Αβοκέτα της Αυστραλίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αβοκέτα της Αυστραλίας
Αβοκέτα της Αυστραλίας
Αβοκέτα της Αυστραλίας
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Χαραδριόμορφα (Charadriiformes)
Οικογένεια: Ανωραμφίδες (Recurvirostridae)
Γένος: Ανώραμφος (Recurvirostra) Linnaeus, 1758
Είδος: R. novaehollandiae
Διώνυμο
Recurvirostra novaehollandiae (Ανώραμφος της Νέας Ολλανδίας)
Vieillot, 1816

Η Αβοκέτα της Αυστραλίας είναι παρυδάτιο καλοβατικό πτηνό της οικογενείας των Ανωραμφιδών. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Recurvirostra novaehollandiae και δεν περιλαμβάνει υποείδη (μονοτυπικό). [1]

Τάση παγκόσμιου πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σταθερή → [2]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο λατινικός όρος Recurvirostra για το γένος, προέρχεται από τα συνθετικά recurvare «λυγίζω, κάμπτω» + rostrum «ράμφος» και παραπέμπει στο χαρακτηριστικό κυρτωμένο ράμφος του πτηνού. [3]

Ο νεολατινικός όρος novaehollandiae στην επιστημονική ονομασία του είδους προέρχεται από τα συνθετικά novus-a-um «νέος» + Hollandia-ae «Ολλανδία». Την ονομασία «Νέα Ολλανδία» έδωσαν στη Δ. Αυστραλία οι πρώτοι Ολλανδοί άποικοι και, μάλιστα, έτσι ονόμαζαν ολόκληρο το νησί οι Ευρωπαίοι, από τον 17ο μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Πάντως, στην ορνιθολογία, στα ονόματα που δίνονταν στα διάφορα είδη πτηνών υπενοείτο το ανατολικό τμήμα της Αυστραλίας, ιδιαίτερα η σημερινή Νέα Νότια Ουαλία. [4]

Η επιστημονική ονομασία αβοκέτα, έχει βενετσιάνικη ρίζα και, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο έργο του Αλντροβάντι Ορνιθολογία (1603). [5] Πιθανολογείται ότι η ονομασία σχετίζεται με την ιταλική λέξη avvocato (=δικηγόρος), για να υπενθυμίζει τη μαυρόασπρη «στολή» του πτηνού, όπως ήσαν ντυμένοι οι δικηγόροι της εποχής, αυτό όμως δεν έχει τεκμηριωθεί ικανοποιητικά. [6]

Η αγγλική ονομασία του πτηνού είναι Red-necked Avocet «αβοκέτα με κόκκινο λαιμό», με σαφή αναφορά στο κύριο χαρακτηριστικό του είδους.

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε από τον Γάλλο ορνιθολόγο Λ. Βιεϊγιό (Louis Jean Pierre Vieillot, 1748 – 1831), υπό την σημερινή του ονομασία (Recurvirostra Novæ-Hollandiæ, Βικτόρια, Αυστραλία, 1816). [7]

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος απαντά αποκλειστικά στην Αυστραλία (Αυστραλασιανή οικοζώνη), ως ενδημικό πτηνό της νήσου, σε πολλούς διάσπαρτους θύλακες, κυρίως στα νότια και δυτικά, ενώ φαίνεται να απουσιάζει από τα βορειοδυτικά και τα ανατολικά της ηπείρου. Στην Τασμανία είναι σπάνιο πτηνό. [8] Τυχαίοι περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί από την Ινδονησία, και την Νέα Ζηλανδία. [9]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αβοκέτα της Αυστραλίας αναπαράγεται στις ηπειρωτικές αλμυρές λίμνες της Αυστραλίας. [10] Επίσης, δείχνει προτίμηση στα αλμυρά ή υφάλμυρα ύδατα που βρίσκονται συνήθως σε ρηχούς ανοικτούς υγροτόπους, λασπώδη πλατώματα ή σε εκβολές ποταμών. Η αναπαραγωγή, συνήθως, πραγματοποιείται στις ελώδεις περιοχές στα νοτιοδυτικά ηπειρωτικά μετά από βροχή, αν και έχουν καταγραφεί μικρές αποικίες φωλιάσματος στον Κόλπο Port Phillip κοντά στην Μελβούρνη.

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αβοκέτα της Αυστραλίας εν πτήσει (φωτογραφία με διάκριση)

΄Οπως όλες οι αβοκέτες, η αβοκέτα της Αυστραλίας είναι ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα παρυδάτια πτηνά και, με το χαρακτηριστικό ασπρόμαυρο πτέρωμα και το ράμφος της, δύσκολα συγχέεται με άλλο είδος (indistinguishable).

