανός χημικός, ο οποίος το 1902 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Χημείας για το ερευνητικό του έργο στους υδατάνθρακες και την παρουσία πουρινικών ομάδων σε διάφορες οργανικές ενώσεις.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φίσερ γεννήθηκε στις 9 Οκτωβρίου του 1852 στο Όισκιρχεν της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, κοντά στη Κολωνία. Γιος επιχειρηματία, μετά τις εγκύκλιες σπουδές του φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, απ' όπου το 1874 έλαβε το διδακτορικό του τίτλο και τον επόμενο χρόνο διορίστηκε βοηθός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου στην έδρα της οργανικής χημείας. Στα επόμενα είκοσι χρόνια εργάστηκε διαδοχικά στα Πανεπιστήμια του Έρλανγκεν, του Βίρτσμπουργκ, με τελευταίο το 1902 το Πανεπιστήμιο του Μονάχου στο οποίο και παρέμεινε μέχρι την αυτοκτονία του, που συνέβη στις 15 Ιουλίου του 1919, ίσως και από την εξέλιξη του πολέμου.

Βασικά σημεία των ερευνών του ήταν οι πουρίνες που άρχισε να μελετά από το 1881 ανακαλύπτοντας τις σχέσεις που παρουσίαζαν τα μόρια της ξανθίνης, του ουρικού οξέος, της καφεΐνης καθώς και της θεοβρωμίνης με τα μόρια της πουρίνης. Δύο χρόνια αργότερα ξεκίνησε την έρευνά του στους υδατάνθρακες. Ερευνώντας την στερεοχημική δομή τους κατάφερε και προσδιόρισε την μοριακή δομή της γλυκόζης, της φρουκτόζης, κ.ά. επαληθεύοντας αυτήν με την σύνθεση των ενώσεων αυτών.
Μεγάλη επίσης υπήρξε η συμβολή του Φίσερ στην ανάπτυξη της χημείας των πρωτεϊνών και των ενζύμων.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Larousse Britannica», τόμ. 59ος, σελ. 370.