Ρόμπερτ Φάλκον Σκοτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Ρόμπερτ Φάλκον Σκοτ

Ο Ρόμπερτ Φάλκον Σκοτ (Robert Falcon Scott, 6 Ιουνίου 186829 Μαρτίου 1912) ήταν αξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού της Βρετανίας, που έγινε γνωστός από τις δύο αποστολές εξερεύνησης της Ανταρκτικής. Η πρώτη ήταν η "αποστολή Discovery" από τη Βρετανία, μεταξύ του 1901–04, και η δεύτερη η αποστολή για την ανακάλυψη του Νότιου Πόλου ("αποστολή Terra Nova"), μεταξύ των ετών 1910-13.

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης, τα μέλη της αποστολής της οποίας ηγούνταν, έφτασαν μέχρι τον Πόλο, τον οποίο όμως είχε προλάβει να ανακαλύψει λίγες μέρες νωρίτερα ο Νορβηγός Ρόαλντ Αμούνδσεν. Απογοητευμένοι, ξεκίνησαν το ταξίδι της επιστροφής, κατά τη διάρκεια του οποίου ο Σκοτ και οι τέσσερις σύντροφοι του υπέκυψαν στην κούραση, την πείνα και τις άσχημες καιρικές συνθήκες. Ο τρόπος με τον οποίο επήλθε ο θάνατός του τον κατέστησε λαϊκό ήρωα στη Μεγάλη Βρετανία για περίπου 50 χρόνια, αλλά οδήγησε και στην αμφισβήτηση των ικανοτήτων του από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και μετέπειτα.

Οικογένεια και τα πρώτα χρόνια της ναυτικής του σταδιοδρομίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρόμπερτ Φάλκον Σκοτ γεννήθηκε στις 6 Ιουνίου 1868. Ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά και ταυτόχρονα ο μεγαλύτερος γιος του Τζον Έντουαρντ και της Χάνα (το γένος Κάμινγκ) Σκοτ που ζούσαν στο Στόουκ Ντάμερελ, κοντά στο Ντέβενπορτ του Ντέβον. Αν και ο πατέρας του ήταν ζυθοποιός και δικαστής, υπήρχε ναυτική και στρατιωτική παράδοση στην οικογένεια, καθώς ο παππούς του Σκοτ και τέσσερις θείοι του είχαν υπηρετήσει στον στρατό ή το ναυτικό.[1] Ο Τζον Σκοτ είχε στην κατοχή του ένα μικρό ζυθοποιείο στο Πλίμουθ, το οποίο είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του και το οποίο στη συνέχεια πούλησε,[2] για να εξασφαλίσει την ευμάρεια της οικογένειάς του. Όμως αν και στα παιδικά του χρόνια έζησε με οικονομική άνεση, όταν ο Ρόμπερτ Φάλκον ξεκινούσε τη ναυτική του καριέρα, η οικογένεια θα αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα.

Ο Ρόμπερτ Φάλκον Σκοτ σε ηλικία 13 ετών.

Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, ο Ρόμπερτ και ο νεότερος αδελφός του Άρτσιμπαλντ ήταν προορισμένοι για σταδιοδρομία στις ένοπλες δυνάμεις. Ο Ρόμπερτ πέρασε τέσσερα χρόνια σε ένα τοπικό σχολείο πριν από την εγγραφή του στο Stubbington House School του Χαμπσάιρ, ένα προπαρασκευαστικό σχολείο για την προετοιμασία υποψηφίων για τις εισαγωγικές εξετάσεις στη ναυτική εκπαίδευση στο πλοίο «HMS Britannia» στο Νταρτμάουθ. Έχοντας περάσει αυτές τις εξετάσεις, ο Ρόμπερτ Φάλκον Σκοτ σε ηλικία 13 ετών άρχισε τη ναυτική σταδιοδρομία του ως δόκιμος (1881).[3]

Τον Ιούλιο του 1883[4] ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή του στο «Μπριτάνια» και ως δόκιμος αξιωματικός του ναυτικού εξασφάλισε μέχρι τον Οκτώβριο του ίδιου έτους μια θέση στο πλοίο «HMS Boadicea» την ναυαρχίδα της μοίρας Κέιπ, το οποίο ξεκινούσε ταξίδι για την Αφρική. Το «Βοαδίκεια» ήταν το πρώτο από μια σειρά πλοία στα οποία βρέθηκε να υπηρετεί εκείνα τα πρώτα χρόνια της ναυτικής του καριέρας. Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στις Ανατολικές Ινδίες, στα Νησιά Κιτς, με το πλοίο «HMS Rover», γνώρισε τον Κλέμεντς Μάρκχαμ, τότε γραμματέα της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας (RGSRoyal Geographical Society), ο οποίος άσκησε σημαντικές επιδράσεις στη μετέπειτα σταδιοδρομία του Σκοτ. Ο Μάρκχαμ, ο οποίος είχε τη συνήθεια να «συλλέγει» νεαρούς αξιωματικούς με σκοπό την πραγματοποίηση μελλοντικών ταξιδιών για την εξερεύνηση στους Πόλους, εντυπωσιάστηκε με τις ικανότητες, τον ενθουσιασμό και την ευστροφία του νεαρού Σκοτ.[5] Τον Μάρτη του 1888 πέτυχε στις εξετάσεις του λαμβάνοντας τον βαθμό του σημαιοφόρου και το 1889 έγινε ανθυποπλοίαρχος. Το 1891 με αίτησή του κατατάχθηκε στο πλοίο το «HMS Vernon», όπου για δύο χρόνια παρακολούθησε σεμινάρια πάνω στις τορπίλες.[6]

Η αναρρίχηση του Σκοτ στις βαθμίδες του πολεμικού ναυτικού ήταν ομαλή, αλλά ο ιστορικός Ρόλαντ Χάντφορντ, στη συγκριτική βιογραφία των Σκοτ και Άμουνδσεν[7] αναφέρει την πιθανότητα ενός σκανδάλου στην αρχή της ναυτικής σταδιοδρομίας του Σκοτ. Ο Χάντφορντ αναφέρει πως το όνομα του Σκοτ εξαφανίζεται από όλα τα ναυτικά αρχεία την περίοδο από τα μέσα Αυγούστου του 1889 έως τις 26 Μαρτίου του 1890 και υπαινίσσεται την ερωτική σχέση του Σκοτ με μια παντρεμένη Αμερικανίδα, κάτι που οι υπόλοιποι αξιωματικοί του ναυτικού θέλησαν να κρύψουν. Ο βιογράφος Ντέιβιντ Κρέιν μειώνει την περίοδο «εξαφάνισης» του Σκοτ σε έντεκα εβδομάδες, αλλά δεν είναι σε θέση να διευκρινίσει τα αίτια, απορρίπτοντας την περίπτωση προστασίας από τους ανώτερους αξιωματικούς με την λογική πως ο Σκοτ δεν ήταν κάποιο σημαντικό πρόσωπο ή δεν είχε κάποιες ιδιαίτερες διασυνδέσεις.[8]

Το 1894 ο Ρόμπερτ, που υπηρετούσε στο πλοίο «HMS Vulcan», έμαθε τα νέα για την χρεοκοπία της οικογένειάς του. Ο πατέρας του αποφάσισε τότε να αναλάβει τη θέση του διευθυντή σε ένα ζυθοποιείο στο Σέπτον Μάλετ στο Σόμερσετ.[9] Όταν μετά από τρία χρόνια ο Τζον Έντουαρντ Σκοτ πέθανε από καρδιακή νόσο, ο Ρόμπερτ, που υπηρετούσε στο «HMS Majestic», και ο μικρότερος αδελφός του Άρτσιμπαλντ ανέλαβαν να συντηρούν τη μητέρα και τις αδελφές τους.[10] Ο θάνατος του Άρτσιμπαλντ το φθινόπωρο του 1898 σήμαινε ότι η ευθύνη για τη συντήρηση της μητέρας και των δύο αδελφών πέρασε εξ ολοκλήρου στον Ρόμπερτ,[11] κάνοντας πλέον αναγκαία μια καλύτερη οικονομική προοπτική και την ανέλιξή του στο ναυτικό.[12] Τότε, τον Ιούνιο του 1899, σε μια τυχαία συνάντηση του στο Λονδίνο με τον Κλέμενς Μάρκχαμ (πρόεδρο πια της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας), έμαθε για πρώτη φορά για την επικείμενη αποστολή στην Ανταρκτική, υπό την αιγίδα της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας. Θεωρώντας τη διάκριση στην αποστολή ως μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για την καριέρα του, ο Ρόμπερτ Σκοτ εμφανίστηκε λίγες μέρες αργότερα στο σπίτι του Μάρκχαμ (11 Ιουνίου 1899) όπου προσφέρθηκε να ηγηθεί της αποστολής.[5]

Η αποστολή Discovery (1901–1904)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πλοίο Discovery στην Ανταρκτική, δίπλα στον παγετώνα Μπάρριερ.

