Μεγάλος Κρητικός Πόλεμος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο μεγάλος Κρητικός πόλεμος (1645–1669)
Asedio-Guerra-Candia.jpg
Ημερομηνία 23 Ιουνίου 1645 - 5 Σεπτεμβρίου 1669
Τόπος Κρήτη
Έκβαση Νίκη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα
Απώλειες
70.000 στην πλειοψηφία άμαχος πληθυσμός της Κρήτης
70.000 στρατιώτες

Κρητικός πόλεμος του 1645 – 1669 γνωστός και ως ο μεγάλος Κρητικός πόλεμος, καλείται η αναμέτρηση μεταξύ της δημοκρατίας της Βενετίας και των χριστιανικών δυνάμεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και των φίλων προς αυτήν ισλαμικών κρατών. Έλαβε χώρα κυρίως έξω από τα τείχη του Χάνδακα αλλά και σε ολόκληρο το νησί και τις θάλασσες γύρω από την Κρήτη. Ήταν η τελευταία μεγάλη σύρραξη μεταξύ Ισλάμ και Χριστιανισμού. Ο Πάπας είπε τότε "Στείλτε στρατιώτες, πλοία και εφόδια, υπερασπιστείτε τον Χριστιανισμό". Η πολιορκία του Χάνδακα ήταν η μακρότερη στην ιστορία. Ο λόρδος Βύρων υποκριτικά χαρακτήρισε τον Χάνδακα "αντίπαλο δέος της Τροίας".

Όλα τα κάστρα και οι μεγάλες πόλεις καταλήφθηκαν από τούς Οθωμανούς τον πρώτο χρόνο του πολέμου, το φρούριο του Χάνδακα αντιστάθηκε αποτελεσματικά και συνέχισε να αντιστέκεται για τα επόμενα 25 χρόνια[1], οι περιοχές της ενδοχώρας θα καταλειφθούν πολύ αργότερα, ενώ ορισμένες σύμφωνα με την παράδοση δεν καταλείφθηκαν ποτέ. Μετά από τις πρώτες αποτυχημένες επιχειρήσεις των Οθωμανών στον Χάνδακα και οι δυο πλευρές στράφηκαν στην αποκοπή των γραμμών ανεφοδιασμού του αντίπαλου. Έτσι ο πόλεμος απλώθηκε σε ολόκληρο το νησί και στις θάλασσες γύρω από την Κρήτη και το Αιγαίο.

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ενετοί στις αρχές του 1600 χειρίζονταν την επιθετική Οθωμανική αυτοκρατορία με μεγάλη προσοχή ώστε να μην προκαλέσουν[1]. Η στρατηγική θέση της Κρήτης με το ισχυρότερο φρούριο της μεσογείου της εποχής, τα πολλά λιμάνια και τα εύφορα εδάφη, ήταν ένα πολύ δελεαστικό έπαθλο. Η Κρήτη βρισκόταν σε έναν κλοιό από ισλαμικές κτήσεις για αιώνες και μόνο η θάλασσα την κρατούσε ακόμα ασφαλή. Ο τριακονταετής πόλεμος στο εσωτερικό της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η ανακάλυψη της Αμερικής και των νέων εμπορικών δρόμων, είχε αποδυναμώσει οικονομικά την άλλοτε θαλασσοκράτειρα Γαληνότατη, γι’ αυτό και δεν κατάφερε ποτέ κατά την διάρκεια του πολέμου να αποκόψει τον ανεφοδιασμό στα στενά των Δαρδανελίων, καθώς δεν είχαν ποτέ αρκετά πλοία. Είναι γνωστό σήμερα ότι η Βρετανία έπαιξε το ρόλο της υπέρ των Οθωμανών μεταφέροντας στρατιώτες στην Κρήτη όταν ο οθωμανικός στόλος αδυνατούσε[2] καθώς η Βενετία αν και αποδυναμωμένη, ήταν ακόμα μεγάλος αντίπαλος στο θαλάσσιο εμπόριο[1]. Mε αυτόν τον τρόπο η Βρετανία ακύρωσε τον θρησκευτικό και πολιτισμικό χαρακτήρα που ήθελε να δώσει ο Πάπας σε αυτόν τον πόλεμο.

