Όπερα της Βαστίλης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Όπερα της Βαστίλης
Opéra Bastille 2011.jpg
Είδοςόπερα[1]
Γεωγραφικές συντεταγμένες48°51′7″N 2°22′14″E
Διοικητική υπαγωγήQuinze-Vingts[1]
ΧώραΓαλλία[2]
Έναρξη κατασκευής1990
Ολοκλήρωση14  Ιουλίου 1989
ΈνοικοιΌπερα του Παρισιού
ΙδιοκτήτηςΌπερα του Παρισιού
ΔιαχειριστήςΌπερα του Παρισιού
Χωρητικότητα2 745
ΑρχιτέκτοναςΚάρλος Οτ και Κάρλος Οτ[3]
Προστασίαd:Q44078976[4]
Commons page Πολυμέσα

Η Όπερα της Βαστίλης (γαλλ. Opéra Bastille) είναι σύγχρονο λυρικό θέατρο (όπερα) στο 12ο Δημοτικό Διαμέρισμα του Παρισιού. Εγκαινιάσθηκε το 1989 ως ένα από τα Grands Travaux του Φρανσουά Μιτεράν, και είναι πλέον η μεγάλη σκηνή της Εθνικής Όπερας του Παρισιού, του κυριότερου οργανισμού όπερας της Γαλλίας, με τη μικρή να είναι το Παλαί Γκαρνιέ του 19ου αιώνα.

Σχεδιασμένη από τον Ουρουγουανό αρχιτέκτονα Κάρλος Οτ, η όπερα βρίσκεται στην Πλατεία της Βαστίλης, από όπου και το όνομά της. Η μεγάλη αίθουσά της έχει χωρητικότητα 2.700 θεατών, ενώ υπάρχει και το «Αμφιθέατρο της Βαστίλης» 500 θέσεων από κάτω, μια αίθουσα συναυλιών.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπόβαθρο και ανέγερση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιδέα για μία νέα «λαϊκή και μοντέρνα» λυρική σκηνή στο Παρίσι πρωτοεμφανίσθηκε κατά τη δεκαετία του 1880, μερικά μόνο χρόνια μετά τα εγκαίνια του Παλαί Γκαρνιέ.[5] Θα παρέμενε όμως απλώς θέμα συζητήσεων, αν και προάχθηκε το 1965-1968 από τον σκηνοθέτη Ζαν Βιλάρ, που είχε αναλάβει ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα για λογαριασμό της Εθνικής Όπερας του Παρισιού.

Το 1981, ο νεοεκλεγείς πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Μιτεράν συμπεριέλαβε μια νέα όπερα στο επιβλητικό του πρόγραμμα για την ανέγερση μεγάλων δημόσιων κτηρίων «Grands Travaux». Αρχικώς θα κτιζόταν στα πλαίσια του συγκροτήματος Cité de la Musique στο βορειοανατολικό Παρίσι. Σύντομα όμως αποφασίστηκε να αυτονομηθεί και να ανεγερθεί στην περιοχή της Βαστίλης, μιας πιο «εργατικής» συνοικίας που θύμιζε και τη Γαλλική Επανάσταση. Το επόμενο έτος διοργανώθηκε ένας διεθνής αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για την επιλογή αρχιτέκτονα. Κατατέθηκαν 756 προτάσεις και τον Νοέμβριο του 1983 ανακοινώθηκε ο νικήτής: ο τότε σχεδόν άγνωστος Κάρλος Οτ, ένας Ουρουγουανός που ζούσε στον Καναδά. Υπάρχει η φήμη ότι η κριτική επιτροπή (που έκρινε χωρίς να γνωρίζει τους δημιουργούς της κάθε προτάσεως) πίστευε πως το σχέδιό του ήταν η πρόταση του γνωστού αρχιτέκτονα Ρίτσαρντ Μάιερ.

Οι εργασίες για την ανέγερση της όπερας άρχισαν το 1984 με την κατεδάφιση του Σιδηροδρομικού σταθμού της Βαστίλης, που είχε κλείσει ως σταθμός ήδη από το 1969 και φιλοξενούσε εκθέσεις τέχνης. Το 1986 η νέα κυβέρνηση, υπό τον Ζακ Σιράκ σκέφθηκε να ματαιώσει την ανέγερση, αλλά τελικώς αποφασίσθηκε ότι είχε προχωρήσει πολύ και θα πήγαιναν χαμένα τα έξοδα, οπότε συνέχισε το έργο. Ο Μιτεράν συνέχισε να ενδιαφέρεται προσωπικά και να ασχολείται με αυτό έως το τέλος, σε σημείο ώστε η ομάδα σχεδιασμού να ζητήσει τη δική του απόφαση για το χρώμα των καθισμάτων (επέλεξε το μαύρο).

