Σούλι Θεσπρωτίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το Σούλι είναι ιστορική και γεωγραφική περιοχή της Κεντρικής Ηπείρου κι αποτελεί μια ομοσπονδία χωριών[1], γνωστών ως "Σουλιωτοχώρια". Τυπικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι συνορεύει ανατολικά με την "Λάκκα Σουλίου" του Νομού Ιωαννίνων, τα χωριά του Νομού Πρεβέζης στα νότια και στα βόρεια και δυτικά με τα υπόλοιπα χωριά του Νομού Θεσπρωτίας. Βρίσκεται ανάμεσα στα όρη Μούργκα (1.340 m), Ζαβρούχο (1.137 m), Τούρλια (1.082 m) καθώς επίσης και στη συμβολή του Αχέροντα με τον παραπόταμό του Τσαγκαριώτικος. Στους πρόποδες των χωριών βρίσκονται αντικριστά δύο λόφοι, σημαντικοί από άποψης τόσο γεωγραφικής όσο και ιστορικής, το Κούγκι και η Κιάφα. Πάνω από την Κιάφα υπάρχει ο βράχος της Μπίρας.

H όλη περιοχή του Σουλίου είναι ορεινή, απότομη, άγρια αλλά συνάμα μαγευτική (Α. Κάλβος). Φαίνεται δε, πως οι πρώτοι οικιστές της περιοχής δεν το επέλεξαν τυχαία. Κι αυτό διότι το Σούλι είναι ένα φυσικό, γιγάντιο φρούριο[1].

Ετυμολογία του ονόματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:

Κατά καιρούς έχουν αναφερθεί διάφορες απόψεις για την προέλευση του ονόματος: ο Χριστόφορος Περραιβός που γνώρισε προσωπικά τους Σουλιώτες στις αρχές του 19ου αιώνα αναφέρει την τοπική παράδοση ότι οφείλεται σε κάποιον Τουρκαλβανό Σούλη που είχε φονευθεί σ' αυτή την τοποθεσία. Ο ιστορικός Κωσταντίνος Πανταζής [εκκρεμεί παραπομπή] ότι στην περιοχή της Ηπείρου κατοικούσε μια από τις πρώτες αρχαίες ελληνικές φυλές οι Σελλοί, (Ιλιάδα Η 234), περίπου το 800 π.Χ. Από τους Σελλούς εικάζεται [εκκρεμεί παραπομπή] ότι πήρανε το όνομα οι Έλληνες. Ο ποιητής Ανδρέας Κάλβος στην ωδή του "Eις Σούλι" συνδέει το Σούλι με τη χώρα των Σελλών[2]. Άλλοι [εκκρεμεί παραπομπή] σχετίζουν το Σούλι με τους Συλίονες που αναφέρει ο Στέφανος ο Βυζάντιος, ενώ άλλοι [εκκρεμεί παραπομπή] με την πόλη "Σόλιον", που αναφέρει ο Θουκυδίδης, (Β 30). Ο Π. Φουρίκης[3] θεωρεί την ονομασία αλβανική εκ του "σούλα" που σημαίνει άκρη σκοπιάς, βίγλα, όνομα που έδωσαν στη περιοχή αυτή οι πρώτοι αλβανόφωνοι οικιστές της. Ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης ετυμολογεί το Σούλι από το αλβανικό suli, που σημαίνει αιχμηρή κορυφή (βουνού).[4] Κατά μια άλλη άποψη η λέξη Σούλι προέρχεται από την αλβανική λέξη shul, που μεταξύ άλλων σημαίνει πάσσαλος, δοκάρι, κορυφή, λόφος.[5]

Καταγωγή των Σουλιωτών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτοι οικισμοί στην περιοχή του Σουλίου έγιναν κατά πάσα πιθανότητα τον 16ο αιώνα[1]. Οι πρώτοι αυτοί κάτοικοι κατάγονταν από τα γύρω χωριά αλλά και από περιοχές της Νοτίου Αλβανίας (Βορείου Ηπείρου)[1][6]. Ήταν δε, Αρβανίτες στην καταγωγή, κατά κύριο λόγο, ενώ υπήρχαν Παραμυθιώτες και Λελοβίτες[1]. Σχημάτισαν τέσσερα χωριά: ΣούλιΚακοσούλι), Σαμονίβα, Κιάφα και ΑβαρίνοΤετραχώρι). Αργότερα, κτίστηκαν κι άλλα επτά χωριά: Τσεκούρι, Αλποχώρι, Παλιοχώρι (Παλιοκατούντα), Γκιονάλα, Περιχάτι, Βίλια και Κοντάντες (Εφταχώρι). Κατά τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, οι Σουλιώτες "ήταν κράμα Ελλήνων κι εξελληνισμένων Αλβανών" και συνεχίζει λέγοντας πως "η αλβανική εκράτυνε το μάχιμον της ελληνικής πνεύμα, η δε ελληνική ενεφύσησεν εις την αλβανικήν τα ευγενέστερα αισθήματα της φιλοπατρίας, της φιλομαθείας και της ευνομίας" [7]. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ανεξαρτήτως των καταβολών τους, οι Σουλιώτες είχαν ελληνική εθνική συνείδηση[1][6][8] [9]. Διακρίθηκαν σε όλους τους αγώνες για την απελευθέρωση της Ελλάδας κι έγιναν θρύλοι για τις πολεμικές τους ικανότητες και τις άλλες αρετές τους.

