Αγνοούμενοι στην Κύπρο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Aγνοούμενοι στην Κύπρο είναι πολίτες και των δύο κοινοτήτων, Τουρκοκύπριοι και Ελληνοκύπριοι, που εξαφανίστηκαν στο νησί ως αποτέλεσμα των διακοινοτικών ταραχών μετά το 1963 και της τουρκικής εισβολής του 1974.[1] Υπολογίζονται περισσότεροι από 2 χιλιάδες αν και ο ακριβής αριθμός δεν είναι βέβαιος. Μετά το 1974, η κάθε κοινότητα αγνοεί εν πολλοίς ότι και η άλλη κοινότητα έχει αγνοουμένους. Η ελληνοκυπριακή κοινότητα επικεντρώνεται στους αγνοούμενους που προέκυψαν μετά την τούρκικη εισβολή, ενώ η τουρκοκυπριακή στους αγνούμενους του 1963-67. Το 1981, ιδρύθηκε η Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, όμως η πρόοδος της μέχρι το 2004 ήταν μηδενική εξ αιτίας εμποδίων που έφερναν οι επίσημες αρχές της κάθε κοινότητας. Η Τουρκία πάντως καταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τον ρόλο της στην υπόθεση των αγνοουμένων, ενώ 2 προσφυγές απο Τουρκοκύπριους απορρίφθηκαν από το δικαστήριο λόγω παρέλευσης του χρονικού περιθωρίου για προσφυγή.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τρία χρόνια μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας με τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου ξεκίνησε νέος κύκλος διακοινοτικής βίας στην Κύπρο. Μετά από δυο κύματα βίας, το 1963-67 και το 1974, περισσότεροι από 2 χιλιάδες Κύπριοι (Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι) εξαφανίστηκαν. Μόνο το 1964, υπήρχαν 483 Τουρκοκύπριοι και 32 Ελληνοκύπριοι εξαφανισμένοι. Για τους Ελληνοκύπριους, η μνήμη επικεντρώνεται στα γεγονότα του 1974, όπου σε λίγες μέρες 200.000 άνθρωποι προσφυγοποιήθηκαν και για 1.619 αγνοείται η τύχη τους.[2]

Οι επίσημοι αριθμοί είναι 1.619[α] Ελληνοκύπριοι και 803 Τουρκοκύπριοι. Οι περισσότεροι Τουρκοκύπριοι εξαφανίστηκαν κατά την περιοδο των διακοινοτικών συγκρούσεων ενώ οι Ελληνοκύπριοι ισχυρίζονται πως οι δικοί τους αγνοούμενοι προκλήθηκαν από την τουρκική εισβολή του 1974.[4][5] Μια από τις πιο συχνές παρανοήσεις στην Κύπρο είναι πως η κάθε πλευρά έχει την εντύπωση πως μόνο αυτή έχει αγνοούμενους παρόλου που υπάρχουν και στις δυο κοινότητες καθώς κάθε κοινότητα έχει θύματα και θύτες[6].

O αριθμός 1.619 έγινε σύμβολο στην Κύπρο, παρότι ανακριβής, καθώς η λίστα των αγνοούμενων άλλαξε ονόματα μερικές φορές.[7] Οι αρχικοί αριθμοί που δήλώσαν οι δυο κοινότητες στην Διερευνητικη Επιτροπή ήταν 1.493 και 502, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι αντίστοιχα[8].

Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H «Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους» δημιουργήθηκε το 1981. Αποτελείται από έναν Τουρκοκύπριο, έναν Ελληνοκύπριο και ενα τρίτο μέλος που επιλέγεται από τον Ερυθρό Σταυρό και διορίζεται από τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ. Λειτουργεί υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Ωστόσο λόγω της έλλειψης συνεργασίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων, δεν έγιναν εκταφές παρά μόνο μετά το 2004, με την εξαίρεση της εκταφής των λειψάνων ενός Αρμένιου, το 1988[9]

Παραδόξως, οι επίσημες αρχές στην Κύπρο καθυστέρησαν τις εκταφές οι οποίες αποσκοπούν στον να βρεθούν λείψανα σε χώρους που αυτές ελέγχουν.[10] Δεν είχε ανοίξει ούτε ένας τάφος για να ταυτοποιηθούν οι νεκροί, από το 1974 μέχρι μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν.[11] Οι λόγοι για την καθυστέρηση των εκταφών δεν είναι ξεκάθαροι. Μια εξήγηση είναι πως οι αγνοούμενοι είναι θαμμένοι σε έδαφος ελεγχόμενο από τις δυνάμεις της άλλης πλευράς. Ωστόσο, μετά την ελληνοκυπριακή απόφαση για γενικές εκταφές στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το 1999, έγινε φανερό πως αρκετοί μαζικοί τάφοι Ελληνοκυπρίων βρίσκονταν σε εδάφη που ήλεγχε η Κυπριακή Δημοκρατία. Γιαυτό θεωρείται πως η εξήγηση εκείνη ανήκει στο πλαίσιο της προσπάθειας δαιμονοποίησης της άλλης πλευράς, τακτικής η οποία είναι χαρακτηριστική των αντιλήψεων που επικράτησαν μετά τη σύγκρουση των δύο κοινοτήτων.[12]

Αγνοούμενοι και Ευρωπαϊκό Δικαστήριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχουν γίνει αρκετές προσφυγές από συγγενείς αγνοοουμένων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων:

α) Κυπριακή Δημοκρατία εναντίον Τουρκίας,

β) Υπόθεση «Karabardak εναντίον Κυπριακής Δημοκρατίας»

γ) Υπόθεση «Baybora εναντίον Κυπριακής Δημοκρατίας»

δ) Υπόθεση «Βαρνάβα και άλλοι εναντίον Τουρκίας».[13]

Η ελληνοκυπριακή πλευρά θεωρεί πως η προσφυγή της κατά της Τουρκίας, απέδωσε την πιο σημαντική νομική νίκη κατά της Τουρκίας. Σχετικά με το θέμα των αγνοουμένων, το δικαστήριο απεφάνθη ότι υπάρχει συνεχής παρεμπόδιση εκ μέρους της Τουρκίας στο έργο της διερεύνησης της τύχης των αγνοουμένων (άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου). Επιπλέον βρήκε παραβίαση του άρθρου 5 της ίδιας σύμβασης, δηλαδή παρεμπόδιση να πραγματοποιηθεί έρευνα για βρεθουν οι αιχμάλωτοι Ελληνοκύπριοι. [14]

Μετά τη νομική νίκη της ελληνοκυπριακής πλευράς, δύο Τουρκοκύπριοι (Karabardak and Baybora) προσεφυγαν στο ίδιο δικαστήριο σχετικά με εξαφανίσεις δύο Τουρκοκύπριων το 1964. Η αίτηση τους εξετάστηκε αλλά απορρίφθηκε διότι πέρασε το χρονικό όριο μέσα στο οποίο έπρεπε να προσφύγουν,[15] απόφαση που άφησε τους συγγενείς απορημένους καθώς δεν είχε καθοριστεί εκ των προτέρων με σαφήνεια το χρονικό όριο προσφυγής.[16]

Στην επόμενη υπόθεση, «Βαρνάβα και άλλοι εναντίον Τουρκίας», που αφορούσε εννιά αγνοούμενα πρόσωπα, οκτώ στρατιωτικούς και έναν πολίτη, το δικαστήριο βρήκε ένοχη την Τουρκία για παραβίαση των άρθρων 2, 3 και 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και διέταξε την Τουρκία να πληρώσει 12 χιλιάδες ευρώ ως αποζημιώσεις για κάθε άγνοούμενο. [17] Ενδιαφέρον είναι ότι αυτή την φορά δεν έγινε δεκτό το επιχείρημα ότι παρήλθε το χρονικό περιθώριο, γιατί το έγκλημα ήταν διαρκές- και ξεκαθαρίζει πως δεν είναι διαρκή όλα τα σχετικά εγκλήματα που αφορούν τους αγνοουμένους.[18]

