Ρινόκερος (ξυλογραφία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Ρινόκερος
Dürer rhino full.png
Άλμπρεχτ Ντύρερ, 1515
χαρακτική σε ξύλο
21,4× 29,8
, Νυρεμβέργη

Ο Ρινόκερος είναι γνωστή ξυλογραφία του Γερμανού ζωγράφου και χαράκτη Άλμπρεχτ Ντύρερ, που χρονολογείται το 1515[1]. Το θέμα του έργου βασίστηκε στη γραπτή περιγραφή και στο πρόχειρο σχέδιο ανώνυμου καλλιτέχνη, ενός Ινδικού ρινόκερου που είχε μεταφερθεί στη Λισαβώνα τον ίδιο χρόνο και αποτελούσε το πρώτο ζωντανό δείγμα του θηλαστικού στην Ευρώπη από τη Ρωμαϊκή εποχή. Στα τέλη του 1515, ο βασιλιάς της Πορτογαλίας, Μανουέλ Α', πρόσφερε το ζώο ως δώρο στον Πάπα Λέοντα Ι', ωστόσο ο ρινόκερος απεβίωσε στις αρχές του 1516, κοντά στις ακτές της Ιταλίας, μετά από ναυάγιο του πλοίου που τον μετέφερε. Ζωντανός ρινόκερος ταξίδεψε ξανά στην Ευρώπη όταν ένα δεύτερο είδος έφθασε από την Ινδία στην αυλή του Φιλίππου Β' της Ισπανίας, περίπου το 1579[2][3].

Παρά τις ανατομικές ανακρίβειες του σχεδίου, η ξυλογραφία του Ντύρερ έγινε δημοφιλής στην Ευρώπη και αναπαράχθηκε πολλές φορές στη διάρκεια των επόμενων τριών αιώνων. Θεωρήθηκε ακριβής αναπαράσταση ενός ρινόκερου μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, όταν εκτοπίστηκε από νεότερες, πιο ακριβείς και λεπτομερέστερες αναπαραστάσεις. Έχει χαρακτηριστεί ως η «εικόνα ζώου με τη μεγαλύτερη επίδραση στις τέχνες»[4].

Η ιστορία του ρινόκερου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη γνωστή εικόνα ρινόκερου είναι μία πρωτόγονης τεχνοτροπίας ξυλογραφία που χρησιμοποιήθηκε για την εικονογράφηση ποιήματος του Giovanni Giacomo Penni, δημοσιευμένου στη Ρώμη τον Ιούλιο του 1515 (Biblioteca Colombina, Σεβίλη).

Στις 20 Μαΐου 1515, ένας Ινδικός ρινόκερος έφθασε στην πόλη της Λισαβόνας από την Άπω Ανατολή. Στις αρχές του 1514, ο Πορτογάλος κυβερνήτης Αλφόνσο ντε Αλμπουκέρκε, απέστειλε διπλωμάτες στο σουλτάνο Μουζαφάρ Β', ηγεμόνα του Καμπάτ (σύγχρονη Γκουτζαράτ), προκειμένου να ζητήσει άδεια για την κατασκευή ενός οχυρού στο λιμάνι του Ντιού. Η αποστολή επέστρεψε χωρίς την εξασφάλιση συμφωνίας, ωστόσο ανάμεσα στα δώρα καλής θέλησης που ανταλλάχθηκαν περιλαμβανόταν ο ρινόκερος που απεικόνισε αργότερα ο Ντύρερ[5]. Εκείνη την εποχή, οι ηγεμόνες των χωρών συνήθιζαν να δωρίζουν εξωτικά ζώα, τα οποία συνήθως συντηρούνταν σε ιδιωτικούς κήπους. Ο ντε Αλπουκέρκε αποφάσισε αργότερα να προσφέρει το θηλαστικό στον βασιλιά Μανουέλ Α' της Πορτογαλίας. Έπλευσε με το πλοίο Nossa Senhora da Ajuda[6], το οποίο εγκατέλειψε τη Γκόα τον Ιανουάριο του 1515[7]. Με κυβερνήτη τον Φρανθίσκο Περέιρα Κουτίνιο[8] και με συνοδεία δύο ακόμα σκάφη, το πλοίο διέσχισε τον Ινδικό Ωκεανό, κοντά στο ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, και νοτιότερα τον Ατλαντικό ωκεανό, προσαράζοντας προσωρινά στη Μοζαμβίκη, στην Αγία Ελένη και στις Αζόρες.