Μετά από μεγάλη υπέρβαση του προϋπολογισμού, το τελικό κόστος του έργου έφθασε τα 2,8 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα.

Τα εγκαίνια έγιναν από τον Μιτεράν στις 13 Ιουλίου 1989, το βράδι της παραμονής της διακοσιοστής επετείου της Αλώσεως της Βαστίλης (και εθνικής εορτής της Γαλλίας), με την παρουσία άνω των τριάντα αρχηγών κρατών ή πρωθυπουργών. Εκτελέσθηκε μία εορταστική συναυλία με θεατρικό δρώμενο σε σκηνοθεσία του Ρόμπερτ Γουίλσον, υπό τον τίτλο la Nuit avant le jour («Η νύχτα πριν από την Ημέρα»). Διευθυντής ορχήστρας ήταν ο Ζωρζ Πρετρ και τραγούδησαν μονωδοί όπως η Τερέσα Μπεργάνσα και ο Πλάθιντο Ντομίνγκο. Η παραδοσιακή δωρεάν υπαίθρια συναυλία της Ημέρας της Βαστίλης, που γινόταν κάθε χρόνο στην πλατεία, έγινε στη νέα όπερα την επόμενη ημέρα.[6]

Ωστόσο το κτήριο δεν ήταν εντελώς έτοιμο όταν εγκαινιάσθηκε, και έτσι η πρώτη παράσταση όπερας σε αυτό έγινε μόλις στις 17 Μαρτίου 1990, όταν παίχθηκαν Οι Τρώες του Εκτόρ Μπερλιόζ, σε σκηνοθεσία Πιερ Λουίτζι Πίτσι.

Προβλήματα και αντιδικίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δυτική πλευρά της Όπερας, στη μικρή rue de Lyon

Η διαχείριση της Όπερας της Βαστίλης και η δημόσια εικόνα της σπιλώθηκαν από αντιδικίες και σκάνδαλα κατά την πρώτη δεκαετία της λειτουργίας της, ακόμα και προτού εγκαινιασθεί.

Το 1987 ο μαέστρος Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ δέχθηκε την πρόσκληση να γίνει ο πρώτος καλλιτεχνικός διευθυντής της νέας όπερας και άρχισε να προγραμματίζει τις πρώτες σεζόν. Αλλά τον Ιανουάριο του 1989, ένα εξάμηνο πριν τα εγκαίνια, ο πρόεδρος του Δ.Σ. του οργανισμού (εταιρείας) της όπερας Πιερ Μπερζέ (ο και συνιδρυτής του οίκου του Υβ Σαιντ Λωράν) απέλυσε τον Μπάρενμποϊμ, επειδή όπως αναφέρθηκε ο τελευταίος αρνήθηκε την περικοπή του μισθού του κατά 50%, αλλά και εξαιτίας της μοντερνιστικής ροπής του, που ο Μπερζέ έκρινε «ακατάλληλη» για μία «λαϊκή» λυρική σκηνή. Και η πολιτική χροιά ήταν βεβαίως αναπόφευκτη: ο Μπάρενμποϊμ είχε διορισθεί από μία δεξιά κυβέρνηση, ενώ ο Μπερζέ ήταν επιφανής υποστηρικτής και δωρητής του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Η απόφαση πάντως δημιούργησε μεγάλη αναταραχή στον καλλιτεχνικό κόσμο: Ο Πατρίς Σερώ απέσυρε τη συμμετοχή του από την εκδήλωση των εγκαινίων, ο συνθέτης Πιερ Μπουλέζ παραιτήθηκε από το Δ.Σ., και οι Χέρμπερτ φον Κάραγιαν, Γκέοργκ Σόλτι και άλλοι επιφανείς διευθυντές ορχήστρας υπέγραψαν επιστολή διαμαρτυρίας και κάλεσαν για µποϊκοτάζ της Όπερας της Βαστίλης, ακυρώνοντας δικές τους συναυλίες εκεί. Αυτό άφησε λίγες επιλογές στον Μπερζέ για τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή και τον Μάιο του 1989 μπόρεσε τελικώς να ανακοινώσει τον διορισμό του Κορεάτη πιανίστα και μαέστρου Μιούνγκ-χουν Τσουνγκ.