Οι Aγνοούμενοι στη δημόσια σφαίρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Τουρκοκύπριοι ισχυρίζονται ότι το 99% των αγνοουμένων τους ήταν πολίτες, σε αντίθεση με το 61% των Ελληνοκυπρίων που εξαφανίστηκαν κατά την διάρκεια του πολέμου. Οι Ελληνοκύπριοι ισχυρίζονται ότι οι αγνοούμενοι τους ήταν αιχμάλωτοι του Τουρκικού Στρατού, και έχουν εξαφανιστεί όσο ήταν στην αιχμαλωσία.[19]

Υπάρχουν διαφορές στο πως βλέπει η κάθε κοινότητα τους αγνοούμενους. Μια διαφορά είναι πως οι Τουρκοκύπριοι θεωρούν τους αγνοούμενους τους ως νεκρούς ενώ οι Ελληνοκύπριοι ως ζωντανούς. Άλλη διαφορά είναι πως η ελληνοκυπριακή ηγεσία θεωρεί πως ένοχος είναι ο τουρκικός στρατός και όχι οι τουρκοκύπριοι (με τους οποίους ζούσαν ειρηνικά) ενώ οι τουρκοκυπριακή ηγεσία ρίχνει το βάρος της ευθύνης στους Ελληνοκύπριους.[20]

Οι Ελληνοκύπριοι δίνουν έμφαση στην τουρκική επιθετικότητα ως αιτία του προβλήματος των αγνοουμένων και υποτιμούν τις ευθύνες της κοινότητάς τους κατά την περίοδο της διακοινοτικής βίας, από το 1963 έως το 1974.[21]

Όλα τα ελληνοκυπριακά κόμματα, συμφωνούν ότι οι Ελληνοκύπριοι αγνοούμενοι υπάρχουν λόγω της τουρκικής κατοχής. Ωστόσο υπήρχαν Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι πολίτες οι οποίοι εξαφανίστηκαν κατα την διάρκεια της διακοινοτικής βίας, από το 1963 εως το 1974.[22] Πάντως τα κόμματα τα οποία σχετίζονται με τον Μακάριο (ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ) επιρρίπτουν συνήθως την ευθύνη για τους εξαφανισμένους Τουρκοκυπρίους σε μεμονωμένα ακραία στοιχεία του αντιμακαριακού στρατοπέδου.[23]

Κάθε αναφορά σε Τουρκοκύπριους ή Ελληνοκύπριους οι οποίοι χάθηκαν πριν την τουρκική εισβολή, θα απονομιμοποιούσε την κυρίαρχη αφήγηση καθώς θα έθετε δύσκολα ερωτήματα: Οι συμφωνίες Ζυρίχης Λονδίνου ένα τέλος ή απλά ένα στάδιο για την Ένωση; Ήταν τα θύματα της ΕΟΚΑ προδότες, και αν όχι, πρέπει η μνήμη τους αναγνωριστεί; Μέχρι ποιο βαθμό οι θεσμοί της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν υπεύθυνοι για τους Τουρκοκύπριους που εξαφανίστηκαν την δεκαετία του 1960; Ήταν οι πραξικοπηματίες προδότες, ιδεολόγοι ή απλά άτυχοι που έτυχε να βρεθούν στον λάθος τόπο την λάθος ώρα; Η διακοινοτική βία μπορεί να δικαιολογήσει έστω και σε ένα μέρος την τουρκική εισβολή;[24]