Η Βρετανική Εθνική Αποστολή της Ανταρκτικής, αργότερα γνωστή ως αποστολή Ντισκάβερι (Discovery), ήταν κοινή επιχείρηση της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας και της επιστημονικής κοινότητας Ρόγιαλ Σοσάιετι (The Royal Society of London for Improving Natural Knowledge). Υπήρξε το πολυπόθητο όνειρο του Μάρκχαμ, ένα έργο που απαιτούσε μεγάλες ικανότητες και εξυπνάδα για να έρθει εις πέρας και να αποδώσει καρπούς. Ο Σκοτ μπορεί να μην ήταν η πρώτη επιλογή του Μάρκχαμ ως αρχηγού της αποστολής αλλά η στήριξη της τελικής του απόφασης να αναθέσει σε αυτόν την αποστολή παρέμεινε σταθερή[13], παρά το γεγονός πως υπήρξαν ενστάσεις στην επιτροπή σχετικά με το πεδίο εφαρμογής των αρμοδιοτήτων του, με την Royal Society να ζητά να τεθεί επικεφαλής ένας επιστήμονας που να είναι επιφορτισμένος με το πρόγραμμα της αποστολής, ενώ ο Σκοτ να είναι απλά ο καπετάνιος του πλοίου. Τελικά, όμως, η άποψη που επικράτησε ήταν αυτή του Μάρκχαμ.[14] Ο Σκοτ θα είχε το γενικό πρόσταγμα, και ως διοικητής του πλοίου Discovery έπλευσε για την Ανταρκτική στις 31 Ιουλίου 1901.[15]

Αν και είχε μηδενική εμπειρία τόσο για την Ανταρκτική όσο και για τις θάλασσες του Νότιου Ωκεανού, τόσο αυτός όσο και από το 50μελές πλήρωμά του, υπήρξε μια πολύ μικρή ειδική εκπαίδευση στον εξοπλισμό και στις τεχνικές λίγο πριν τον απόπλου του πλοίου.[16] Η αποστολή είχε παραλάβει σκυλιά και σκι, αλλά μάλλον κανείς δεν ήξερε πώς να τα χρησιμοποιήσει. Κατά την άποψη του Μάρκχαμ, ο επαγγελματισμός θεωρήθηκε λιγότερο χρήσιμος από την "αβίαστη επάρκεια"[17] και, ενδεχομένως, ο Σκοτ να είχε επηρεαστεί από την πίστη του Μάρκχαμ στην επιτυχία της αποστολής. Στο πρώτο από τα δύο έτη που το Discovery πέρασε στον πάγο η αποστολή δοκιμάστηκε σκληρά, αγωνιζόμενοι να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις στο άγνωστο έδαφος. Μια πρώτη προσπάθεια ταξιδιού πάνω στον πάγο είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του Τζορτζ Βινς (George Vince), ο οποίος γλίστρησε πάνω από ένα γκρεμό, στις 4 Φεβρουαρίου 1902.[18]

Από αριστερά προς τα δεξιά: Έρνεστ Σάκλετον, Ρόμπερτ Φάλκον Σκοτ και Έντουαρντ Άντριαν Γουίλσον. (2 Νοεμβρίου 1902)

Η εκστρατεία είχε επιστημονικούς και εξερευνητικούς στόχους. Οι τελευταίοι περιλάμβαναν ένα μακρύ ταξίδι νότια, προς την κατεύθυνση του Νότιου Πόλου. Αυτή η πορεία, την οποία ανέλαβαν οι Σκοτ, Έρνεστ Σάκλετον και Έντουαρντ Άντριαν Γουίλσον, τους οδήγησε μέχρι το γεωγραφικό πλάτος S 82° 17', περίπου 530 μίλια (850 χλμ.) από τον Πόλο. Το οδυνηρό ταξίδι της επιστροφής επέφερε τη σωματική κατάρρευση του Σάκλετον και την πρόωρη αποχώρηση του από την αποστολή.[19]

Τη δεύτερη χρονιά παρουσίασαν βελτιώσεις τόσο στην τεχνική τους όσο και στην επίτευξη των στόχων τους, με αποκορύφωμα την πραγματοποίηση της δυτικής διαδρομής του Σκοτ, η οποία οδήγησε στην ανακάλυψη του Ανταρκτικού Οροπεδίου. Η συγκεκριμένη επιχείρηση έχει περιγραφεί ως «ένα από τα μεγάλα πολικά ταξίδια».[20] Στα επιστημονικά ευρήματα της αποστολής περιλαμβάνονταν σημαντικές βιολογικές, ζωολογικές και γεωλογικές ανακαλύψεις.[21] Μερικές από τις μετεωρολογικές και μαγνητικές μετρήσεις, ωστόσο, αργότερα επικρίθηκαν ως ερασιτεχνικές και ανακριβείς.[22]

Στο τέλος της εκστρατείας χρειάστηκαν οι συνδυασμένες προσπάθειες των δύο υποστηρικτικών πλοίων και η χρήση εκρηκτικών για να μπορέσει το Discovery να ελευθερωθεί από τον πάγο.[23] Ο Σκοτ παρέμεινε επιφυλακτικός ως προς το αν τα σκυλιά και τα σκι ήταν τα κλειδιά για αποτελεσματικές μετακινήσεις πάνω στον πάγο. Στα χρόνια που ακολούθησαν συνέχισε να εκφράζει τη προτίμηση για την πρακτική της προώθησης των έλκηθρων από τους ίδιους τους εξερευνητές, χωρίς βοήθεια από ζώα, μία άποψη που συνέχισε να κρατά και τα επόμενα χρόνια της καριέρας του.[24] Η επιμονή του κατά τη διάρκεια της αποστολής για τις διατυπώσεις του Βασιλικού Ναυτικού τον είχε κάνει ανήσυχο για τις σχέσεις του με την πλήρωμα των πλοίων, πολλοί από τους οποίους αναχώρησαν για την επιστροφή στην πατρίδα με το πρώτο υποστηρικτικό πλοίο, τον Μάρτιο του 1903. Στον δεύτερο στην ιεραρχία, Άλμπερτ Άρμιτατζ, έναν αξιωματικό του εμπορικού ναυτικού, προσφέρθηκε η ευκαιρία να επιστρέψει στην οικογένειά του, αλλά επέλεξε να αρνηθεί την πρόταση.[25] Ο Άρμιτατζ προώθησε την ιδέα ότι η απόφαση για την επιστροφή του Σάκλετον πίσω στην Αγγλία με το πλοίο υποστήριξης προέκυψε από την εχθρότητα του Σκοτ και όχι από τη φυσική κατάσταση του Σάκλετον.[26] Αν και υπήρχαν αργότερα εντάσεις μεταξύ των Σκοτ και Σάκλετον, όταν οι φιλοδοξίες τους για τον Πόλο συγκρούστηκαν άμεσα, στη δημόσια ζωή τους κατάφεραν να μην τις εμφανίζουν.[27] Ο Σκοτ συμμετείχε στις επίσημες δεξιώσεις, όπου χαιρέτισε την επιστροφή του Σάκλετον το 1909 μετά την ολοκλήρωση της Αποστολής Νιμρόδ[28] και οι δύο ήταν ευγενικοί στις επιστολές που αντάλλασσαν για τις αντίστοιχες φιλοδοξίες τους το διάστημα 1909 και 1910.[29]