Γλώσσα των Σουλιωτών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επίσημη γλώσσα ήταν ελληνική ενώ καθημερινή η αρβανίτικη διάλεκτος[1].

Σουλιώτικες φατρίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Σουλιώτες κατοικούσαν στα 11 προαναφερθέντα χωριά, ήταν χωρισμένοι δε σε 47 πατριές (φατριές) ή "φάρες" όπως τις αποκαλούσαν. Οι σημαντικότερες από αυτές, έφεραν τα ακόλουθα ονόματα:

Πολλές από αυτές τις οικογένειες φέρεται να έχουν πάρει μέρος στους αγώνες του Γεώργιου Καστριώτη Σκεντέρμπεη και του γιου του Ιωάννη Καστριώτη του νεώτερου, για την αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού από την ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου[10] [6] [11]. Η αναφορά αυτή αποδεικνύει ότι οι Σουλιώτες ήταν χριστιανοί και συνδέονται με τους Βυζαντινούς και Ιλλύριους μισθοφόρους στρατιώτες γνωστούς ως Stratioti. Ίσως αυτό δικαιολογεί την στρατιωτική τους ικανότητα αλλά και την αντίθεση τους με τους τουρκαλβανούς της ευρύτερης περιοχής.

Διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάθε φάρα είχε το δικό της αρχηγό. Το αξίωμα αυτό ήταν κληρονομικό. Όλοι οι αρχηγοί των φαρών συγκροτούσαν το "Κριτήριον της Πατρίδος". Το έργο της "κυβέρνησης" αυτής ήταν η συλλογή των φόρων κι η απόφαση για τους στρατεύσιμους. Υπήρχε δικαστική εξουσία, η οποία βασιζόταν στο εθιμικό δίκαιο. Ανώτατη εξουσία ήταν το "Γενικόν Συνέδριον", στο οποίο συμμετείχαν οι αρχηγοί κάθε φάρας κι όσοι είχαν διακριθεί για τις αρετές τους. Αυτοί αποφάσιζαν για πόλεμο ή ειρήνη και ρύθμιζαν τις εξωτερικές σχέσης της "Σουλιώτικης Συμπολιτείας". Πρωτεύουσα θεωρούταν το Σούλι[1].

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν την Ελληνική Επανάσταση, το Σούλι αριθμούσε περίπου 15.000 άτομα. Μετά, οι λιγοστοί εναπομείναντες Σουλιώτες διασκορπίστηκαν σε όλη την Ελλάδα[1].

Στρατός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα χωριά του Σουλίου αριθμούσαν περί τους 2.500 ένοπλους, λιτοδίαιτους, ολιγαρκείς και σκληραγωγημένους άντρες. Χαρακτηριστικό είναι ότι κι οι γυναίκες έπαιρναν πολλές φορές μέρος στις μάχες[1].

Ήθη, έθιμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χαρακτηριστικό των Σουλιωτών ήταν η τυφλή πειθαρχία στους αρχηγούς, ειδικά κατά την περίοδο πολέμου. Θεωρούσαν την ελευθερία πιο πολύτιμο αγαθό κι από την ίδια τους τη ζωή. Είχαν αυστηρά ήθη και σέβονταν τις γυναίκες. Τιμούσαν όσους επιδείκνυαν ηρωισμό στις μάχες και απόπαιρναν τους δειλούς. Διακρίνονταν για την τήρηση των συμφωνιών τους (μπέσα) και τιμωρούσαν με θάνατο όσους παρέβαιναν τις ηθικές αρχές. Ίσχυε η αντεκδίκηση ("βεντέτα") κι ήταν μάλιστα απαράβατος νόμος. Κύρια γνωρίσματά τους ήταν ακόμη η φιλοπατρία, η αφιλοχρηματία κι η μεγαλοψυχία προς τους ηττημένους. Δεν έκοβαν τα μαλλιά τους, φορούσαν την παραδοσιακή φουστανέλα κι επίσημο όργανο ήταν ο ταμπουράς[1].

