Φαίδρος (διάλογος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Plato-raphael.jpg

Πλάτων, λεπτομέρεια στο κέντρο της σύνθεσης του Ραφαήλ «Σχολή των Αθηνών»

{{

III.ΤΕΤΡΑΛΟΓΙΑ


Platonis Opera, ed. John Burnet, Oxford University Press, 1903 (Φαίδρος)

}}
Phaistos glyph 12.svg
{|width="240px" align="center" cellspacing="4" cellpadding="4" style="border: 1px solid #ccc; font-size: 90%; padding: 4px; margin: 0 1em; margin-center:0; background-color: #FFFCF5;clear:center;"

|- |align="left"| «Ώ αγαπητέ μου Πάνα και σείς οι άλλοι θεοί της περιοχής εδώ, βοηθείστε με να γίνω ωραίος μέσα μου, στην ψυχή μου. Και όσα εξαιρετικά χαρίσματα έχω, να είναι φιλικά με όσα έχω μέσα μου. Πλούσιο να νομίζω τον σοφό. Και τόσο χρυσάφι να έχω όσο να μην μπορεί να σηκώσει ή να μεταφέρει παρά μόνον ο σώφρων» Επίλογος [279]. |- |align="right"| |}

Απόδοση στη νεοελληνική
Η αρχή του Φαίδρου σ΄ ένα από τα σημαντικότερα χειρόγραφα του Πλάτωνα του Codex Clarkianus 39 στη Βιβλιοθήκη Μπόντλιαν (Bodleian Library) του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Ο Φαίδρος είναι διάλογος του Πλάτωνα που διαδραματίζεται σε ένα σημείο της όχθης του Ιλισού, κάτω από ένα πανύψηλο πλατάνι, όπου φέρεται ο Σωκράτης να συζητεί με τον νεαρό μαθητή του Φαίδρο, σχετικά με τον έρωτα και τη ρητορική, παίρνοντας αφορμή από ένα λόγο που είχε απαγγείλει λίγο προηγουμένως ο ρήτορας Λυσίας στον Φαίδρο.[1] Γράφτηκε κατά την περίοδο της ωριμότητας (μέση χρονική περίοδος 386 - 367 π.Χ..[2] Το πρώτο μέρος του διαλόγου είναι αφιερωμένο στον έρωτα και το δεύτερο στη ρητορική.

Το φτερωτό άρμα της ψυχής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σωκράτης περιγράφει την ψυχή ως μια αθάνατη ουσία η οποία κινείται στον υπερουράνιο χώρο διαιρεμένη σε τρία μέρη, τα δύο από τα οποία έχουν μορφή αλόγου και το τρίτο μορφή ηνιόχου, το ένα κακότροπο, που συμβολίζει το αισθησιακό στοιχείο του ανθρώπου και την ευτέλεια της σάρκας, και το άλλο πνευματικό, που συγγενεύει με τους θεούς και μπορεί να ατενίζει το υπερουράνιο κάλλος. Το ένα, λοιπόν, από τα δύο άλογα, αυτό που είναι στην καλύτερη θέση, έχει σώμα στητό και καλοδεμένο, τον αυχένα του ψηλό, τη μύτη του γαμψή, είναι άσπρο, με μαύρα μάτια, είναι φιλότιμο, συνετό και σεμνό, αγαπάει την αληθινή δόξα, δεν έχει ανάγκη από χτυπήματα, αλλά καθοδηγείται μόνο με λόγο και το παράγγελμα· το άλλο, πάλι, έχει στραβό σώμα, είναι παχύ, κακοσχηματισμένο, με χοντρό αυχένα και κοντό λαιμό, πλατυπρόσωπο, μαύρο με μάτια γκριζογάλαζα και αιματώδη, ρέπει στην ύβρη και τη αλαζονεία, είναι κουφό και έχει τριχωτά αυτιά, και πολύ δύσκολα υπακούει στα χτυπήματα με το μαστίγιο και στα κεντρίσματα. Όταν λοιπόν ο ηνίοχος δει το ερωτικό όραμα, και με τι αισθήσεις θερμάνει ολόκληρη τη ψυχή του από αυτή τη θέα και βαθμιαία ο ίδιος γεμίσει από τα προκλητικά κεντρίσματα του πόθου, το άλογο που είναι υπάκουο στον ηνίοχο, επειδή και τότε -όπως και πάντα- συγκρατιέται από τη σεμνότητα, ελέγχει τον ευατό του και δεν πηδά πάνω στον αγαπημένο· όμως το άλλο άλογο δεν δίνει σημασία ούτε στο μαστίγιο, ούτε στα κεντρίσματα του ηνιόχου, πετάγεται απότομα και με βία προς τα μπρος και ταλαιπωρώντας με κάθε τρόπο το σύντροφό του και τον ηνίοχο, τους αναγκάζει να ορμήσουν επάνω στον αγαπημένο και να θυμηθούν την ομορφιά των ηδονών. Και βέβαια αυτοί στην αρχή αγανακτούν και αντιστέκονται καθώς νιώθουν να αναγκάζονται να κάνουν φοβερά πράγματα· όμως στο τέλος, όταν δε βρίσκει τέρμα το κακό άλογο, αφήνονται να συρθούν από το κακό άλογο, υποχωρώντας και συμφωνώντας να κάνουν ό,τι εκείνο τους διατάζει. Όταν αντικρίζει την όψη αυτή ο ηνίοχος, με τη μνήμη του του γυρίζει πίσω, στην πρωταρχκή φύση της ομορφιάς, και τη βλέπει πάλι να δεσπόζει, συνοδευόμενη από τη σωφροσύνη, επάνω σ΄ ένα βάθρο αγνότητας. [253c-254b].

