Χημειοθεραπεία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Με την ευρύτερη έννοια του όρου Χημειοθεραπεία χαρακτηρίζεται στην Ιατρική η οποιαδήποτε ασκούμενη θεραπεία νόσων με χρήση χημικών ουσιών - φαρμάκων καλούμενα γενικώς χημειοθεραπευτικά.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χημειοθεραπεία εφαρμόζεται τόσο με χαρακτήρα προληπτικό, ειδικότερα σε λοιμώδη νοσήματα, περίπτωση αντιμικροβιακής χημειοθεραπείας, όσο και καθαρά θεραπευτικό στη περίπτωση του καρκίνου. Με τη χημειοθεραπεία αποφεύγεται η συνεχής ακτινοβολία καθώς και ή χειρουργική επέμβαση) στα πλαίσια της αντιμετώπισης (θεραπεία) μιας ασθένειας. Ο όρος αυτός άρχισε να χρησιμοποιείται ουσιαστικά με την εισαγωγή των αντιβιοτικών στη Θεραπευτική.

Σήμερα, η χρήση του όρου γίνεται σε προληπτικές εφαρμογές σε νόσους που προέρχονται από βακτήρια, ιούς, πρωτόζωα, μύκητες κ.λπ. και κατά γενικότερο κανόνα στη θεραπευτική αντιμετώπιση του καρκίνου με παράλληλη επίσης χρήση αντιβιοτικών. Αυτό έχει ως συνέπεια η έννοια χημειοθεραπεία να ισοδυναμεί σήμερα με την αντινεοπλασματική αγωγή (νεόπλασμα = καρκίνος).

Μια εξ ίσου σπουδαία εφαρμογή που εντάσσεται στη χημειοθεραπεία, αν και στη πραγματικότητα δεν είναι ακριβώς θεραπεία πλην όμως κατά το αποτέλεσμα σ΄ αυτήν αποβλέπει, είναι η χορήγηση χημικών ουσιών που καταστέλλουν ή τροποποιούν την ανοσιακή αντίδραση του ανθρώπινου οργανισμού προς αποτροπή απόρριψης μοσχεύματος ιστού ή οργάνου, που εν προκειμένω εφαρμόζεται προληπτικά.

Αντικαρκινική αγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εφαρμόζεται όταν ένας καρκίνος είναι διάχυτος (δηλαδή σε δύο ή περισσότερες εστίες, λόγω λεμφαδενικής ή αιματολογικής μετάστασης), οπότε δεν μπορεί να εφαρμοστεί η χειρουργική αφαίρεσή του (που πιθανώς να επιφέρει ίαση εάν ο όγκος είναι εντοπισμένος).

Δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καρκίνος είναι ασθένεια η οποία αναπτύσσεται όταν ο οργανισμός αρχίζει να παράγει περισσότερα κύτταρα από εκείνα που πραγματικά χρειάζεται, δημιουργώντας όγκους, και όταν τα κύτταρα που τον αποτελούν εισβάλλουν σε ιστούς και μεταφέρονται σε άλλα μέρη του σώματος[1] .

Τα περισσότερα φάρμακα που χρησιμοποιούνται ως χημειοθεραπευτικά σταματούν την αναπαραγωγή των κυττάρων (μίτωση), χτυπώντας επιτυχημένα τα κύτταρα που αναπαράγονται γρήγορα. Επειδή αυτά τα φάρμακα δημιουργούν βλάβες στα κύτταρα, ονομάζονται κυτταροτοξικά. Αυτό σημαίνει πως τα φάρμακα αυτά χτυπούν όχι μόνο τα καρκινικά κύτταρα, αλλά και τα υγιή, φυσιολογικά κύτταρα που αναπαράγονται γρήγορα, παραδείγματος χάριν αυτά των μαλλιών.[2]

Γι' αυτό το λόγο η χημειοθεραπεία είναι πιο επιτυχής σε όγκους με γρήγορη αναπαραγωγή (οξεία μυελογενής λευχαιμία και επιθετικά λεμφώματα, συμπεριλαμβανομένου και του Hodgkin). Κακοήθειες με πιο αργή αναπαραγωγή δεν επηρεάζονται τόσο εύκολα (π.χ. Indolent λέμφωμα).

Επίσης τα φάρμακα αντιμετωπίζουν πιο αποτελεσματικά τα νεότερα καρκινώματα.

Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τύποι χημειοθεραπευτικών φαρμάκων (πάνω από 50 διαφορετικοί τύποι) και καθένας εξ αυτών έχει διαφορετική επίδραση στα καρκινικά κύτταρα. Συχνά χορηγούνται σε συνδυασμό μεταξύ τους προκειμένου να είναι η θεραπεία πιο αποτελεσματική.[3]

Παρενέργειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χημειοθεραπεία συνοδεύεται από πολλές παρενέργειες, ανάλογα με τη συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή που εφαρμόζεται. Αυτές που εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα είναι: κόπωση, ναυτία, εμετούς, διάρροια, άφθες στο στόμα, στοματίτιδα, απώλεια μαλλιών (αλωπεκία), εξανθήματα και καταστολή του μυελού των οστών με μείωση των λευκών, των ερυθρών αιμοσφαιρίων και των αιμοπεταλίων στο αίμα. [2]

Άλλα φάρμακα μπορεί επίσης να προκαλέσουν πόνο, απώλεια μνήμης, σήψη, απώλεια ή αύξηση βάρους, αιμορραγία, δευτερεύουσες νεοπλασίες.[4]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]