Μεταξύ των δύο αποστολών (1904–1909)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Discovery επέστρεψε στη Βρετανία το Σεπτέμβριο του 1904, με τον Σκοτ να γίνεται γρήγορα δημοφιλής λαϊκός ήρωας από το Βρετανικό κοινό που είδε με μεγάλο ενδιαφέρον την αποστολή. Του απονεμήθηκαν ένα σύνολο από τιμητικές διακρίσεις και μετάλλια, συμπεριλαμβανομένων και πολλών από το εξωτερικό, και προήχθη στο βαθμό του πλοιάρχου[30], ενώ ο Βασιλιάς Εδουάρδος Ζ τον έχρισε μέλος του Βασιλικού Βικτοριανού Τάγματος (CVO).[31] Για περισσότερο από ένα χρόνο ασχολήθηκε με δημόσιες εκδηλώσεις, διαλέξεις και το γράψιμο των αρχείων της αποστολής, The Voyage of the Discovery. Τον Ιανουάριο του 1906, επανήλθε στην πλήρους απασχόλησης ναυτική σταδιοδρομία του, πρώτα ως βοηθός διευθυντής της Ναυτικής Υπηρεσίας Υπηρεσιών στο Ναυαρχείο και, τον Αύγουστο του έτους, βρέθηκε στο πλοίο HMS Victorious.[32] Την περίοδο αυτή συνέχισε να κινείται στους κύκλους της υψηλής κοινωνίας.[33]

O Ρ.Φ. Σκοτ με την σύζυγό του Κάθλιν Μπρους Σκοτ (Νέα Ζηλανδία, 1910)

Από τις αρχές του 1906, ο Σκοτ είχε ξεκινήσει να βολιδοσκοπεί τη RGS για μια πιθανή χρηματοδότηση μιας μελλοντικής αποστολής στην Ανταρκτική.[34] Ως εκ τούτου, η είδηση ότι ο Έρνεστ Σάκλετον είχε ανακοινώσει τα σχέδιά του για να ταξιδέψει στην παλιά βάση του Discovery στο ΜακΜούρντο Σάουντ (McMurdo Sound) και να ξεκινήσει από εκεί για τον Νότιο Πόλο δεν ευχαρίστησε τον Σκοτ.[35] Ο Σκοτ ισχυρίστηκε, στην πρώτη από μια σειρά επιστολών προς τον Σάκλετον, ότι η περιοχή γύρω από το ΜακΜούρντο ήταν δικός του «τομέας εργασίας», στον οποία είχε προηγούμενα δικαιώματα μέχρι να επιλέξει ο ίδιος να αποσυρθεί και ότι ο Σάκλετον έπρεπε, επομένως, να εργαστεί σε μια εντελώς διαφορετική περιοχή.[36] Σε αυτό ο ίδιος είχε και την ισχυρή υποστήριξη από τον πρώην ζωολόγο του Discovery, Έντουαρντ Γουίλσον, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι τα δικαιώματα του Σκοτ εκτείνονταν σε όλη τη Θάλασσα του Ρος (Ross Sea),[37] κάτι που ο Σάκλετον αρνήθηκε να παραδεχτεί. Τελικά, για τον τερματισμό του αδιεξόδου, ο Σάκλετον συμφώνησε, σε επιστολή του προς τον Σκοτ στις 17 Μαΐου 1907, να εργαστεί προς τα ανατολικά του 170° δυτικού μεσημβρινού και ως εκ τούτου να αποφύγει όλα τα γνωστά εδάφη του Discovery.[38] Αποδείχθηκε όμως μια υπόσχεση πως δεν μπόρεσε να κρατήσει, αφού η αναζήτησή του για μια εναλλακτική θέση αποδείχθηκε άκαρπη. Έτσι εγκατέστησε την βάση του στο Ακρωτήριο Ρόιντς (Cape Royds) στο ΜακΜούρντο Σάουντ. Η παραβίαση της αρχικής συμφωνίας προκάλεσε μια βαθιά μεταβολή στις σχέσεις των Σκοτ και Σάκλετον.[39] Ο ιστορικός Μπο Ρίφενμπεργκ (Beau Riffenburgh) αναφέρει ότι η υπόσχεση στον Σκοτ «δεν έπρεπε ποτέ ηθικά να είχε απαιτηθεί», και κρίνει δυσμενώς την αδιαλλαξία του Σκοτ με τη γενναιόδωρη στάση του Νορβηγού εξερευνητή Φρίνττγιοφ Νάνσεν, του εξερευνητή της Γροιλανδίας, ο οποίος έδωσε ελεύθερα τις συμβουλές του και την εμπειρία σε όλους, ανεξάρτητα από το αν ήταν ανταγωνιστές ή όχι.[40]

Το 1907 ο Σκοτ συνάντησε για πρώτη φορά τη γλύπτρια Κάθλιν Μπρους, σε ένα ιδιωτικό πάρτι.[41] Η πρώτη αυτή συνάντηση της με τον Σκοτ ήταν σύντομη, αλλά όταν συναντήθηκαν ξανά αργότερα το ίδιο έτος, η αμοιβαία έλξη ήταν εμφανής. Ακολούθησε μια θυελλώδης ερωτική σχέση, καθώς ο Σκοτ δεν ήταν ο μόνος θαυμαστής της.[42] Ωστόσο, η επιμονή του ανταμείφθηκε και στις 2 Σεπτεμβρίου 1908, στο Βασιλικό Παρεκκλήσι του Παλατιού του Χάμπτον Κορτ, πραγματοποιήθηκε ο γάμος τους.[43] Το μόνο τους παιδί, ο Πίτερ ΜάρκχαμΣκοτ , γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1909.[44]

Ο Σάκλετον επέστρεψε έχοντας αποτύχει να φθάσει τον Πόλο, και αυτό έδωσε στον Σκοτ την ώθηση να προχωρήσει στην νέα του αποστολή που είχε ήδη προλάβει να αναγγείλει.[45] Αν και στις 24 Μαρτίου 1909 του προσέφεραν μια βολική θέση βοηθού του τρίτου στην ιεραρχία ανώτατου αξιωματικού του Βασιλικού Ναυτικού (Second Sea Lord) στο Λονδίνο, τον Δεκέμβριο απαλλάχτηκε με μισή αμοιβή, για να αναλάβει την πλήρη διοίκηση της Βρετανικής Αποστολής της Ανταρκτικής του 1910, γνωστή ως η Αποστολή της Νέας Γης (Terra Nova) από το όνομα του πλοίου του, Terra Nova.[46]

Αποστολή Terra Nova (1910–1913)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προετοιμασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα μέλη της αποστολής γιορτάζουν τα γενέθλια του Ρ.Φ. Σκοτ. (6 Ιουνίου 1911)

Αν και η ελπίδα που εξέφραζε ανοιχτά η Βασιλική Γεωγραφική Εταιρεία ήταν ότι αυτή η αποστολή θα ήταν «…κυρίως επιστημονική, με την ανίχνευση και τον Πόλο ως δευτερεύοντες στόχους…»[47], σε αντίθεση με την αποστολή Discovery, ούτε αυτοί αλλά ούτε η Royal Society είχαν ανάμειξη αυτή τη φορά. Στο ενημερωτικό δελτίο για την αποστολή, ο Σκοτ δήλωνε ότι κύριος στόχος της ήταν «…να φτάσει στο Νότιο Πόλο, και να εξασφαλίσει για τη Βρετανική Αυτοκρατορία την τιμή αυτού του επιτεύγματος…».[47] Όπως είχε παρατηρήσει ο Μάρκχαμ, ο Σκοτ είχε πια «…καταληφθεί από την μανία του Πόλου…».[47]