Η αφορμή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της Κρήτης, της εποχής της αναγέννησης, κατασκευασμένος με περίπλου.

Το 1644 οι ιππότες της Μάλτας έδωσαν την αφορμή για τον μεγάλο πόλεμο.[3] Συγκεκριμένα, οι ιππότες επιτέθηκαν σε μουσουλμάνους προσκυνητές που πραγματοποιούσαν την διαδρομή Κωνσταντινούπολη - Αλεξάνδρεια, με τελικό προορισμό την Μέκκα. Μεταξύ των προσκυνητών υπήρχαν και μέλη της οθωμανικής διοίκησης. Οι ιππότες της Μάλτας με τα λάφυρα από την επίθεση, κατέφυγαν σε έναν μικρό όρμο στην νότια Κρήτη. Αυτή η πληροφορία ήταν αρκετή για τους Οθωμανούς να κατηγορήσουν ανοιχτά την γαληνότατη για την επίθεση, η οποία αρνιόταν κάθε ανάμιξη[4]. Ενώ οι Οθωμανοί φέρονται να γύρευαν αφορμή να εισβάλουν στην Κρήτη, προηγούμενα σοβαρά επεισόδια μεταξύ Βενετίας και οθωμανικής αυτοκρατορίας δεν κατέληξαν με των ίδιο τρόπο. Αυτό δείχνει τον θυμό που προκάλεσε το συγκεκριμένο περιστατικό στην πύλη, καθώς οι περισσότεροι των προσκυνητών που σκοτώθηκαν ήταν γυναικόπαιδα. Στης 30 Απριλίου του 1645, 416 πλοία με 50.000 στρατιώτες κατέπλευσαν από τα Δαρδανέλια με προορισμό το Ναβαρίνο της Πελοποννήσου, αφήνοντας να εννοηθεί στο διπλωματικό τραπέζι ότι ο τελικός προορισμός ήταν η μικρή άγονη και μακρινή Μάλτα.

Οι επιχειρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενετικά και Ολλανδικά πλοία κατά των Οθωμανών στην μάχη της Φώκαιας (12 Μαΐου 1649), του Άμπραχαμ Μπέερστρατενμ, 1656.

Στις 23 Ιουνίου του 1645 οι Οθωμανοί αποβιβάζονται στην Κρήτη, ενώ οι Ενετοί παρακολουθούσαν έκπληκτοι, με την άμυνα των κάστρων ανέτοιμη, καθώς είχε παραμεληθεί λόγω της μακροχρόνιας ειρήνης και της οικονομικής παρακμής της Γαληνοτάτης. Η Γαληνότατη αντέδρασε αποστέλλοντας 2.500 στρατιώτες, αρχικά, και ζητώντας από τον Πάπα και την Τοσκάνη υπόσχεση υποστήριξης όταν χρειαστεί. Έως το 1648, το 40% των κάτοικων της υπαίθρου είχε εξοντωθεί από τον οθωμανικό στρατό[5], ενώ οι πόροι του νησιού χρησιμοποιούνταν για την συντήρησή του. Έως το 1677, ο πληθυσμός της Κρήτης από 260.000 που ήταν πριν τον πόλεμο, έπεσε στις 80.000[6]. H Κρητική αναγέννηση είχε περάσει στην ιστορία.