Μολονότι το συμβόλαιό του είχε επεκταθεί μέχρι το έτος 2000, ο Τσουνγκ απολύθηκε με τη σειρά του το 1994, μετά τη λήξη της θητείας του Μπερζέ στο Δ.Σ.. Στο αποκορύφωμα της συγκρούσεως, ο Τσουνγκ εμποδίσθηκε από τους φρουρούς να μπει στο κτήριο, παρά την ύπαρξη δικαστικής αποφάσεως υπέρ του.[7]

Το ίδιο το κτήριο υπήρξε εξίσου πηγή προβλημάτων: Μόλις δύο χρόνια μετά τα εγκαίνια, μερικά από τις 36.000 ασβεστολιθικές πλάκες Βουργουνδίας που καλύπτουν την πρόσοψη άρχισαν να πέφτουν, κάτι που οδήγησε στο στήσιμο το 1996 διχτιών ασφαλείας κάτω από εξωτερικούς τοίχους.[8] Και άλλες σημαντικές επισκευές χρειάσθηκε να γίνουν τα επόμενα έτη, όπως αυτή της δομής ηχομονώσεως και της ακουστικής της ορχήστρας, η καθεμιά με πολύπλοκες και κάποιες φορές δικαστικές έρευνες για να βρεθεί ο υπεύθυνος.[9] Το πρόβλημα με την πρόσοψη επιλύθηκε μόλις το 2009, με την εγκατάσταση νέων πλακών, από σύνθετο υλικό και με άλλου είδους στερέωση.[10]

Χρήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Όπερα της Βαστίλης αρχικώς προοριζόταν να καταστεί η μόνη σκηνή για όπερα των Παρισίων, με το Παλαί Γκαρνιέ να χρησιμεύει μόνο για παραστάσεις μπαλέτου. Ωστόσο αυτός ο αυστηρός διαχωρισμός εγκαταλείφθηκε τη δεκαετία του 1990. Από τότε, οι περισσότερες παραστάσεις όπερας και λίγες παραστάσεις μπαλέτου ή συναυλίες γίνονται στη Βαστίλη, ενώ η παραδοσιακή σκηνή παρουσιάζει σχεδόν ίσο αριθμό παραστάσεων όπερας και μπαλέτου.

Ο Hugues Gall, που ανέλαβε διευθυντής της Εθνικής Όπερας του Παρισιού το 1995, ήταν αρχικώς αντίθετος με την ανέγερση της Όπερας της Βαστίλης, έχοντας κάνει το διαβόητο σχόλιο ότι η νέα λυρική σκηνή ήταν «η λάθος απάντηση σε ένα πρόβλημα που δεν υπήρχε». Κατά την εννιάχρονη θητεία του όμως πιστώνεται με τη σταθεροποίηση της διοικητικής, καλλιτεχνικής και οικονομικής καταστάσεως του οργανισμού, εν μέρει εξαιτίας των δυνατοτήτων που προσέφερε το σύγχρονης κατασκευής θέατρο: υψηλότερα έσοδα χάρη στη μεγαλύτερη χωρητικότητα θεατών, ευρύτερη γκάμα τεχνικών μέσων για τους σκηνοθέτες, ανετότερο περιβάλλον εργασίας, υψηλότερη ευελιξία στον προγραμματισμό.[11]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέρος από την πρόσοψη της Όπερας και της εξωτερικής σκάλας. Το κοινό δεν χρησιμοποιεί τις σκάλες αυτές, αλλά εισέρχεται από τις θύρες στο επίπεδο του δρόμου στα δεξιά.