Τρόπος ζωής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζούσαν με όσα παρήγαν από την κτηνοτροφία και τα ελάχιστα γεωργικά προϊόντα που τους προσέφερε η ορεινή γη τους. Κύρια πηγή εσόδων, όμως, ήταν τα λάφυρα των επιδρομών τους στα χωριά της Θεσπρωτίας, τα οποία υπέτασσαν κι υποχρέωναν τους κατοίκους να πληρώνουν φόρο. Ταυτόχρονα, όμως, τους προστάτευαν από τους κάθε λογής κινδύνους[1].

Dupre - Vasilis Goudas.jpg

Σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Σουλιώτες που επέζησαν δεν επέστρεψαν στο Σούλι. Όπως προαναφέρθηκε, διασκορπίστηκαν σε όλη την Ελλάδα. Σήμερα, σώζεται μόνο η Σαμονίβα, με ελάχιστους κατοίκους, που μάλλον δεν έχουν σχέση με τους Σουλιώτες. Τέλος, σώζονται μερικά ερείπια του Κουγκίου και της Κιάφας, καθώς επίσης και τα διάσημα "Πηγάδια" στη Σαμονίβα[1].

Περισσότερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τμήμα "Ετυμολογία του ονόματος" πάρθηκε από το Σουλιώτες. Για περισσότερα, βλ. Σουλιώτες.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,00 1,01 1,02 1,03 1,04 1,05 1,06 1,07 1,08 1,09 1,10 1,11 1,12 Σούλι. 54. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα. σελ. 414–415. 
  2. «Φυσάει σφοδρός ο αέρας, και το δάσος κυμαίνεται της Σελλαιΐδος», Ανδρέας Κάλβος, Λυρικά, Ωδή πέμπτη, στ. 3
  3. Π. Φουρίκης. Ημερολόγιο Μεγάλης Ελλάδος. Αθήνα 1922 σελ. 4
  4. Λεξικό τής Νέας Ελληνικής Γλώσσας, έκδοση β, 2005, λήμμα Σούλι
  5. Χαράλαμπος Π. Συμεωνίδης, Ετυμολογικό Λεξικό των Νεοελληνικών Οικωνυμίων, Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου, Λευκωσία – Θεσσαλονίκη, 2010, τ. Β΄, σ. 1295
  6. 6,0 6,1 6,2 Καργάκος, Σαράντος (2000). Αλβανοί, Αρβανίτες, Έλληνες (Β' έκδοση). Ι. Σιδέρης. 
  7. "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", Κ. Παπαρρηγόπουλος, σχολιασμοί Καρολίδη, ερμηνευτικά σχόλια, διευκρινιστικές σημειώσεις, κυρίως κείμενο για τους Σουλιώτες
  8. "Ελλήνων Τόποι", Πατριδογνωσία, τόμος 4ος, Ήπειρος, "Το Σούλι"
  9. "Ιστορία του Σουλίου και Πάργας", Χ. Περραιβός, τόμος Α'
  10. "Ελλήνων Τόποι", Πατριδογνωσία, τόμος 4ος, Ήπειρος, "Το Σούλι"
  11. "Ιστορία του Σουλίου και Πάργας", Χ. Περραιβός, τόμος Α', τόμος Β', διευκρινιστικά σχόλια, σχολιασμός από τον συγγραφέα στο θέμα του Καστριώτη αλλά και στην Ιστορία της Ηπείρου

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, τόμος 54, λήμμα Σούλι
  • "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", Κ. Παπαρρηγόπουλος
  • "Ιστορία του Σουλίου και Πάργας", Χ. Περραιβός
  • "Ελλήνων Τόποι", Πατριδογνωσία
  • "Σουλιώτικα ανάλεκτα", Β. Κραψίτης
  • "Αλβανοί, Αρβανίτες, Έλληνες", Σ. Καργάκος
  • "Μνήμη Σουλίου", συλλογικό έργο
  • "Αρβανίτες, οι Δωριείς του νεώτερου Ελληνισμού", Κ. Μπίρης, 1960
  • Συνωστισμένες στο Ζάλογγο. Οι Σουλιώτες, ο Αλή Πασάς και η αποδόμηση της ιστορίας, Γιώργος Καραμπελιάς, εκδ.Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2011
  • Σούλι και Σουλιώτες, Βάσω Ψιμούλη, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2005