Μοιάζει πολύ με την αμερικανική αβοκέτα, αλλά το κεφάλι και ο λαιμός του ενήλικου ατόμου έχουν φωτεινό καστανό -όχι κανελλί- χρώμα (από όπου προέρχεται η αγγλική ονομασία του πτηνού). Αυτή η περιοχή οριοθετείται απότομα από το υπόλοιπο πτέρωμα, δηλαδή τα μαύρα μεγάλα στέγαστρα και τα πρωτεύοντα ερετικά φτερά, καθώς και το λευκό στήθος και κοιλιά. Τους οφθαλμούς περιβάλλει λεπτός, λευκός οφθαλμικός δακτύλιος, ενώ η ίριδα είναι καφεκόκκινη. Το ράμφος είναι μαύρο και οι ταρσοί ανοικτοί κυανόγκριζοι. Τα φύλα είναι παρόμοια σε χρώματα και μέγεθος, ενώ δεν παρατηρείται κάποια εποχική διαφοροποίηση. Τα νεαρά άτομα είναι παρόμοια σε εμφάνιση και είναι δύσκολο να αναγνωριστούν μετά την αρχή της περιόδου έκδυσης, ωστόσο, το κεφάλι τους είναι μερικές φορές πιο ανοικτόχρωμο και πιο καφετί από ό, τι στους ενήλικες.

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: (40-) 43 έως 45 (-48) εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: 75 εκατοστά, κατά μέσον όρο
  • Μέσο μήκος χορδής πτέρυγας: 22,4 έως 23,0 εκατοστά
  • Μήκος ουράς: 7,9-8,8 εκατοστά
  • Μήκος ταρσού: ♂ 8,1 έως 9,7 εκατοστά, ♀ 8,1 έως 9,0 εκατοστά
  • Βάρος: 270 έως 390 γραμμάρια

(Πηγές: [11][12]

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που, οι διατροφικές της συνήθειες δεν έχουν μελετηθεί λεπτομερώς, η αβοκέτα της Αυστραλίας τρέφεται με ποικιλία από υδρόβια ασπόνδυλα, όπως όλες οι αβοκέτες, συμπεριλαμβανομένων δακτυλιοσκωλήκων, μαλακίων, καρκινοειδών και διαφόρων εντόμων. Επίσης, αναζητά και φυτικό υλικό όπως σπέρματα και βλαστούς υδροβίων φυτών.

Όπως όλες οι αβοκέτες, ο τρόπος που αναζητά την τροφή της είναι πολύ ιδιαίτερος: ανιχνεύει και σκαλίζει τον ιζηματώδη βυθό με χαρακτηριστική κίνηση του κυρτού ράμφους δεξιά-αριστερά. Σε αντίθεση με άλλα καλοβατικά πτηνά, οι αβοκέτες της Αυστραλίας καταφεύγουν στο κολύμπι εύκολα, γεγονός που τους επιτρέπει να αναζητούν την τροφή τους σε βαθύτερα νερά.

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως πολλά υδρόβια πτηνά που απαντούν στην νήσο, η αβοκέτα της Αυστραλίας είναι είδος ιδιαίτερα «νομαδικό», κυρίως λόγω της υψηλής διακύμανσης των βροχοπτώσεων, που την αναγκάζουν να μετακινείται από την μια περιοχή στην άλλη, προς αναζήτηση των κατάλληλων ενδιαιτημάτων. Δημιουργεί χαλαρές αποικίες κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου αλλά, αργότερα, διασπείρεται σε μικρά σμήνη για το υπόλοιπο του έτους. Κοινωνικό πτηνό σε όλες τις δραστηριότητες και κατά τη διάρκεια όλων των εποχών, η αβοκέτα της Αυστραλίας είναι γνωστό ότι συναγελάζεται με καλαμοκανάδες.

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φωνή της αβοκέτας της Αυστραλίας ξεχωρίζει από τις φωνές των συγγενικών αβοκετών, επειδή θυμίζει έντονα τον ήχο παιδικής καραμούζας (sic).

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικη αβοκέτα της Αυστραλίας

Τα τελετουργικά ερωτοτροπίας περιλαμβάνουν διασταύρωση των ραμφών και χορούς με «υποκλίσεις». Το θηλυκό δείχνει την προθυμία του για ζευγάρωμα σκύβοντας χαμηλά με απλωμένες τις πτέρυγες, συνήθως στα ρηχά νερά. Κάθε ζεύγος υπερασπίζεται τον ζωτικό χώρο της φωλιάς με σειρά από κινήσεις του σώματος, ενώ μπορεί να επιτεθεί σε τυχόν «εισβολείς», εάν παραστεί ανάγκη. Οι αβοκέτες της Αυστραλίας φωλιάζουν σε χαλαρές, σπάνια πολυπληθείς αποικίες, κυρίως κατά τους μήνες Αύγουστο-Νοέμβριο (άνοιξη στο Ν. Ημισφαίριο). Η περίοδος φωλιάσματος, ωστόσο, είναι συχνά εξαιρετικά μεταβλητή, ανάλογα με τις βροχοπτώσεις και τη διαθεσιμότητα του νερού.