Αυτό που δεν ήξερε ο Σκοτ ήταν ότι βρισκόταν σε έναν αγώνα δρόμου με τον Νορβηγό εξερευνητή Ρόαλντ Αμούνδσεν, διάσημο ήδη για την επιτυχή διάσχιση του Βορειοδυτικού Περάσματος. Πληροφορήθηκε τα σχέδια του Άμουνδσεν για το Νότιο Πόλο στη Μελβούρνη τον Οκτώβριο του 1910, όταν έλαβε ένα τηλεγράφημα από τον ίδιο τον Νορβηγό.[48]

Πριν την είδηση αυτή, πάντως, είχε τη δυνατότητα να καθορίζει την αποστολή σύμφωνα με τις δικές του προτιμήσεις, χωρίς τους περιορισμούς που θα έθετε μια επιτροπή. Όσον αφορούσε τις μεταφορές, είχε αποφασίσει να χρησιμοποιήσει μια μικτή στρατηγική, με τη χρησιμοποίηση τόσο των σκυλιών όσο και αλόγων, αλλά και μηχανοκίνητων έλκηθρων, καθώς και έλκηθρων που σέρνονταν με ανθρώπινη δύναμη. Ο Σκοτ δεν είχε καμία ιδέα για τις δυνατότητες των αλόγων, αλλά η φαινομενικά επιτυχημένη χρήση τους στην αποστολή του Σάκλετον τον έπεισαν πως μπορούσαν να του φανούν χρήσιμα.[49] Ο ειδικός στους σκύλους Σεσίλ Μίαρς (Cecil Meares) είχε αποσταλεί στη Σιβηρία για να επιλέξει τους κατάλληλους σκύλους και ο Σκοτ είχε διατάξει να ασχοληθεί και με την αγορά Μαντσουριανών πόνι. Καθώς, όμως, ο Μίαρς δεν ήταν έμπειρος στην αγορά αλόγων, τα πόνι αποδείχθηκαν κακής ποιότητας και ακατάλληλα για παρατεταμένη εργασία στην Ανταρκτική.[29] Ταυτόχρονα, ο Σκοτ βρέθηκε στην Γαλλία και την Νορβηγία για να βρει κατάλληλα μηχανοκίνητα έλκηθρα. Για τον σκοπό αυτό προσέλαβε τον Μπερνάρντ Ντέι (Bernard Day), πρώην μέλος της αποστολής του Σάκλετον, ως ειδικό πάνω στο θέμα.[50]

Πρώτη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σκοτ, γράφοντας το ημερολόγιό του στη βάση στο Ακρωτήριο Έβανς (χειμώνας 1911)

Η αποστολή βρέθηκε αντιμέτωπη με μια σειρά ατυχίες, που δυσχέραναν τις εργασίες την πρώτη περίοδο και μείωσαν τις δυνατότητες για την προετοιμασία για την κύρια πολική πορεία. Στο ταξίδι του από τη Νέα Ζηλανδία για την Ανταρκτική, το Terra Nova παγιδεύτηκε στον πάγο για 20 ημέρες[51], πολύ περισσότερο από όσο άλλα πλοία είχαν βιώσει, που είχε αποτέλεσμα την καθυστερημένη άφιξη και λιγότερο χρόνο για την προπαρασκευαστική εργασία πριν από την έλευση του Ανταρκτικού χειμώνα. Ένα από τα μηχανοκίνητα έλκηθρα χάθηκε κατά την εκφόρτωση του από το πλοίο, αφού ο θαλάσσιος πάγος υποχώρησε και το έλκηθρο βυθίστηκε στη θάλασσα.[52] Η επιδείνωση των καιρικών συνθηκών και τα αδύναμα ακατάλληλα πόνι επηρέασαν τον αρχικό ανεφοδιασμό, έτσι ώστε, αναγκαστικά, το βασικό απόθεμα στο οποίο θα γινόταν ο ανεφοδιασμός της αποστολής, το One Ton Depot, στο οποίο είχε αποθηκευτεί ένας τόνος προμηθειών, βρισκόταν 35 μίλια (56 χλμ.) βόρεια της προγραμματισμένης θέσης του, που ήταν οι 80° S. Ο Λόρενς Όατς (Lawrence Oates), υπεύθυνος των πόνι, συμβούλευσε τον Σκοτ να σκοτώσει μερικά για τροφή και την εκ των προτέρων αποθήκη του κρέατός τους στις 80 ° S, κάτι το οποίο ο Σκοτ αρνήθηκε να κάνει. Έχει καταγραφεί η απάντηση του Όατς στον Σκοτ, «Κύριε, φοβάμαι ότι θα μετανιώσετε που δεν ακολουθήσατε τη συμβουλή μου».[53] Έξι πόνι έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού. Με την επιστροφή του στην βάση, η εκστρατεία έλαβε γνώση για την παρουσία του Άμουνδσεν, ο οποίος είχε κατασκηνώσει με το πλήρωμά του και ένα μεγάλο αριθμό σκύλων στον Κόλπο των φαλαινών, 200 μίλια (320 χλμ) προς τα ανατολικά τους.[54]

Ο Σκοτ αρνήθηκε να τροποποιήσει το πρόγραμμά του για την αντιμετώπιση της απειλής του Άμουνδσεν, γράφοντας πως, «...Το σωστό, καθώς και η σοφότερη διαδρομή, είναι για μας να προχωρήσουμε ακριβώς σαν αυτό να μην είχε συμβεί...».[54] Αν και αναγνωρίζει ότι η βάση της Νορβηγίας ήταν πιο κοντά στον πόλο και ότι η εμπειρία των Νορβηγών στην οδήγηση έλκηθρων με σκυλιά και το σκι υπερτερούσε, ο Σκοτ είχε το πλεονέκτημα του ταξίδι σε μια γνωστή διαδρομή στην οποία είχε βρεθεί με τον Σάκλετον. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 1911 η αυτοπεποίθησή του αυξάνεται. Στις 2 Αυγούστου, μετά την επιστροφή της επιτυχημένης αποστολής της ομάδας των τριών (Έντουαρντ Άντριαν Γουίλσον, Χένρι Ρόμπερτσον Μπόουερς και Άπσλεϊ Τσέρι-Γκάραρντ) από το χειμωνιάτικό ταξίδι τους στο ακρωτήριο Κρόζιερ για την εξασφάλιση αυγών αυτοκρατορικών πιγκουίνων, ο Σκοτ έγραψε, «...είμαι βέβαιος ότι είναι τόσο κοντά στην τελειότητα όσο η εμπειρία μπορεί να κατευθύνει...».[55]

Το ταξίδι στον Πόλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διαδρομές στον Βόρειο Πόλο του Σκοτ (πράσινη) και του Αμούνδσεν (κόκκινη), 1911-1912.