Το θέμα των Αγνοουμένων στον Κινηματογράφο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο Λόγος της Αντιγόνης, (2011) ντοκιμαντέρ από τη Σούλα Χατζηκυριάκου.
  • Σε τούτο το καρτέρι [In this Waiting] 2011, σε σκηνοθεσία της Άννας Τσιάρτα.
  • Κύπρος: Ανασκαλίζοντας το Παρελθόν, Αναζητώντας το Μέλλον [Cyprus: Digging the Past in Search of the Future]
  • Σκάβοντας για ένα μέλλον [Digging for a Future], ντοκιμαντέρ που δημιούργησε η Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους
  • Η δική μου αλήθεια, σειρά ντοκιμαντέρ της Σούλας Χατζηκυριάκου που προβλήθηκαν από την ελληνοκυπριακή τηλεόραση το 2010.
  • Σουλτάνα και Χαρίτα, ντοκιμαντέρ του Δημήτρη Ανδρέου
  • Το αγνοούμενο λεωφορείο [Kayıp Otobus], ταινία που κυκλοφόρησε το 2007
  • Σφαγές στην Κύπρο [Massacres in Cyprus], ντοκιμαντέρ παραγωγής του 2004
  • Φωνή Αίματος Ι [Voice of Blood I] και Φωνή Αίματος ΙΙ: Αναζητώντας τη Σελντέν [Voice of Blood II: Searching for Selden]. Το ντοκιμαντέρ κυκλοφόρησε το 2004
  • Νεκροί που θεωρούνται αγνοούμενοι; Μια ταινία για τους αγνοουμένους στην Κύπρο [Dead, Presumed Missing? A film on Missing Persons in Cyprus]. Tαινία παραγωγής 2003, των Paul Sant Cassia και Colette Piault.
  • Αγνοούμενοι που θεωρούνται ζωντανοί: οι 1619 αγνοούμενοι [Missing Presumed Alive: The 1619 Missing Persons]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. o αριθμός είναι συμβολικός, είναι ανακριβές το νούμερο, ενώ δεν περιλαμβάνει τους ελληνοκύπριους αγνοούμενους της περιόδου 1963-74[3]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Kyriakou 2011, σελ. 4
  2. Anastasiou 2002, σελ. 582-83:For the T/Cs, the painful memories concentrate mainly on the period 1963–74. Their experiential recollection concerns the constrained, underdeveloped life in their enclaves. In terrifying vividness, T/Cs remember the repeated defeats in bloody conflicts with the G/Cs and Greek troops, and the loss of human life that appeared staggering in the eyes of their community as a consolidated numerical minority. The collective memory of T/Cs is marked by the missing persons (483 T/Cs over 32 G/Cs in 1964), and generally by the feeling that for years they were living under conditions of perpetual siege (Denktash, 1982; Oberling, 1982; Volkan, 1979: 18–25, 119). For the G/Cs, on the other hand, the collective historical memory and experience of injustice originate mainly from the more concentrated but inundating events of 1974, with the Greek coup d’état and the Turkish military intervention. The tragic memories refer to the unprecedented loss of human life, to the mass uprooting from their homes, to the irreplaceable loss of property, to the refugees and the missing persons. Within days of the Turkish military invasion, 200,000 G/Cs became refugees in their own country. Casualties, many of them civilians, were estimated at about 2,850 persons. The number of missing persons reached 1,619, while about 20,000 G/Cs initially remained trapped in the Karpas area, under Turkish military control. Thousands of G/Cs were taken to prisons in Turkey; some of these prisoners were later exchanged for T/Cs who had been captured by G/C and Greek forces in the south. The fate of those G/Cs who were left in Turkey remains to this day a dark mystery, haunting the memories of their families and of the G/C community in general
  3. Kovras 2011, σελ. 528
  4. Cassia 2009, σελ. 116Between 1963 and 1974 over 2,000 persons, both Greek and Turkish Cypriots, disappeared in Cyprus. They disappeared in the course of hostilities between Greek and Turkish Cypriots between 1963 and 1967, and during the mainland-Greek-backed coup and the subsequent Turkish invasion in 1974. Responsibility for the disappearances appears straightforward in some cases, more murky in others. Few bodies have been officially recovered. There are major differences in the manner in which Greek and Turkish Cypriots regard their Missing. Briefly put, whereas the Turkish Cypriots use the term kayipler (as disappeared/dead/lost), the Greek Cypriots refer to them as of unknown fate, agnoumeni (as not-yet-recovered, either as living prisoners, at best, or at worst as concealed bodies requiring proper and suitable burials). Turkish Cypriots claim they are missing a considerable number of civilians who disappeared between 1963 and 1974. By contrast, the Greek Cypriots claim their Missing date from the 1974 Turkish invasion. Officially the Turkish Cypriots claim 803 Missing Persons, and the Greek Cypriots 1,619.