Η φωλιά είναι μια ρηχή κοιλότητα επιστρωμένη με βλάστηση τύπου Tecticornia, ή παρεμφερή υδρόβια βλάστηση. Η ωοτοκία πραγματοποιείται άπαξ σε κάθε περίοδο φωλιάσματος. Η γέννα αποτελείται από (3-) 4 απιδιόσχημα, ανοικτού καφέ χρώματος αβγά, διαστάσεων 36 Χ 50 χιλιοστών, [13] τα οποία εναποτίθενται σε κύκλο, με το οξύ άκρο προς το κέντρο του κύκλου. [14]

  • Συχνά, η αβοκέτα της Αυστραλίας προσποιείται την τραυματισμένη όταν κάποιος εισβολέας (συνήθως κάποιο θηλαστικό) πλησιάσει στην θέση που βρίσκεται η φωλιά. Πρόκειται για συνηθισμένη τακτική που ακολουθούν πολλά καλοβατικά πτηνά και, σκοπός είναι, να παρασύρουν τον εισβολέα μακριά από τους νεοσσούς, ο οποίος κατευθύνεται προς το «τραυματισμένο» θήραμα. Εάν αυτή η μέθοδος αποτύχει, ο γονέας επιτίθεται κατ’ ευθείαν στον εισβολέα. [15]

Απειλές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λόγω του, σχετικά μεγάλου, μεγέθους τους οι αβοκέτες της Αυστραλίας έχουν λίγους φυσικούς θηρευτές. Η κύρια απειλή είναι τα εισηγμένα, μη ιθαγενή θηλαστικά. όπως η κόκκινη αλεπού και οι αγριόγατες, που λυμαίνονται τις φωλιές (νεοσσούς και αβγά). Μια άλλη απειλή που μπορεί να επηρεάσει το είδος είναι η επίδραση της αλλαγής του κλίματος, που μπορεί να μειώσει τον αριθμό των ηπειρωτικών θέσεων αναπαραγωγής μέσω παρατεταμένων περιόδων ξηρασίας. [16]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά, η αβοκέτα της Αυστραλίας δεν κινδυνεύει σε παγκόσμιο επίπεδο και η IUCN την κατατάσσει στα είδη Ελαχίστης Ανησυχίας (LC). [17]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Beruldsen, Gordon (2003). Australian Birds: Their Nests and Eggs. Kenmore Hills, Qld: self. p. 218. ISBN 0-646-42798-9.
  • Delany, S.; Scott, D. 2006. Waterbird population estimates. Wetlands International, Wageningen, The Netherlands.
  • del Hoyo, J., Elliott, A., and Sargatal, J. 1996. Handbook of the Birds of the World, vol. 3: Hoatzin to Auks. Lynx Edicions, Barcelona, Spain.
  • Goeij, Jan van de Kam ... [et al.] ; translated by Petra de; Kam], Suzanne J. Moore ; [photography Jan van de (2004). Shorebirds : an illustrated behavioural ecology (English updated ed. ed.) . Utrecht: KNNV. pp. 39–39. ISBN 9050111920. Cite uses deprecated parameter |coauthors= (help) CS1 maint: Extra text (link)
  • IUCN. 2012. IUCN Red List of Threatened Species (ver. 2012.1). Available at:http://www.iucnredlist.org. (Accessed: August 2015).
  • Pringle, John (1987). The shorebirds of Australia (1. publ. ed.). North Ryde, N.S.W., Australia: Angus & Robertson. pp. 167–171. ISBN 0207153485.
  • Slater, Peter (1970). A Field Guide to Australian Birds: Vol.1. Non-passerines. Adelaide: Rigby. p. 311. ISBN 0-85179-102-6.
  • Snow, D.W. and Perrins, C.M. 1998. The Birds of the Western Palearctic, Volume 1: Non-Passerines. Oxford University Press, Oxford.
  • Wade Peter (ed.) (1977). Every Australian Bird Illustrated. Rigby. pp. 106–07. ISBN 0-7270-0009-8.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Wikispecies logo
Τα Βικιείδη έχουν πληροφορίες για το θέμα:
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας» (RDB), Αθήνα 1992
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Enticott Jim and David Tipling: Photographic Handbook of the Seabirds of the World, New Holland, 1998
  • Gray, Mary Taylor The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Handrinos & Akriotis, The Birds of Greece, Helm 1997
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Jobling, J. 1991. A dictionary of scientific bird names. University Press, Oxford.
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, Collins
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Rob Hume, RSPB Complete Birds of Britain and Europe DK, 2002
  • Valpy, Francis Edward Jackson, An Etymological Dictionary of the Latin Language
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • Χανδρινός Γιώργος (Ι), «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας»
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Red-necked avocet της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).