Οι τρεις μύθοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τρεις μύθοι παρεμβάλλονται στη φιλοσοφική συζήτηση του διαλόγου «Φαίδρος» (από το όνομα του μοναδικού εδώ, συνομιλητή του Σωκράτη). Στον πρώτο μύθο ο Πλάτων αναδιηγείται τον ποιητικό μύθο της αρπαγής της Ωρείθυιας από τον Βορέα, που έγινε στον τόπο όπου ο Σωκράτης για πρώτη φορά έξω από τα τείχη της πόλης και όχι στη πολυσύχναστη αγορά της θα διαλεχθεί με τον Φαίδρο.[3]

Βορέας και Ωρείθυια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο Φαιδρος βγήκε με τον Σωκράτη προς τον Ιλισσό, εκεί που ήτανε κάποιος βωμός του Βορέα τον ρωτάει πολύ χαρακτηριστικά: «Για πες μου, Σωκράτη, απ΄εδώ κάπου δεν λένε, πως άρπαξε ο Βορέας την Ωρείθυια; Εσύ πιστεύεις, πως είναι αληθινό αυτό τό μυθολόγημα».
- Μα αν δε πίστευα, όπως οι σοφοί, δεν θα έκανα τίποτε το παρόλογο· και θα σοφιζόμουνα και θα έλεγα, πως κάποιο δυνατό φύσημα του Βοριά, την ώρα που εκείνη έπαιζε με την Φαρμακεία, την έσπρωξε κατά τους βράχους εκεί κοντά, κι αφού πήγε από τετοιο θάνατο, βγήκε ο λόγος, πως την άρπαξε ο Βορέας ή από τον Άρειο Πάγο, γιατί κι αυτό λέγεται, πως απ΄εκεί την πέρα την άρπαξε και όχι απ΄εδώ. Εγώ όμως, Φαίδρε, βρίσκω, πως αυτά τα πράγματα έχουνε βέβαια τη χάρη τους, αλλά χρειάζεται να είναι κανείς πολύ δυνατός σ΄ αυτά και να καταπονιέται πολύ και δεν είναι να τον καλοτυχάει κανείς, όχι βέβαια γι΄ άλλο τίποτε, παρά γιατί θα είναι αναγκασμένος έπειτα απ΄ αυτό να αποκαταστήσει με το νούν του και τη μορφή των Ιπποκενταύρων κι έπειτα τη μορφή της Χίμαιρας κι΄ ύστερα πλακώνουν πλήθος τέτοια, Γοργόνες και Πήγασοι κι άπειρα άλλα ανεξήγητα, τερατόμορφα όντα με τις αλλοκοτιές τους. Αν λοιπόν δεν δώσει κανείς πίστη σ΄ αυτά και κοιτάξει να συνταιριάζει το καθένα καταπώς φαίνεται να έγινε, θα χάσει πολύν καιρό, αφού θα έχει να κάμει με τόσο άξεστη σοφία. Κι εμένα δεν μου μένει καθόλου καριρός γι΄αυτά.[4]

Ο μύθος των τζιτζικιών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«μουσικὴν ποίει καὶ ἐργάζου». Φαίδων [60e].