  5. Kovras 2011, σελ. 522:During two waves of violence2 – the inter-communal violence of 1963–7, and the intra-communal violence accompanying the 1974 coup against the legitimate government of Cyprus and the subsequent Turkish invasion – approximately 2,000 persons went missing from both Greek-Cypriot and Turkish-Cypriot communities
  6. Kyriakou 2011, σελ. 4:One of the most common misconceptions on the issue of Cypriot missing persons is that it affects only one side of the conflict. Contrary to the discourse developed in the Greek-Cypriot (G/c) and TurkishCypriot (T/c) communities, the story of missing persons in Cyprus has a dual national identity, with respect to both the perpetrators and to the victim
  7. Kovras 2011, σελ. 528:The most significant symbol of this culture of victimhood became the number 1,619 denoting the number of (Greek-Cypriot) missing persons. Framing of the issue was closely linked to this number, and although the number was inaccurate, it became difficult to re-adjust it to reflect the real number of missing persons. Strikingly, over the period 1981–99, although the names on the list of missing persons were sometimes different, the overall number/symbol remained intact, 1,619
  8. Kyriakou 2011, σελ. 4:Cypriot citizens from both communities disappeared during two periods of the contemporary history of the island: 1963-64 (inter-communal fights) and July-August 1974 (Turkish invasion of Cyprus). According to the information initially submitted from both sides to the Committee of Missing Persons (CMP),2 the number of G/c and T/c missing persons was 1493 and 502, respectively
  9. kovras & 2011 522.
  10. Kovras 2011, σελ. 520: More paradoxically, in post-1974 Cyprus, the official authorities delayed unilateral exhumations of victims buried within cemeteries in their own jurisdiction
  11. Kovras 2011, σελ. 522:Despite the rigorous involvement of the international factor – with the participation of the UN and its establishment of a bi-communal Committee for the Missing Persons (CMP) in 1981 – until lately, not a single grave was dug up because of the lack of bi-communal trust and cooperationOddly, only a few months after the failed referenda for the reunification of the island (April 2004) and at a time when bi-communal trust had reached a nadir, a bi-communal agreement was reached. This strengthened the role of the CMP and rekindled the hope that some missing persons would be exhumed and buried
  12. Kovras 2011, σελ. 522:A fairly obvious reason for the stagnant situation over recent decades was the de facto partition of the island; this prohibited any investigation of missing persons on the ‘other’ side of the divide while simultaneously preventing the formation of bi-communal grassroots initiatives vociferously demanding the truth. According to the politicians we interviewed, before the opening of the checkpoints in 2003, it was absurd to talk about exhumations because of the (physical) obstacles caused by the division.5 Still, the first exhumations took place after the Ministry of Foreign Affairs called for a process of unilateral exhumations within the jurisdiction of the Republic of Cyprus in late 1999 (Sant Cassia 2007). These revealed that several mass graves containing Greek-Cypriots perceived to be missing were located within the Republic of Cyprus (Paroutis 1999). Therefore, the argument that any development on the issue of missing persons before 2003 was impossible is not convincing, precisely because the fate of the first identified missing persons was unravelled without the cooperation of the ‘other’ side (Drousiotis 2000).The ‘demonisation of the other’ is a common feature of post-conflict settings (Anastasiou 2008; Hadjipavlou 2007; Heraclides 2002). Hence, according to the Greek-Cypriot narrative, another (popular) justification for the delay is that the missing persons problem was exclusively created by the Turkish invasion. Thus, the single factor determining the resolution of this problem was Turkey – any development was out of the control of the Republic of Cyprus. As a member of the designated parliamentary committee on missing persons starkly put it, ‘Here we have to deal with Turkey . . . [Y]ou cannot cooperate easily with the Turks’.