Η Όπερα της Βαστίλης βρίσκεται στην Πλατεία της Βαστίλης. Προκειμένου να «γίνει ένα» με το τοπίο, η αριστερή πλευρά της πρόσοψής της έμεινε μερικώς κρυμμένη πίσω από ένα παλαιότερο και μικρότερο κτήριο, ώστε να δίνεται η εντύπωση ότι η όπερα ήταν μέρος της συνοικίας για πάρα πολλά χρόνια. Πίσω από την πρόσοψη, το θέατρο ακολουθεί ένα γενικώς τριγωνικό σχήμα, κρυμμένο από τα γειτονικά κτήρια, πάνω στο οποίο «υπερτίθεται ένας κύβος, αυτός της κεντρικής σκηνής, τυλιγμένος σε γυάλινους τοίχους με πλέγμα οριζόντιων και κάθετων γραμμών... Η όπερα στέκει με κοινωνικότητα ανοικτή προς τον έξω κόσμο, ενώ τα φουαγιέ, με την ευρεία θέα τους προς την πόλη, έχουν τη λεία, απρόσωπη εμφάνιση μιας αίθουσας αεροδρομίου.»[12] Αυτά τα φουαγιέ διατρέχουν την περιφέρεια του θεάτρου σε αρκετά επίπεδα, προσδίδοντας στην εξωτερική γυάλινη πρόσοψη το στρογγυλευμένο της σχήμα.

Η πρόσβαση στην είσοδο γίνεται απευθείας από την πλατεία στο επίπεδο του δρόμου. Παρά την ύπαρξη μνημειώδους εξωτερικής σκάλας, που οδηγεί στο φουαγιέ του πρώτου ορόφου, όπως και απευθείας υπόγειας προσβάσεως από τον σταθμό του μετρό στην αίθουσα εισόδου, αμφότερες έκλεισαν τελικώς.

Η αίθουσα της μεγάλης σκηνής σχεδιάσθηκε με 2.723 θέσεις, που αργότερα μειώθηκαν σε 2.703. Οργανώθηκε σε διάταξη με δύο πολύ μεγάλους εξώστες στο πίσω μέρος και λίγους στενούς εξώστες στα πλάγια. Σε μια αντίθεση με το Παλαί Γκαρνιέ, το οποίο διαθέτει δεκάδες διαφορετικούς τύπους θέσεων, που δεν προσφέρουν όλες ορατότητα στη σκηνή, όλα τα καθίσματα στην Όπερα της Βαστίλης έχουν ανεμπόδιστη θέα ολόκληρης της σκηνής, είναι όλα του ίδιου ακριβώς τύπου με την ίδια ακριβώς άνεση, και δεν υπάρχουν θεωρεία. Το 2005 προστέθηκαν δύο μικροί χώροι για όρθιους στο πίσω μέρος της πλατείας. Τα εισιτήρια πωλούνται στην τιμή των 5 ευρώ και μόνο το βράδυ της παραστάσεως. Καθώς δεν υπάρχει «βασιλικό» ή «προεδρικό» θεωρείο, μία απλή θέση στην πλατεία, στη 15η σειρά καθισμάτων, που θεωρείται «σειρά των VIP», είναι η θέση που κρατείται για τον εκάστοτε Πρόεδρο της Γαλλίας.[13]

Εξαιτίας του μεγάλου μεγέθους της, η αίθουσα της μεγάλης σκηνής αποκαλείται συχνά «βαπόρι». Σε σύγκριση με άλλες λυρικές σκηνές παγκοσμίου κλάσεως, η ακουστική της έχει περιγραφεί ως απογοητευτική. `Ενα τεχνικό χαρακτηριστικό που τη βελτιώνει είναι ότι το δάπεδο του βαθουλώματος της ορχήστρας (μπροστά από τη σκηνή) είναι στην πραγματικότητα ένας ανελκυστήρας, που προσαρμόζει το ύψος της ορχήστρας στις απαιτήσεις της παραστάσεως, υψώνοντάς την για μια μικρότερη ορχήστρα και χαμηλώνοντάς την για μια μεγαλύτερη. Το βαθούλωμα της ορχήστρας έχει χώρο για έως και 130 μουσικούς.

Η δεξιά (βλέποντας προς τη σκηνή από την πλατεία) πλευρά του πρώτου εξώστη, όπως φαίνεται από την πλατεία.

Η αίθουσα έχει μάλλον ψυχρό χρωματισμό εξαιτίας της κυριαρχίας γκρίζου γρανίτη, μαύρου ή λευκού πετρώματος και καλύψεων στους τοίχους και στον διάκοσμο, αλλά και του φωτισμού από τη γιγαντιαία λευκή γυάλινη οροφή αν και η χρήση ξύλου αχλαδιάς για τα καθίσματα και τις κουπαστές, και δρύινου για το δάπεδο, δίνει έναν θερμότερο χρωματισμό. Αυτές οι μοντέρνες επιλογές υπήρξαν αμφιλεγόμενες από το άνοιγμα της όπερας.