Στις 27 Ιανουαρίου του 1647 μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα αποκοπής της διόδου τον Δαρδανελίων ο Ενετός διοικητής των επιχειρήσεων Τομάζο Μοροζίνι σκοτώθηκε όταν μόνη η γαλέρα του, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια οθωμανική αρμάδα 45 πλοίων. Η ενετική γαλέρα κατάφερε τεράστιες καταστροφές στον οθωμανικό στόλο, μεταξύ των οποίων και ο θάνατος του Κότσα Μουσά πασά επικεφαλής της αρμάδας και κυβερνήτη της Αιγύπτου[7]. Η ενετική γαλέρα με κάποιους από το πλήρωμα τελικά διασώθηκε από τον ενετικό στόλο. Οι απώλειες που προκάλεσε ένα μόνο πλοίο στους Οθωμανούς είχαν αντίκτυπο στο ηθικό τους, όμως ο ανεφοδιασμός του κρητικού μετώπου συνεχίστηκε κανονικά[8]. Κατά την διάρκεια του Αυστρο-Οθωμανικου πολέμου 1663-1664 οι επιχειρήσεις στην Κρήτη είχαν εντελώς σταματήσει, αλλά οι Ενετοί δεν εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία να απωθήσουν τους Οθωμανούς ανοίγοντας τους διπλό μέτωπο. Μετά την συμφωνία ειρήνης του Vasvár με την Αυστρία, οι Οθωμανοί ήταν, πλέον, έτοιμοι ώστε να επικεντρωθούν στο μέτωπο της Κρήτης. Τον Φεβρουάριο του 1667, η Βενετία έλαβε βοήθεια 6000 ανδρών και 21 πολεμικών πλοίων από την Γαλλία, την Νάπολη, τον Πάπα, την Σικελία και την Μάλτα[9]. Η μόνη όμως επιτυχία των συμμάχων ήταν η απώθηση μιας επίθεσης στα Κύθηρα.

Η πτώση του Χάνδακα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άνοψη του Χάνδακα, του Marco Boschini (1613–1678).

Το χειμώνα του 1667 νέα οθωμανικά στρατεύματα αποβιβάζονται στην Κρήτη και η τελευταία φάση του πολέμου που στοίχισε την ζωή σε 70.000 μουσουλμάνους στρατιώτες και 70.000 χριστιανούς στρατιώτες και αμάχους στην πλειοψηφία τους Κρήτες, πρόκειται να αρχίσει. Την άνοιξη του 1668 η Βενετία μετά από υποσχέσεις σημαντικής στρατιωτικής βοήθειας από την δύση ελπίζει να τελειώσει τον πόλεμο με συμφωνία ειρήνης. Πράγματι οι Οθωμανοί πρότειναν στην Βενετία το ίδιο έτος να κρατήσει την μισή Κρήτη, κάτι που αρνήθηκε λόγο της αισιοδοξίας που προκάλεσαν οι υποσχέσεις κυρίως της Γαλλίας για νέες ενισχύσεις, και οι νέες αναταραχές στο εσωτερικό της οθωμανικής αυτοκρατορίας[10]. Τον Ιούνιο του 1668 το πολυαναμενόμενο πρώτο μισό της γαλλικής ενίσχυσης φτάνει στον Χάνδακα, 6000 στρατιώτης και 31 πλοία, ενώ οι Οθωμανοί είχαν ποια οχυρωματικά πολύ κοντά στα τείχη του Χάνδακα, που ήταν σε πολύ κακή κατάσταση από την μακροχρόνια καταπόνηση και τις επισκευές εν μέσω πολέμου[11]. Η πρώτη εξόρμηση των Γάλλων έξω από τα τείχη στις 25 Ιουνίου ήταν καταστροφική, με 800 νεκρούς μεταξύ των οποίων και ο επικεφαλής δούκας του Μπωφόρ[2][12]. Η άφιξη του δευτέρου μισού της γαλλικής ενίσχυσης ανέβασε το ηθικό, και στις 25 Ιουλίου ξεκινά συντονισμένη επίθεση από θάλασσα και ξηρά με 15.000 κανονιοβολισμούς μόνο από τον στόλο, όμως τα βαθιά οχυρωματικά έργα των Οθωμανών έξω από τον Χάνδακα επέτρεψαν μόνο μικρές απώλειες, ενώ η ανατίναξη ενός γαλλικού πλοίου από λάθος στην μέση της αρμάδας προκάλεσε σοβαρές ζημιές στα γύρω γαλλικά και ενετικά πλοία[13]. Η δυσαρέσκεια των Ενετών για τις αδέξιες ενέργειες των Γάλλων προκάλεσε τριβές μέσα στο κάστρο, κάνοντας τους Γάλλους να θέλουν να αποχωρίσουν το οποίο και έκαναν στις 20 Αυγούστου. Έτσι άρχισε να γίνεται ξεκάθαρο ποια ότι ο Χάνδακας δεν μπορεί να κρατηθεί άλλο[14]. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1669, ο διοικητής Μοροζίνι με δική του πρωτοβουλία, χωρίς να συμβουλευτεί προηγουμένως τους ανωτέρους του στην Βενετία, συνθηκολογεί και παραδίδει την πόλη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία[15].