  13. Kyriakou 2011, σελ. 4:Several applications relating to these disappearances have been submitted to the European Court of Human Rights (ECtHR) in the course of the last twenty years. This paper will present and analyse the following judgments and decisions with respect to the following decisions and judgments: a) the Grand Chamber judgment on Cyprus v. Turkey (interstate application); b) the admissibility decisions in the cases of Karabardak v. Cyprus and Baybora v. Cyprus, and c) the Chamber and Grand Chamber judgments in the case of Varnava and others v. Turkey.
  14. Kyriakou 2011, σελ. 5:Τhe Greek-Cypriot side considers the judgment on the interstate application of Cyprus against Turkey as its most important victory on the legal plane.In relation to the issue of missing persons, the Court found a continuous violation of the procedural obligation embedded in Article 2 ECHR to conduct a meaningful and effective investigation for the ascertainment of the fate or whereabouts of the G/c missing persons.Further, it found a continuous violation of Article 5 ECHR on account of the failure to conduct an investigation of the same attributes for those cases of G/cs for whom there had been a credible allegation that they had been detained at the time of their disappearance.It is worth noticing that the ECtHR did not find that any of the G/c missing persons had actually been detained by T/c authorities, due to the lack of sufficient evidence in this respect
  15. Kyriakou 2011, σελ. 6:““The Court notes that nothing was done by the applicants to bring the alleged disappearance of the first applicant to the attention of the authorities of the respondent State in the first twenty five years following the alleged disappearance. In 1989 they lodged an application with the CMP. The applicants state that the CMP is not an effective remedy since it has failed to carry out any credible investigation into the alleged disappearance. However, they waited another twelve years before lodging their application with the Court. […] For the Court, even assuming that the applicants had no effective remedies as alleged, they must be considered to have been aware of this long before 30 October 2001, the date on which they introduced their application.”
  16. Kyriakou 2011, σελ. 6:In these two decisions, the Court refrained from setting a fixed point in time from which the six-month deadline would start, but rather limited itself to a Pythian reference that this point was well before 2001. This approach was rather vague and did not work to the benefit of the rule of law (especially its predictability), leaving relatives of other disappeared persons in a limbo state as to which temporal point was pertinent to their cases. The issue was partially clarified in subsequent judgments of the Court.
  17. Kyriakou 2011, σελ. 6-7:The applications in the case of Varnava and others v. Turkey were lodged with the ECtHR in 1990. They referred to the cases of nine G/c disappeared persons (eight soldiers and a civilian), all of whom disappeared during the Turkish invasion of 1974. Admissibility decisions were issued in 1998 and the Third Chamber’s judgment on merits was handed down ten years later.12 Following a request for referral by Turkey, the case reached the Grand Chamber, which decided on the case in 2009.13 In this latter judgment, the Court found the following continuous violations:
    a) Article 2 ECHR, on account of the failure of the authorities of the respondent State to conduct an effective investigation into the fate of the nine men who disappeared in life-threatening circumstances;
    b) Article 3 ECHR, in respect of the applicants;
    c) Article 5 ECHR, by virtue of the failure of the authorities of the respondent State to conduct an effective investigation into the fate of two out of the nine disappeared persons, since it was ascertained from the ICRC catalogues that these two had in fact been detained.
    d) Turkey was ordered to pay 12 000 euros in compensation for non-pecuniary damage in respect of each disappeared person.
  18. Kyriakou 2011, σελ. 7-8
  19. Cassia 2009, σελ. 116:Turkish Cypriots argue that while 99% of their Missing were innocent civilians, Greek Cypriots mainly lost military casualties (61.19%). For the Turkish Cypriots the problem of the Missing began in 1963, the first year of inter-communal troubles in the Republic of Cyprus. The Greek Cypriots counter that their Missing were captured by the Turkish army, that they disappeared in captivity, and that the Turkish and Turkish Cypriot claims that these men are dead go against the evidence