Για να αναχαιτίσει ο Σωκράτης την επερχόμενη νύστα και αργίαν της διανοίας του συνομιλητή του, μέσα στην ενοχλητική πια ζέστη του θέρους, του προσφέρει ως «αναψυκτικό» αλλά και ως θεϊκή επιταγή το μύθο των τζιτζικιών, πείθοντας τον ότι, μιμούμενοι τα τζιτζίκια, επιτελούμε έργο που βρίσκεται κάτω από την προστασία των μουσών. [259b-259d].Λένε δηλαδή ότι τα τζιτζίκια ήταν -ένα καιρό- άνθρωποι, από εκείνους που έζησαν πριν γεννηθούν οι Μούσες· αργότερα όταν γεννήθηκαν οι Μούσες και ακούστηκε για πρώτη φορά στον κόσμο το τραγούδι, μερικοί από τους παλιοκαιρίσιους εκείνους τόσο πολύ συναπάρθηκαν από το αναγάλλιασμα, που βάλθηκαν να τραγουδούν και αδιαφόρησαν για φαγητό και πιοτό, ώστε πέθαναν χωρίς να το καταλάβουνε ότι σωνότανε η ζωή τους.

Πέθαναν και μετά φάνηκε στο κόσμο η ράτσα των τζτζικιών - δικό τους βλάστημα - και οι Μούσες τους δώσανε αυτή τη χάρη: να μην έχουν στη ζωή τους άναγκη από τροφή, αλλά να τραγουδούν από τη στγμή που γεννήθηκαν χωρίς να τρων και να πίνουν ως την ώρα του θανάτου τους· τότε πάνε και βρίσκουν τις Μούσες και τους φέρνουν τα νέα: ποιος από τους ανθρώπους που ζουν στον κόσμο μας τις δοξάζει και ποιαν ξεχωριστά από τις εννιά. Με όσα τους τους λένε, η Τερψιχόρη δείχνει μεγαλύτερη αγάπη σ΄ εκείνους που τη δοξάζουν με το χορό τους, η Ερατώ σ΄ όσους τη δοξάζουν με τους έρωτές τους και οι υπόλοιπες το ίδιο, ανάλογα με τη λατρεία που στην καθεμιά τους προσφέρουμε. Τέλος στην πρωτότοκη, την Καλλιόπη, και στην Ουρανία, τη δεύτερη έρχονται και τους λένε τα ονόματα εκείνων που περνούν τη ζωή τους δοσμένοι στη φιλοσοφία και δοξάζουν τη μουσική τέχνη, που βρίσκεται κάτω από την ιδιαίτερη προστασία τους· και τότε αυτές, καθώς έχουν να κάνουν περισσότερο απ΄ τις άλλες Μούσες με στοχασμούς πάνω σ΄ ότι συμβαίνει στα ουράνια, πάνω στα θεϊκά και τα ανθρώπινα, αφήνουν ν΄ ακουστεί η πιο αρμονική μελωδία.[5]

Ο Θευθ ανακαλύπτει το αλφάβητο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μακρόσυρτη φιλοσοφική συζήτηση του Φαίδρου πλησιάζει προς το τέλος της. Όπως όλες οι συζητήσεις του Σωκράτη, όχημα της είχε τον προφορικό λόγο, που διακόπηκε μόνο όταν ο Φαίδρος διάβασε γραμμένο λόγο του Λυσία για τον έρωτα, το περιεχόμενο του οποίου ανέτρεψε ο Σωκράτης. Μάλιστα έτσι αποδείχθηκε ότι ο προφορικός λόγος είναι αποτελεσματικότερος από τον γραπτό και προώθησε σημαντικά την έρευνα του θέματος που τους απασχολούσε και ο Σωκράτης αδράχνει την ευκαιρία να εκθέσει την ανωτερότητα του αυτή επινοώντας ένα μύθο με εξωτική χροιά, μια και η συζήτηση του Θευθ με τον Θαμού γίνεται στην απόμακρη και σχεδόν μυθική για τους αρχαίους μυστηριώδη Αρχαία Αίγυπτο.

