Ωφελιμισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
 Η ηθική θεωρία του ωφελιμισμού αναπτύχθηκε από τους Άγγλους φιλοσόφους Τζέρεμι Μπένθαμ Τζον Στιούαρτ Μιλ και Χέρμπερτ Σπένσερ.  Η ηθική θεωρία του ωφελιμισμού αναπτύχθηκε από τους Άγγλους φιλοσόφους Τζέρεμι Μπένθαμ Τζον Στιούαρτ Μιλ και Χέρμπερτ Σπένσερ.
Η ηθική θεωρία του ωφελιμισμού αναπτύχθηκε από τους Άγγλους φιλοσόφους Τζέρεμι Μπένθαμ Τζον Στιούαρτ Μιλ και Χέρμπερτ Σπένσερ.

Ο ωφελιμισμός (αγγλικά:Utilitarianism, από τα λατ. utilis= χρήσιμο, ωφέλιμο) είναι ένα από τα λεγόμενα «συνεπειοκρατικά» (consequentialist) συστήματα ηθικής, σύμφωνα με τα οποία κριτήριο της ηθικής ορθότητας μιας πράξης είναι οι συνέπειες της πράξης. Σύμφωνα με τους ωφελιμιστές φιλοσόφους σκοπός των πράξεων μας πρέπει να είναι η μεγαλύτερη κατά το δυνατόν ωφέλεια για τον μεγαλύτερο κατά το δυνατόν αριθμό ατόμων[1]. Όπου με τον όρο ωφέλεια εννοούμε κυρίως την ευημερία. Ο ωφελιμισμός είναι η ορθολογική, και η πιο διαδεδομένη και σημαντική, εκδοχή της συνεπειοκρατίας. Άλλες εκδοχές είναι η «εγωιστική» συνεπειοκρατία (ηθικός κανόνας θεωρείται η ωφέλεια του εαυτού) και η αλτρουιστική συνεπειοκρατία (ηθικός κανόνας θεωρείται η ωφέλεια των άλλων).

Η ωφελιμιστική ηθική κατά κάποιο τρόπο αντιπαρατίθεται με τη δεοντολογική ηθική (πχ Καντ) και με τη ηθική των αρετών (πχ Αριστοτέλης). Για παράδειγμα η δεοντολογική ηθική μπορεί να φέρεται να υποστηρίζει ότι σε καμία απολύτως περίπτωση δεν πρέπει να λέμε ψέματα, ενώ η ωφελιμιστική μπορεί να φέρεται να δικαιολογεί το ψέμα σε ιδιαίτερη περίπτωση που για παράδειγμα ψευδόμενοι προφυλάσσουμε κάποιον αθώο από κάποιο κίνδυνο.

Η ωφελιμιστική ηθική είναι βασικά η ηθική των Βρετανών φιλοσόφων Τζέρεμι Μπένθαμ, Τζον Στιούαρτ Μιλλ και Χέρμπερτ Σπένσερ. Περιέχεται περιληπτικά στη θεωρία του Χομπς. Οι ωφελιμιστικοί ηθικολόγοι χρησιμοποιούν σχεδόν πάντα, χωρίς διάκριση, τις λέξεις ευτυχία και όφελος, συμφέρον ή χρησιμότητα. Εκείνο που επιτρέπει στην ευτυχία και το συμφέρον να έχουν κάποια σχέση ομοιότητας, είναι το γεγονός ότι αυτό που είναι σύμφωνο με το συμφέρον μας, είναι πάντα για μας και πηγή ευτυχίας. Ο Μπένθαμ (1748-1832) βάσισε την ηθική του θεωρία στην αριθμητική των ηδονών. Εκτιμώντας δηλαδή τις ηδονές, εξετάζει μόνο τους ποσοτικούς χαρακτήρες τους (ένταση, διάρκεια κλπ.), χωρίς να είναι δεδομένη μεταξύ τους καμιά διαφορά ποιότητας. Ο Τζον Στιούαρτ Μιλλ, στο βιβλίο του Ωφελιμισμός (1861) ξεχωρίζει αντίθετα τις ηδονές σε υψηλού επιπέδου και σε χαμηλού επιπέδου και θεωρεί τη δίκαιη και φιλάνθρωπη συμπεριφορά ανάμεσα στους ανθρώπους ως πηγή των υψηλότερων τέρψεων. Σύμφωνα πάλι με το Σπένσερ, από αυτόν καθαυτό τον νόμο της εξέλιξης, πηγάζει μια προοδευτική αρμονία, η οποία τελικά θα εκπληρωθεί είτε με την ευτυχία του καθενός ξεχωριστά, είτε με την ευτυχία όλων μαζί. Όταν η αρμονία πραγματοποιηθεί στην εντέλεια, τότε οι άνθρωποι θα δείξουν οι μεν προς τους δε αμοιβαία αφοσίωση, όχι πλέον από καθήκον, αλλά από γνήσια επιθυμία και πίστη. Αν έχουμε, λοιπόν, μπροστά στα μάτια μας τη ζωηρή αναπαράσταση της ευτυχισμένης αυτής κατάστασης του μελλοντικού κόσμου, τότε θα κάνουμε από τώρα, με ενθουσιασμό, αυτό που πρέπει για να προετοιμάσουμε και να επιταχύνουμε την επικράτηση της επιθυμητής αρμονίας.

Πολλοί θεωρούν ότι ο ωφελιμισμός συνδέεται έμμεσα με τον ηδονισμό του Αριστίππου και τον αρχαίο ευδαιμονισμό, αλλά ωστόσο υπάρχει η σημαντική διαφορά ότι ο ηδονισμός του Αριστίππου ήταν ατομιστικός/εγωιστικός.

Κριτική του ωφελιμισμού [Επεξεργασία]

Οι εισηγητές της θεωρίας του ωφελιμισμού θεώρησαν ότι η ηθική αξία των πράξεών μας θα πρέπει να υπολογίζεται όχι βάσει των κινήτρων ή των προθέσεών μας, που έχουν ψυχολογική σημασία και συνεπώς, υποκειμενική υφή, αλλά βάσει των συνεπειών τους, οι οποίες μπορούν να εκτιμηθούν αντικειμενικά. Σε μια τέτοια περίπτωση, ελλοχεύει ο κίνδυνος της ηθικής αδράνειας. Από τη στιγμή που οι συνέπειες μιας πράξης δεν προηγούνται, αλλά προκύπτουν στο απώτερο μέλλον, όταν κατορθώσει να ελέγξει τις συνέπειες που θα είχε η απόφασή του,το άτομο, ο έλεγχος αυτός θα ήταν άνευ σημασίας για την λήψη της συγκεκριμένης απόφασής του, αφού θα έχει εκλείψει η ευκαιρία που του είχε παρουσιασθεί να αποφασίσει. Άλλωστε η πρόβλεψη των επιπτώσεων των πράξεών μας, κάτι όχι αντικειμενικό, ανατρέπει την πρόθεση του ωφελιμισμού να στηρίξει το ηθικό χρέος επί αντικειμενικών κριτηρίων.[2]

Παραπομπές [Επεξεργασία]

  1. Βιρβιδάκης Σ., Αρχές Φιλοσοφίας, σελ.142
  2. Θεοδόσιος Πελεγρίνης, Ηθική Φιλοσοφία, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1997, σελ.110-112

Βιβλιογραφία [Επεξεργασία]

  • Θεοδόσιος Πελεγρίνης, Ηθική Φιλοσοφία, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1997,σελ.89-121