  20. Cassia 2009, σελ. 116-17:There are further differences in perception. The Turkish Cypriots have long been encouraged by their leaders to perceive their Missing as dead, desiring to distance the Turkish Cypriot community from the Greek Cypriots, whom they blame as the culprits. Indeed, for the Turkish Cypriot leadership, the Missing are proof that Turkish and Greek Cypriots cannot live together peacefully and that the Turkish Cypriots need their own separate state. For the Turkish Cypriot leadership it is important that the Missing are dead, while for the Greek Cypriots it is important that they may still be alive, and that the main culprits are not the Turkish Cypriots (with whom they claim they coexisted peacefully in the past) but the Turkish army occupying some 38% of the island. Turkish Cypriots maintain that these men died in the hostilities during the Turkish invasion or ‘Peace Operation’ as it is meretriciously and credulously called by mainland Turkey, or during the coup and in the week following the coup. But they have refused to return their bodies for reburial.
  21. Kovras 2011, σελ. 520:Analysis of official post-1974 discourses reveals a Greek-Cypriot consensus to emphasise the issue as one of Turkish aggression, thus downplaying in-group responsibilities and the legacy of intra-communal violence.
  22. Kovras 2011, σελ. 522:The tacit consensus to avoid debates related to intra-communal violence is illustrated by the definition of missing persons in laws passed by Parliament over the past three decades: ‘the Greek-Cypriot who is still missing since 20 July 1974, due to the Turkish invasion . . . and the state has no positive information that s/he died’.15 Several interesting aspects of diagnostic framing are present in this definition. First, there is no provision for the TurkishCypriot citizens of the Republic of Cyprus still missing from 1963 or for the missing Greek-Cypriots of the same period. Second, the Greek-Cypriots who died during the intra-communal violence (1963–1974) but whose remains were not found are excluded. As a result, the diagnostic framing concerning the problem of the missing persons overlaps with the Greek-Cypriot ‘official narrative’ on the Cyprus issue, beginning only after the Turkish invasion of 20 July 1974.
  23. Kovras 2011, σελ. 526:It should be mentioned that there was a degree of variation concerning this discourse among political parties. More specifically, those political parties with historical affiliations to President Makarios (DIKO, EDEK and the Leftist AKEL) have apportioned blame to ‘extremist individuals’ in the antiMakarios camp for atrocities committed against the Turkish-Cypriots. However, no party has blamed state-controlled institutions such as the police for complicity.17 ‘Forgetting’ particular aspects of the Cyprus problem along with the responsibilities of the institutions of the Republic related to the human rights abuses of Turkish-Cypriots became part of the tacit pact which facilitated the transition to democracy and the ‘reestablishment’ of the Republic of Cyprus.
  24. Kovras 2011, σελ. 527: Any reference either to the Turkish or the Greek-Cypriots who went missing before the Turkish invasion would have seriously delegitimised the predominant discourse; it would have opened a Pandora’s box, letting out all sorts of inconvenient questions (Kovras 2008: 377). For example, was the Agreement of London-Zurich an end in itself or a means to a higher end (enosis)? Were the Greek-Cypriot victims of EOKA – predominantly leftist – conspirators, and if not, should their memory be acknowledged? To what extent were institutions of the Republic responsible for Turkish-Cypriots who went missing in the 1960s? Were the coupists traitors, outdated ideologues, or simply unlucky conscripts serving their military service at the wrong time? Was the Turkish invasion partly justified by the preceding inter- and intra-communal fighting?

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περεταίρω βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Cassia, Paul Sant (2005). Bodies of Evidence: Burial, Memory and the Recovery of Missing Persons in Cyprus. ISBN 9781845452285. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]