Έχω ακουστά ότι στα μέρη της Ναύκρατης, στην Αίγυπτο, λατρεύουν ένα πανάρχαιο θεό του τόπου· κι έχει για ιερό πουλί το γνωστό με το όνομα Ίβις· τον θεό τον ίδιο τον λένε Θευθ. Κατά τα λεγόμενά τους λοιπόν, αυτός βρήκε πρώτος τους αριθμούς και τον λογαριασμό και την γεωμετρία και την αστρονομία κι ακόμα τα παιχνίδια με τους πεσσούς και τα ζάρια και τελευταία, αυτό που μας ενδιαφέρει: το αλφάβητο

Σε ολόκληρη την Αίγυπτο τότε βασίλευε ο Θαμούς και είχε στο θρόνο του στη μεγάλη πολιτεία της πάνω χώρας, αυτή που οι Έλληνες την ξέρουν ως Θήβα Αιγυπτιακή και τον θεός της ως Άμμωνα. Πήγε λοιπό ο Θευθ και βρήκε αυτό τον βασιλιά και τοπυ έδειξε τις τέχνες του και του είπε ότι πρέπει να τις κάνουν γνωστές και στους υπόλοιπους Αιγυπτίος. Τότε ο βασιλιάς τον ρώτησε σε τι μπορεί η καθεμιά τους να σταθεί χρήσιμη· κι ενόσω λοιπόν ο Θευθ τις εξηγούσε μια προς μια, ο Θαμούς, καθώς άλλα έβρισκε ωρία κι άλλα όχι, έψεγε τα δεύτερα και παίνευα τα πρώτα. Έτσι λένε ο Θαμούς έλεγε το τι σκεφτόταν για τη καθεμιά τέχνη στο Θευθ, παινέματα και κατηγόριες, κρίσεις ένα σωρό, που καιρός τώρα να τις αναφέρουμε όλες!

Όταν τέλος η συζήτηση έφθασε στο αλφάβητο, είπε ο Θευθ: «Βασιλιά μου, οι Αιγύπτιοι θα γίνουν σοφότεροι μαθαίνοντας τα γράμματα και θα γίνουν ικανότεροι στην μνήμη· μνημονικό και μόρφωση έχουν βρει το φάρμακο τους!». Όμως ο βασιλιάς του είπε: «Θευθ, αξεπέραστε στις εφευρέσεις· άλλοι είναι ικανοί να γεννήσουν νια τέχνη κι άλλοι να κρίνουν πόση ωφέλεια ή ζημιά φέρνει η τέχνη αυτή σ΄ όσους θα την χρησιμοποιήσουν. Δες τώρα, είπες κι εσύ, από αγάπη, σαν πατέρας των γραμμάτων, το αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που μπορούν να δώσουν. Γιατί αυτή σου η εφεύρεση θα φέρει χαλάρωμα στο μνημονικό εκείνων που θα τη μάθουν γιατί θα αδιαφορήσουν για την εξάσκησή του· περνά από το νου σου ότι, με το να βασανίζονται στα γράμματα, το μυαλό τους θα ανιστορεί τα όσα έμαθε με τη βοήθεια κάποιου που έρχεται από έξω, με ξένα σημάδια κι όχι από μέσα τους, από τη δύναμη του δικού τους μνημονικού· που πάει να πει ότι το φάρμακο που βρήκε δεν είναι για το μνημονικό, είναι για την υπόμνηση. Αυτό που με τη βοήθειά σου θ΄ αποχτήσουν οι μαθητές είναι σοφία για τα μάτια του κόσμου κι όχι η αληθινή· γιατί συσσωρεύοντας μέσα τους γνώσεις πολλές δίχως να μαθητέψουν σε δασκάλους θα φανταστούν ότι έχουν πολύ μυαλό, ενώ οι περισσότεροί τους δεν έχουν καθόλου και θα γίνουν ανυπόφοροι στις συζητήσεις, αφού εκεί που περιμέναμε να γίνουν σοφοί, έγιναν δοκησίσοφοι».[274c-275b].[6]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Γιάννης Λάμψας, Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου, τόμ. Δ, σελ. 744
  2. Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, Εισαγωγή στον Πλάτωνα «Χρονολόγηση πλατωνικών έργων», σ. 98 Πανεπιστημιακές παραδόσεις, 1964
  3. [229b-230a].
  4. Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, όπ.π. σ. 252
  5. Πλάτωνος Μύθοι, μτφ. Ηλίας Σπυρόπουλος, εκδ. Ζήτρος σ. 172, 2003, ISBN 960-7760-91-3
  6. Πλάτωνος Μύθοι, μτφ. Ηλίας Σπυρόπουλος, εκδ. Ζήτρος σ. 177, 2003, ISBN 960-7760-91-3