Τα παρασκήνια καταλαμβάνούν μια τεράστια επιφάνεια (5 χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα), εξαπλάσια από τη σκηνή. Η σκηνή πλαισιώνεται στα δεξιά και στα αριστερά από ισομεγέθεις χώρους, και αυτή η τριάδα επαναλαμβάνεται στα παρασκήνια. Ολόκληρα σκηνικά μπορούν να κυλίσουν πάνω σε ένα σύστημα σιδηροτροχιών, ενώ υπάρχει και μία περιστρεφόμενη πλατφόρμα, και έτσι μπορεί να γίνει εναλλαγή σκηνικών με τα παρασκήνια μέσα σε λίγα λεπτά. Η ύπαρξη τέτοιων διευκολύνσεων καθιστά επίσης πολύ ευκολότερη τη χρήση τριδιάστατων σκηνικών αντί των παραδοσιακών επίπεδων εικόνων. Επιπλέον, κάτω από τη σκηνή υπάρχει ένας γιγάντιος ανελκυστήρας, που χρησιμεύει για το κατέβασμα των αχρησιμοποίητων σκηνικών με τις πλατφόρμες τους σε μία υπόγεια αποθήκη, η οποία έχει το μέγεθος των παρασκηνίων.

Το κτήριο περιλαμβάνει επίσης μια αίθουσα για πρόβες, που αναπαριστά τον χώρο της σκηνής και της ορχήστρας του θεάτρου.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 archINFORM. 5069. Ανακτήθηκε στις 31  Ιουλίου 2018.
  2. archINFORM. Ανακτήθηκε στις 30  Ιουλίου 2018.
  3. (Αγγλικά, Τσεχικά, Σλοβακικά, Σλοβενικά, Πολωνικά, Ουγγρικά, Γερμανικά, Ιταλικά, σουηδικά, Κροατικά, Ισπανικά, Πορτογαλικά) European Theatre Architecture. Arts and Theatre Institute. 412. Ανακτήθηκε στις 21  Φεβρουαρίου 2020.
  4. www.culture.gouv.fr/Media/Medias-creation-rapide/Label-ACR-Metropole-du-Grand-Paris.pdf.
  5. {Patureau, Frédérique: le Palais Garnier dans la société parisienne (1875–1914). εκδ. Mardaga, Λιέγη 1991, σελ. 393 κ.ε.
  6. Longchampt, Jacques: «L’inauguration de l'Opéra Bastille: soirée heureuse, acoustique radieuse», Le Monde, 15/7/1989
  7. Erikson, Franck: «Chung triomphe enfin à l’Opéra Bastille». L’Express, 1994-12-22.
  8. Higuinen, Erwan: «L’Opéra Bastille se dote d’un "préservatif à trous"». Libération, 1996-08-22.
  9. Leloup, Michèle: «Opéra Bastille : Vous avez dit «populaire» ?», L’Express, 2001-05-10.
  10. Vergne, Frédérique: «Avec sa façade refaite à neuf, l’Opéra Bastille retrouve sa sérénité», Le Moniteur, 2010-01-19.
  11. Agid, Philippe & Tarondeau, Jean-Claude: l’Opéra de Paris. Gouverner une grande institution culturelle, εκδ. Vuibert, Παρίσι 2006
  12. Beauvert, σελ. 236
  13. Bavelier, Ariane: «Les privilégiés du rang 15 de l’Opéra Bastille», Le Figaro, 2009-04-25.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Beauvert, Thierry: Opera Houses of the World, The Vendome Press, Νέα Υόρκη 1995, ISBN 0-86565-978-8
  • Jourdaa, Frédérique: À l’Opéra aujourd’hui. De Garnier à Bastille, εκδ. Hachette, Παρίσι 2004
  • Rémy, Pierre-Jean: Bastille, rêver un opéra, εκδ. Plon, Παρίσι 1989
  • Saint-Pulgent, Maryvonne de-: le Syndrome de l’opéra, εκδ. Robert Laffont, Παρίσι 1991
  • Urfalino, Philippe (επιμ.): Quatre voix pour un opéra. Une histoire de l’opéra Bastille, εκδ. Métailié, Παρίσι 1990

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]