Η πορεία προς το Νότο ξεκίνησε την 1η Νοεμβρίου 1911. Ένα καραβάνι μικτών ομάδων μεταφορών (κινητήρες, σκυλιά και άλογα), φορτωμένοι με έλκηθρα, ταξιδεύοντας με διαφορετικούς ρυθμούς, όλα σχεδιασμένα για να υποστηρίξουν μια τελική ομάδα τεσσάρων ανδρών που θα πραγματοποιούσε μια εξόρμηση για τον Πόλο.[56] Ο Σκοτ είχε περιγράψει νωρίτερα τα σχέδιά του για το ταξίδι στο Νότο σε ολόκληρη την ομάδα, χωρίς να δώσει ξεκάθαρους και συγκεκριμένους ρόλους σε κανένα - κανείς δεν ήξερε ποιοι θα αποτελούσαν την τελική πολική ομάδα. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο Σκοτ έστειλε μια σειρά από αντικρουόμενες εντολές πίσω στη βάση για τη μελλοντική χρήση των σκύλων της αποστολής, αφήνοντας ασαφές αν επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για μελλοντικά επιστημονικά ταξίδια ή επρόκειτο να βοηθήσουν την επιστροφή της πολικής ομάδας.[57] Έτσι, καθώς οι υφιστάμενοι του Σκοτ πίσω στη βάση δεν ήταν σίγουροι για τις προθέσεις του, δεν μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν τα σκυλιά σε μια συντονισμένη προσπάθεια για την επιστροφή της πολικής ομάδας, όταν προέκυψε τελικά η ανάγκη.[58]

Η ομάδα του Νότου μειωνόταν σταθερά σε μέγεθος, καθώς οι διαδοχικές ομάδες υποστήριξης ολοκλήρωναν την αποστολή τους και επέστρεφαν στη βάση. Στις 4 Ιανουαρίου 1912, οι δύο τελευταίες ομάδες των τεσσάρων είχαν φτάσει στο γεωγραφικό πλάτος 87° 34′ S.[59] Τότε ο Σκοτ ανακοίνωσε την απόφασή του: Πέντε άντρες (οι Σκοτ, Έντουαρντ Γουίλσον, Χένρι Μπόουερς, Λόρενς Όατς και Έντγκαρ Έβανς) θα συνέχιζαν προς τα εμπρός. Οι άλλοι τρεις (Τέντι Έβανς, Γουίλιαμ Λάσλι και Τομ Κριν) θα επέστρεφαν στην βάση. Η επιλεγμένη ομάδα βάδισε προς τα εμπρός, φθάνοντας στον Πόλο στις 17 Ιανουαρίου 1912, για να διαπιστώσει ότι ο Άμουνδσεν είχε φτάσει πρώτος, πέντε εβδομάδες νωρίτερα. Η οδύνη του Σκοτ περιγράφεται στο ημερολόγιό του: «…Το χειρότερο συνέβη … Όλα τα όνειρα της ημέρας χάθηκαν… Μεγαλοδύναμε! Απαίσιο μέρος…».[60]

Η τελευταία πορεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα μέλη της ομάδας του Σκοτ που έφτασαν μέχρι το Νότιο Πόλο. Από αριστερά προς τα δεξιά: Λ. Όατες, Χ. Μπόουερς, Ρ.Φ. Σκοτ, Ε. Γουίλσον και Ε. Έβανς. Η φωτογραφία λήφθηκε από τους ίδιους στις 17 Ιανουαρίου 1912.

Στις 19 Ιανουαρίου η αποκαμωμένη ομάδα ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής. Έχοντας μπροστά τους να διανύσουν μια πορεία 800 μιλίων (1.300 χλμ) ο Σκοτ σημείωνε την επόμενη μέρα: «…Φοβάμαι ότι το ταξίδι της επιστροφής θα είναι τρομερά κουραστικό και μονότονο…».[61] Ωστόσο, η ομάδα σημείωσε ικανοποιητική πρόοδο, παρά τις κακές καιρικές συνθήκες, και είχε ολοκληρώσει το στάδιο του ταξιδιού στο Ανταρκτικό Οροπέδιο, περίπου 300 μίλια (500 χλμ.), ήδη από τις 7 Φεβρουαρίου. Τις επόμενες ημέρες, καθώς η ομάδα έκανε την 100 μιλίων (160 χλμ.) κάθοδο του παγετώνα Μπίαρντμορ (Beardmore), η φυσική κατάσταση του Έντγκας Έβανς, την οποία ο Σκοτ είχε παρατηρήσει με ανησυχία ήδη από τις 23 Ιανουαρίου, χειροτέρεψε σημαντικά.[62] Μια πτώση του στις 4 Φεβρουαρίου είχε αφήσει τον Έβανς «ανίκανο»[63], και στις 17 Φεβρουαρίου, μετά από μια νέα πτώση, πέθανε κοντά στους πρόποδες του παγετώνα.[64]

Με 400 μίλια (670 χιλιόμετρα) να απομένουν, τον Ύφαλο Πάγου Ρος (Ross Ice Shelf), οι προοπτικές της ομάδας επιδεινώνονταν σταθερά· στο ταξίδι τους προς το Βορρά είχαν να αντιμετωπίσουν την πείνα και την εξάντληση, τις καιρικές συνθήκες που επιδεινώθηκαν και εμφάνισαν κρυοπαγήματα και φωτοκερατίτιδα.[65] Στις 16 Μαρτίου, ο Όατς, του οποίου κατάσταση επιδεινώθηκε από ένα παλιό τραύμα του πολέμου σε βαθμό που ήταν μόλις ικανός να περπατήσει, εγκατέλειψε οικειοθελώς τη σκηνή και βάδισε προς τον θάνατό του.[66][67] Ο Σκοτ έγραψε πως οι τελευταίες λέξεις του Όατες ήταν: «Απλώς πηγαίνω έξω και μπορεί να λείψω για λίγο».[68]

Μετά από μια πορεία για ακόμα 20 περίπου μίλια, τα εναπομείναντα τρία μέλη κατασκήνωσαν τελικά στις 19 Μαρτίου, 11 μίλια (18 χλμ) μακριά από το One Ton Depot, το σημείο ανεφοδιασμού τους, σημείο που ήταν όμως 24 μίλια (38 χιλιόμετρα) μπροστά από την προβλεπόμενη αρχική θέση του αποθέματος. Την επόμενη μέρα μια σφοδρή χιονοθύελλα εμπόδισε την ομάδα να κάνει την οποιαδήποτε πρόοδο.[69] Κατά τη διάρκεια των επόμενων εννέα ημερών, οι προμήθειές τους εξαντλήθηκαν, τα δάχτυλά τους ήταν πια παγωμένα, το φως ελάχιστο και η θύελλα συνέχιζε να μαίνεται έξω από τη σκηνή. Ο Σκοτ έγραψε τα τελευταία λόγια του, αν και είχε εγκαταλείψει το ημερολόγιό του μετά τις 23 Μαρτίου, στις 29 Μαρτίου: «Τελευταία καταχώρηση. Για το όνομα του Θεού φροντίστε τους ανθρώπους μας.»[70] Είχε αφήσει επίσης γράμματα στη μητέρα του Γουίλσον, στη μητέρα του Μπόουρες, σε μια σειρά από σημαντικούς ανθρώπους ανάμεσά τους και τον πρώην διοικητή του πριν ξεκινήσει την αποστολή, σερ Τζορτζ Έγκερτον, στη μητέρα του και τη σύζυγό του.[71] Έγραψε επίσης ένα «Μήνυμα προς το Κοινό», κατά κύριο λόγο την υπεράσπιση της οργάνωσης της αποστολής και τη διεξαγωγή της, στο οποίο επικαλούνταν για την αποτυχία της ομάδας τις καιρικές συνθήκες και άλλες συμφορές, αλλά τελειώνει με τα παρακάτω λόγια:

"Πήραμε ρίσκα, ξέραμε ότι τα πήραμε· τα πράγματα εξελίχθησαν εναντίον μας, και ως εκ τούτου δεν έχουμε κανένα λόγο να παραπονεθούμε, αλλά υποκλινόμενοι στο θέλημα της Πρόνοιας, αποφασίσαμε ακόμα να κάνουμε το καλύτερο μέχρι το τέλος ... Αν είχαμε ζήσει, θα είχα να διηγηθώ μια ιστορία για την τόλμη, την αντοχή και το θάρρος των συντρόφων μου που θα συγκινούσε την καρδιά κάθε Άγγλου. Αυτές οι λιγοστές σημειώσεις και τα νεκρά μας σώματά πρέπει να πουν την ιστορία, αλλά σίγουρα, σίγουρα, μια μεγάλη πλούσια χώρα όπως η δική μας θα εξασφαλίσει τα καλύτερα σε αυτούς που εξαρτώνταν από μας."[72]