Οι συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την κατάκτηση της Κρήτης η Οθωμανική Αυτοκρατορία έφτασε την μεγαλύτερη έκταση της[16], η οποία, ωστόσο, δεν διατηρήθηκε για καιρό. Συγκεκριμένα, οι παρατεταμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις εξασθένισαν αριθμητικά τα οθωμανικά στρατεύματα, ενώ, ταυτόχρονα, άδειασαν και τα ταμεία της Αυτοκρατορίας. Ο Κρητικός πόλεμος ήταν, σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς, η βασική αιτία της παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία ξεκίνησε στα τέλη του 17ου αιώνα από την οποία δεν ανέκαμψε ουσιαστικά ποτέ[17]. Ενώ τα οφέλη από την κατάκτηση της Κρήτης ήταν ανύπαρκτα, καθώς οι Οθωμανοί λόγο ιδιοσυγκρασίας δεν εκμεταλλεύονταν τους θαλάσσιους δρόμους, ενώ οι πόροι του νησιού δεν απέδιδαν, καθώς η ύπαιθρος αποτελούσε εστία συνεχών αναταραχών.

Το 1692, η Γαληνότατη βρέθηκε έξω από τα τείχη του Χάνδακα σε μια ύστατη προσπάθεια ανακατάληψης, η οποία, ωστόσο, δεν ήταν επιτυχής. Τα ταμεία δεν μπορούσαν, πλέον, να υποστηρίξουν μεγάλης έκτασης στρατιωτικές επιχειρήσεις. Τα 4.253.000 δουκάτα [εκκρεμεί παραπομπή] που στοίχισε μόνο η άμυνα του κάστρου κατά το μεγάλο πόλεμο, δεν αναπληρώθηκαν ποτέ. Τα τελευταία Ενετικά φρούρια στη Κρήτη, η Σπιναλόγκα και η Γραμβούσα, έπεσαν στα χέρια των Οθωμανών το 1715[6]. Η Γαληνότατη είχε χάσει οριστικά την εξέχουσα θέση της στην Μεσόγειο[18].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Setton, σελ. 107
  2. 2,0 2,1 Αγγλικά κρατικά έγγραφα
  3. Setton, σελ. 115
  4. Setton, σελ. 112
  5. Setton, σελ. 148
  6. 6,0 6,1 Miller, σελ. 196
  7. Setton, σελ. 146
  8. Setton, σελ. 147
  9. Setton, σελ. 194
  10. Setton, σελ. 216 - 218
  11. Setton, σελ. 224 - 225
  12. Setton, σελ. 225
  13. Setton, σελ. 226
  14. Setton, σελ. 227 - 228
  15. Setton, σελ. 228
  16. Faroqhi, σελ. 22
  17. Holt, Lambton & Lewis, σελ. 631
  18. Cooper, σελ. 232

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αγγλικά κρατικά έγγραφα για την πολιορκία του Χάνδακα

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γιάννης Γρυντάκης, H αφορμή του Kρητικού Πολέμου (1645-1669),Κρητολογικά Γράμματα, τομ. 3/4 (1991),σελ. 191-193