Ο Σκοτ τεκμαίρεται ότι πέθανε στις 29 Μαρτίου 1912, ίσως μια μέρα αργότερα. Οι θέσεις των πτωμάτων στη σκηνή, όταν ανακαλύφθηκαν οκτώ μήνες αργότερα από την υπόλοιπη αποστολή, υποδείκνυουν πως ο Σκοτ ήταν ο τελευταίος από τους τρεις που πέθανε.[73]

Μετέπειτα γεγονότα και κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τιμές και φήμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τάφος των Σκοτ, Γουίλσον και Μπόουερς, όπως υπήρχε το 1912

Στις 12 Νοεμβρίου 1912, μια ομάδα έρευνας από τους άνδρες που είχαν απομείνει στην βάση ανακάλυψε τις σορούς του Σκοτ και των δύο συντρόφων του και ανέκτησε τα αρχεία τους. Στο σημείο που βρέθηκαν τα πτώματά τους, οι άνδρες της αποστολής ανέγειραν τον τάφο των τριών ανδρών από ένα σωρό από πέτρες πάνω από το οποίο έστησαν ένα πρόχειρο σταυρό.[74] Τον Ιανουάριο του 1913, λίγο πριν την αναχώρηση του Terra Nova από την Ανταρκτική, ένας νέος μεγάλος ξύλινος σταυρός στήθηκε προς τιμήν τους από τους ξυλουργούς του πλοίου, πάνω στον οποίο υπήρχαν ενεπίγραφα τα ονόματα των χαμένων συντρόφων τους και ένας στοίχος από το ποίημα «Οδυσσέας» του Άλφρεντ Τέννυσον: «To strive, to seek, to find, and not to yield» (Να αγωνίζεσαι, να αναζητείς, να βρίσκεις και να μην ενδίδεις). Ο σταυρός αυτός ανεγέρθηκε ως μόνιμο μνημείο στον λόφο Ομπζερβέισον (Observation Hill - Λόφος Παρατήρησης, γνωστός και ως Ob Hill), με θέα προς τη χερσόνησο Hut Point (το μέρος, δηλαδή, όπου υπήρξε παλαιότερα η βάση της αποστολής Discovery).[75]

Ο υπόλοιπος κόσμος ενημερώθηκε για την τραγωδία στις 10 Φεβρουρίου του 1913, όταν το Terra Nova έφτανε στο Οαμάρου της Νέας Ζηλανδίας.[76] Μέσα σε λίγες μέρες, ο Σκοτ έγινε εθνικό σύμβολο.[77] Η Evening News του Λονδίνου ζήτησε η ιστορία της αποστολής να διαβαστεί σε μαθητές σε όλη τη χώρα[78], ώστε να συμπέσει με την επιμνημόσυνη δέηση στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Παύλου στο Λονδίνο στις 14 Φεβρουαρίου. Ο Ρόμπερτ Μπέηντεν-Πάουελ, ο ιδρυτής της Παγκόσμιας Προσκοπικής Κίνησης, ρωτούσε: «...Είναι οι Βρετανοί σε κάθοδο; Όχι!... Έχει απομείνει άφθονο θάρρος και πνεύμα στους Βρετανούς τελικά. Ο καπετάνιος Σκοτ και ο καπετάνιος Όατες μας το απέδειξαν...».[79]

Κατά την επιστροφή τους, οι επιζώντες της αποστολής τιμήθηκαν με μετάλλια και προαγωγές για το ναυτικό προσωπικό. Η Κάθλιν Σκοτ τιμήθηκε ως χήρα ενός Ιππότη-διοικητή (Knight Commander - KCB) του Τάγματος του Λουτρού,[80] ενώ και μετά τον γάμο της με τον πολιτικό Έντουαρνρ Χίλτον Γιανγκ (μετέπειτα Λόρδο του Κένετ) το 1922, παρέμεινε υπερασπίστρια της φήμης του Σκοτ μέχρι τον θάνατό, της 1947.[81]

Ο σταυρός του λόφου Observation, εις μνήμην των θυμάτων της αποστολής Terra Nova.

Σε άρθρο στην εφημερίδα The Times[82], σχετικά με τα αφιερώματα του Τύπου της Νέας Υόρκης στον Σκοτ, αναφέρεται ότι τόσο ο Αμούνδσεν όσο και ο Σάκλετον ένιωσαν «...[έκπληκτοι] όταν άκουσαν πως μια τέτοια καταστροφή θα μπορούσε να πλήξει μια τόσο καλά οργανωμένη αποστολή...». Στην είδηση των λεπτομερειών του θανάτου του Σκοτ, ο Αμούνδσεν ανέφερε: «...θα προτιμούσα να είχα στερηθεί οποιαδήποτε τιμή ή χρήματα, αν έτσι θα μπορούσα να είχα σώσει τον Σκοτ από τον φοβερό του θάνατο...».[83] Καθώς ο Σκοτ υπήρξε πιο επιδέξιος τεχνίτης του λόγου από τον Αμούνδσεν, η οπτική του για την ιστορία όπως εξαπλώθηκε στον κόσμο μείωσε στα μάτια πολλών την επιτυχία του Νορβηγού, υποβιβάζοντάς την για πολλούς σε ένα αντιαθλητικό στρατήγημα.[84] Ακόμη όμως και πριν η είδηση του θανάτου του Σκοτ γίνει γνωστή, ο Αμούνδσεν είχε νιώσει προσβεβλημένος, όταν ο τότε πρόεδρος της RGS, Λόρδος Γεώργιος Κουρζόν, έκανε μια «προσβλητική πρόποση» σε συμπόσιο που υποτίθεται ότι θα τιμόταν ο νικητής του πόλου - ο Κουρζόν είχε ζητήσει «τρία ζήτω για τα σκυλιά». Σύμφωνα με τον Ρόλαντ Χάντφορντ αυτή η προβολή προκάλεσε την παραίτηση του Αμούνδσεν από την τιμητική υποτροφία της RGS.[85]

Η ανταπόκριση στην τελευταία έκκληση του Σκοτ για την φροντίδα των εξαρτημένων μελών των οικογενειών τους υπήρξε τεράστια για τα δεδομένα της εποχής. Ο λογαριασμός Mansion House Scott Memorial Fund συγκέντρωσε συνολικά £75.000 (σε τιμές 2009 προσέγγιζε τα £5.500.000[86]). Τα χρήματα του λογαριασμού δεν κατανεμήθηκαν ισόποσα. Η χήρα του Σκοτ, ο γιος τους, η μητέρα και οι αδελφές του έλαβαν συνολικά £ 18.000. Η χήρα του Γουίλσον πήρε £ 8.500 και η μητέρα του Μπόουερς £4.500. Η χήρα του Έντγκαρ Έβανς, τα παιδιά και η μητέρα του έλαβαν συνολικά το ποσό των £1.500.[87]

Δώδεκα χρόνια μετά την τραγωδία, πάνω από 30 μνημεία είχαν δημιουργηθεί μόνο στη Βρετανία.[88] Ανάμεσά τους υπήρξαν μνημεία με απλά απομεινάρια από την αποστολή (όπως η σημαία του Σκοτ στον Καθεδρικό του Έξετερ) έως η ίδρυση του Ινστιτούτου Πολικής Έρευνας Σκοτ στο Κέιμπριτζ. Πολλά ακόμα ανεγέρθηκαν σε άλλα μέρη του κόσμου, συμπεριλαμβανομένου και ενός αγάλματος φιλοτεχνημένο από τη χήρα του στο Κράισττσερτς της Νέας Ζηλανδίας[89] (το άγαλμα γκρεμίστηκε από την θέση του κατά τη διάρκεια του του σεισμού 2011).[90] Το 1948 η τελική αποστολή ήταν το θέμα μιας ταινίας, με τίτλο Scott of the Antarctic, με τον Τζον Μιλλς να ερμηνεύει τον ρόλο του Σκοτ. Η επιστημονική βάση των ΗΠΑ στο Νότιο Πόλο, που ιδρύθηκε το 1957, ονομάστηκε Σταθμός τον Νότιου Πόλου Αμούνδσεν-Σκοτ.

Τα χρόνια που πέρασαν το χιόνι και ο πάγος κάλυψαν την σκηνή και τον τύμβο όπου έχουν θαφτεί οι τρεις άνδρες. Το 2001 ο ειδικός στους παγετώνες Τσαρλς Ρ. Μπέντλεϊ (Charles R. Bentley) εκτίμησε ότι η σκηνή με τις σορούς βρισκόταν περίπου 75 πόδια (23 μέτρα) κάτω από τον πάγο, ενώ είχε μετακινηθεί από αυτόν κατά περίπου 30 μίλια (48 χλμ.) από το σημείο όπου έχασαν τη ζωή τους. Υπολόγισε ότι με αυτό τον ρυθμό, σε περίπου 275 χρόνια τα πτώματα θα έχουν μετακινηθεί μέχρι τη θάλασσα του Ρος και, ίσως τότε, να επιπλέουν μακριά μέσα σε κάποιο παγόβουνο.[91]

Κριτικές εναντίον του Σκοτ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φήμη του Σκοτ παρέμεινε αλώβητη μέχρι και το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ακόμα και κατά την 50ή επέτειο του θανάτου του.[92] Τα επόμενα όμως χρόνια, έκανε την εμφάνισή της η αμφισβήτηση των επιτευγμάτων του, των μεθόδων και του χαρακτήρα του. Ήδη, μια πρώτη κριτική πάνω στον χαρακτήρα του Σκοτ προϋπήρχε από το 1922, και προερχόταν από έναν από τους επιζήσαντες της αποστολής Terra Nova. Ο Άπσλεϊ Τσέρι-Γκάραρντ, στο βιβλίο του Το Χειρότερο Ταξίδι στον Κόσμο (The Worst Journey in the World) ανέφερε λάθη και παρείχε περιγραφές του Σκοτ ως «αδύναμου» και «ευερέθιστου»[93], αλλά εξακολουθούσε να υμνεί τον ηρωισμό του και να τον περιγράφει ως «τον τελευταίο των μεγάλων γεωγράφων εξερευνητών».[94] Το 1927 ο ιστοριοδίφης Τζον Γκόρτον Χάγιες (John Gordon Hayes) παρατηρούσε λάθη του Σκοτ στον προγραμματισμό των μεταφορών[95], ενώ και οι μετέπειτα συγγραφείς, ο πρώτος βιογράφος του Ρέτζιναλντ Πάουντ (Reginald Pound, 1966)[92] και ο Έλσπεθ Χάξλεϊ (Elspeth Huxley, 1977), που είχαν πρόσβαση σε πρωτογενές υλικό, προσδιόριζαν τις αδυναμίες του αλλά δεν παρέλειπαν να επαινούν τον ηρωισμό του.[96]

Η τελευταία σελίδα από το ημερολόγιο του Σκοτ.

Οι πιο σοβαρές κριτικές κατά της προσωπικότητας του Σκοτ έκαναν την εμφάνισή τους τα τέλη της δεκαετίας του 1970.[92] Η πρώτη από αυτές, αντίθετη με το μέχρι τότε πνεύμα της εποχής, εμφανίστηκε το 1977, όταν ο Ντέιβιντ Τόμσον (David Thomson) στο βιβλίο του Scott's Men ανέφερε χαρακτηριστικά: «Ο Σκοτ δεν μου φαίνεται τόσο σπουδαίος - τουλάχιστον, όχι μέχρι το τέλος».[97] Ο Τόμσον περιέγραφε τα σχέδιά του Σκοτ ως «τυχαία» και «ελαττωματικά»[98], ενώ χαρακτήριζε την ηγεσία του από έλλειψη διορατικότητας[98].

Δύο χρόνια αργότερα παρουσιάζεται η συγκριτική βιογραφία των Σκοτ και Άμουνδσεν από τον Ρόλαντ Χάντφορντ, ένα βιβλίο που αποτέλεσε την πιο σημαντική επίθεση κατά του Σκοτ σε σημείο ώστε να χαρακτηριστεί ως «στη καλύτερη περίπτωση μονόπλευρο, στη χειρότερη ως εξ ολοκλήρου κακόβουλο» και ως «αντι-ιστορική προσέγγιση».[99] Ο Χάρτφορντ, που είχε ως σκοπό την αποδόμηση της επικρατούσας ηρωικής άποψης για τον Σκοτ σε σύγκριση με τον Αμούνδσεν, απεικόνιζε τον Σκοτ ως έναν «ηρωικό ατζαμή»[100] και ως έναν από τους χειρότερους εξερευνητές των Πόλων[101][102] ενώ κατέκρινε την τελευταία επιστολή του ως μια δόλια προσπάθεια να αποποιηθεί τις ευθύνες του για τον θάνατο των συντρόφων του, για τον οποίο φέρει ο ίδιος την ευθύνη.[92]

Το βιβλίο του Χάρτφορντ είχε τεράστια απήχηση στο κοινό και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού και σύντομα έγινε η επικρατούσα άποψη για το θέμα.[103] Ο Φράνσις Σπάφφορντ (Francis Spufford) κάνει λόγο για «σοβαρές αποδείξεις ανικανότητας»[104], καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως ο «καταδίκασε τους συντρόφους του, καλύπτοντας τα ίχνη του με τη ρητορική του».[105] Ο ταξιδιωτικός συγγραφέας Paul Theroux συνοψίζει πως ο Σκοτ «...βρισκόταν σε σύγχυση και ήταν ηττοπαθής...ένα αίνιγμα για τους άνδρες του, απροετοίμαστος και ατζαμής...»[106]

Η μείωση της επιρροής του Σκοτ, συνοδεύτηκε από μια ταυτόχρονη αύξηση της δημοτικότητας ενός πρώην αντιπάλου του, του Έρνεστ Σάκλετον. Το φαινόμενο αυτό παρουσιάστηκε αρχικά στις ΗΠΑ, αλλά σύντομα επεκτάθηκε και στη Βρετανία.[107] Το 2002 σε δημοσκόπηση στο Ηνωμένο Βασίλειο για τους "100 μεγαλύτερους Βρετανούς", ο Σάκλετον βρέθηκε στην 11η θέση με τον Σκοτ να καταλαμβάνει μόλις την 54η.[107]

Αναθεώρηση των απόψεων για τον Σκοτ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, μια μετατόπιση της γνώμης υπέρ του Σκοτ έχει αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της, κάτι που η ιστορικός Στέφανι Μπαρζέβσκι (Stephanie Barczewski) αποκαλεί «μια αναθεώρηση της αναθεωρημένης άποψης».[108] Η μετεωρολόγος Σούζαν Σόλομον (Susan Solomon) το 2001, στο βιβλίο της The Coldest March: Scott's Fatal Antarctic Expedition συνδέει την τύχη της ομάδας του Σκοτ με τις εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες του Φεβρουαρίου και του Μαρτίου του 1912 και όχι τόσο με προσωπικές ή οργανωτικές αδυναμίες, αν και αποδέχεται την εγκυρότητα ορισμένων από τις επικρίσεις κατά του Σκοτ.[109] Το 2004 ο εξερευνητή των πόλων σερ Ράνουλφ Φάινς (Sir Ranulph Fiennes) δημοσίευσε μια βιογραφία με μια ισχυρή υπεράσπιση του Σκοτ και μια διάψευση του Χάντφορντ. Το βιβλίο ήταν αφιερωμένο «στις οικογένειες των δυσφημίσμένων νεκρών».[108] Ο Φάινς αργότερα επικρίθηκε για τον προσωπικό χαρακτήρα των επιθέσεων του στον Χάντφορντ και για τη προφανή παραδοχή του ότι η προσωπική του εμπειρία ως πολικό εξερευνητή του έδωσε μοναδική εξουσία.[110]

Το 2005 ο Ντέιβιντ Κρέιν (David Crane) δημοσίευσε μια νέα βιογραφία του Σκοτ που, σύμφωνα με την Μπαρζέβσκι, κατά κάποιο τρόπο ήταν μια αξιολόγηση «απαλλαγμένη από τα βάρη των προηγούμενων ερμηνειών».[108] Αυτό που έχει συμβεί με τη φήμη του Scott, υποστήριζε ο Κρέιν, προερχόταν από τον τρόπο που ο κόσμος έχει αλλάξει από τότε που ο ηρωικός μύθος είχε δημιουργηθεί: «...Δεν είναι ότι τον βλέπουμε διαφορετικά από τον τρόπο που [οι σύγχρονοί του] έκαναν, αλλά ότι βλέπουμε τον ίδιο, και ενστικτωδώς δεν μας αρέσει...».[111]

Ο αρθρογράφος της Daily Telegraph, Τζάσπερ Ρις (Jasper Rees), παρομοιάζοντας τις αλλαγές στην φήμη των εξερευνητών με τις κλιματικές μεταβολές της Ανταρκτικής, αναφέρει πως «...στις παρούσες καιρικές συνθήκες της Ανταρκτικής, ο Σκοτ απολαμβάνει την πρώτη περίοδό του στον ήλιο μετά από είκοσι πέντε χρόνια...».[112]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Crane, σελ. 14–15
  2. Crane, σελ. 22
  3. Fiennes, σελ. 17
  4. Crane, σελ. 34
  5. 5,0 5,1 Crane, σελ. 82
  6. Crane, σελ. 50
  7. Scott and Amundsen, αργότερα επανεκδόθηκε με το όνομα The Last Place On Earth.
  8. Huntford, The Last Place on Earth, σελίδες 121–23, and Crane, σελίδες 39–40.
  9. Fiennes, σελ. 21
  10. Fiennes, σελ. 22
  11. Fiennes, σελ. 23
  12. Crane, σελ. 59
  13. Crane, σελ. 90
  14. Preston, σελίδες 28–29
  15. Crane, σελ. 63
  16. Scott, Voyage of the Discovery Vol I p. 170: "Our ignorance was deplorable."
  17. Huntford, Shackleton, σελ. 134
  18. Crane, σελίδες 161–167
  19. Preston, σελ. 60–67
  20. Crane, σελ. 270
  21. Fiennes, σελ. 148
  22. Huntford, The Last Place on Earth, σελίδες 229–30, Crane, σελίδες 392–93.
  23. Preston, σελίδες 78–79
  24. Jones, σελ. 71, με απόσπασμα από το The Voyage of the Discovery.
  25. Preston, σελίδες 67–68
  26. Crane, σελίδες 240–41
  27. Crane, σελ. 310
  28. Crane, σελ. 396–97
  29. 29,0 29,1 Preston, σελ. 113
  30. Crane, σελ. 309
  31. Preston, σελίδες 83–84
  32. Preston, σελ. 86
  33. Crane, σελ. 334
  34. Preston, σελ. 87
  35. Crane, σελ. 335.
  36. Crane, σελ. 335
  37. Riffenburgh, σελίδες 113–14
  38. Crane, σελίδες 335, 341
  39. Preston, σελ. 89
  40. Riffenburgh, σελ. 118
  41. Crane, σελ. 344
  42. Crane, σελίδες 362–66
  43. Crane, σελίδες 373–74
  44. Crane, σελ. 387
  45. Preston, σελίδες 100–01
  46. Fiennes, σελ. 161
  47. 47,0 47,1 47,2 Crane, σελίδες 397–99
  48. {Crane, σελίδες 425–28
  49. Preston, σελ. 107, Crane, σελίδες 432–33.
  50. Preston, σελ. 112
  51. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. I, σελίδες 30–71
  52. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. I, σελίδες 106–07
  53. Crane, σελ. 466
  54. 54,0 54,1 Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. I, σελίδες 187–88
  55. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. I, σελ. 369
  56. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. I, σελ. 407
  57. Cherry-Garrard, σελίδες 30–32
  58. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. II, σελίδες 298–306
  59. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. I, σελ. 528
  60. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. I, σελίδες 543–44
  61. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. I, σελ. 548
  62. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. I, σελ. 551
  63. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. I, σελ. 560
  64. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. I, σελίδες 572–73
  65. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. I, σελίδες 574–80
  66. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. I, σελ. 589: "Titus Oates is very near the end" — Scott diary entry, 11 March 1912.
  67. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. I, σελίδες 591–92
  68. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. I, σελ. 592
  69. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. I, σελ. 594
  70. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. I, σελ. 595
  71. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. I, σελίδες 597–604
  72. Από το "Scott's Message to the Public", Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. I, σελίδες 605–07
  73. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. I, σελ. 596, Jones, σελ. 126. Στο Huntford, The Last Place on Earth, σελ. 509 αναφέρεται πως πιθανά ο Μπόουερς ήταν ο τελευταίος που πέθανε.
  74. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. II, σελίδες 345–47
  75. Huxley, Scott's Last Expedition, Vol. II, σελ. 398
  76. Crane, σελίδες 1–2
  77. Preston, σελ. 230
  78. Jones, σελίδες 199–201
  79. Jones, σελ. 204
  80. Preston, σελ. 231
  81. Preston, σελ. 232
  82. Unattributed (11-02-1913). "The Polar Disaster. Captain Scott's Career., Naval Officer And Explorer". The Times: σελ. 10. 
  83. Huntford, The Last Place on Earth, σελ. 525
  84. Amundsen, publisher's note, 1976 edition
  85. Huntford, The Last Place on Earth, σελ. 538 & Jones, σελ. 90
  86. Measuring Worth
  87. Jones, σελίδες 106–108
  88. Jones, σελ. 295–96
  89. Captain Scott Memorial
  90. «Captain Robert Falcon Scott Statue». Δημοτικό Συμβούλιο του Κράισττσερτς. http://www.ccc.govt.nz/cityleisure/artsculture/artinthecity/statues/captainrobertfalconscottstatue.aspx. Ανακτήθηκε στις 12 Μαΐου 2012. 
  91. USA Today, 16 Ιανουαρίου 2001
  92. 92,0 92,1 92,2 92,3 Jones, σελίδες 287–89
  93. Cherry-Garrard, σελ. 248
  94. Cherry-Garrard, σελ. 659
  95. Jones, σελ. 266
  96. Barczewski, σελίδες 240 & 244
  97. Thomson, σελίδες Preface, xiii
  98. 98,0 98,1 Thomson, σελ. 233
  99. Barczewski, σελ. 261
  100. Huntford, The Last Place on Earth, σελ. 527
  101. Barczewski, σελ. 259
  102. Huntford, The Last Place on Earth, σελ. 523
  103. Jones, σελ. 8
  104. Spufford, σελ. 5
  105. Spufford, σελίδες 104–05
  106. Σχετική αναφορά σε Barczewski, σελ. 260.
  107. 107,0 107,1 Barczewski, σελ. 283
  108. 108,0 108,1 108,2 Barczewski, σελίδες 305–311
  109. Solomon, σελίδες 309–327 & Barczewski, σελ. 306.
  110. New York Times, 3 Δεκεμβρίου 2006
  111. Crane, σελ. 11
  112. Daily Telegraph, 19 Δεκεμβρίου 2004

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο διαδίκτυο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιπλέον ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Caesar, Adrian:The White: Last Days in the Antarctic Journeys of Scott and Mawson 1911–1913 Pan MacMillan, Sydney, 1999, ISBN 0-330-36157-0
  • Huxley, Elspeth (1977). Scott of the Antarctic. London: Weidenfeld & Nicolson. ISBN 0-297-77433-6. 
  • Tally, Ted: Terra Nova: a play[1], Dramatist's Play Service, 1981

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Robert Falcon Scott της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Controversies surrounding Robert Falcon Scott της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).