Μετά από ταξίδι 120 ημερών, ο ρινόκερος εκφορτώθηκε τελικά σε πορτογαλικό έδαφος, κοντά στην περιοχή όπου βρισκόταν υπό κατασκευή ο Πύργος της Μπελέμ, ο οποίος αργότερα διακοσμήθηκε με γλυπτά στο σχήμα κεφαλιού ρινόκερου. Η άφιξη του ζώου προκάλεσε ενθουσιασμό, καθώς ο ρινόκερος δεν είχε μεταφερθεί στην Ευρώπη από την εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και αποτελούσε ένα είδος μυθικού κτήνους, συχνά συνδεόμενο με τον μονόκερο ή άλλους ζωοκεντρικούς μύθους. Στα πλαίσια της αναγεννησιακής εποχής, θεωρήθηκε ως ένα κομμάτι της κλασικής αρχαιότητας που ανακαλυπτόταν εκ νέου, όπως ένα άγαλμα ή μία αρχαία επιγραφή.

Το θηλαστικό εξετάστηκε από ειδήμονες και επιστολές με περιγραφές του ανταλλάχθηκαν με αποδέκτες σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη. Η παλαιότερη γνωστή εικόνα εν ρινόκερου χρησιμοποιήθηκε για την εικονογράφηση ποιήματος (poemetto) του Φλωρεντινού Τζιοβάνι Τζιάκομο Πένι (Giovanni Giacomo Penni), που δημοσιεύτηκε στη Ρώμη στις 13 Ιουλίου 1515, λίγες εβδομάδες πριν την άφιξη του ρινόκερου στη Λισαβώνα[9]. Το μοναδικό αντίγραφο του ποιήματος που διασώζεται, φυλάσσεται στη Biblioteca Colombina της Σεβίλης.

Το εξωτικό ζώο φιλοξενήθηκε στον ιδιωτικό κήπο του βασιλιά Μανουέλ Α', στο παλάτι Ριμπέιρα, στη Λισαβώνα, φροντίζοντας να διαχωριστεί από τον ελέφαντα του βασιλιά και άλλα ζώα που φιλοξενούνταν στο παλάτι Estãos. Στις 3 Ιουνίου 1515, ο βασιλιάς οργάνωσε μία αναμέτρηση ανάμεσα στον ρινόκερο και ένα νεαρό ελέφαντα της συλλογής του, προκειμένου να εξακριβωθεί ο ισχυρισμός του Πλίνιου του πρεσβύτερου, πως τα δύο ζώα ήταν εχθρικά μεταξύ τους[10]. Ο ρινόκερος προχώρησε αργά έναντι του αντιπάλου του, ενώ ο ελέφαντας, θορυβημένος και από το μεγάλο πλήθος που είχε συσσωρευθεί για να παρακολουθήσει το γεγονός, τράπηκε σε φυγή[11][12].

Ξυλογραφία του ελέφαντα που έγινε γνωστός με το όνομα Χάνο, από φυλλάδιο που δημοσιεύτηκε με το ψευδώνυμο "Philomathes" (Ρώμη, περ. 1514)

Ο Μανουέλ Α' αποφάσισε να δωρίσει τον ρινόκερο στον πάπα Λέοντα Ι', επιθυμώντας να διατηρήσει την εύνοιά του και τα προνόμια σε νέες εκτάσεις της Άπω Ανατολής που εξερευνούσαν οι ναυτικές δυνάμεις του[13]. Μαζί με άλλα πολύτιμα δώρα, ο ρινόκερος επιβιβάστηκε σε πλοίο, αναχωρώντας από την πόλη Τάγος με προορισμό τη Ρώμη το Δεκέμβριο του 1515, φέροντας πράσινο περιλαίμιο από μετάξι και λουλούδια[14]. Στις αρχές του 1516, ο βασιλιάς Φραγκίσκος Α' της Γαλλίας ζήτησε να δει τον ρινόκερο και το πορτογαλικό πλοίο πραγματοποίησε στάση σε νησί της Γαλλίας, κοντά στην πόλη της Μασσαλίας[15], όπου ο ρινόκερος αποβιβάστηκε για να εξεταστεί από τον βασιλιά, στις 24 Ιανουαρίου.

"Η δημιουργία των ζώων" του Ραφαήλ, 1518–1519, νωπογραφία που διακοσμεί το Βατικανό. Ένας ρινόκερος εμφανίζεται στο δεξί τμήμα του έργου, μαζί με έναν ελέφαντα (πιθανώς ο ελέφαντας Χάνο του Πάπας Λέοντα Ι').

Συνεχίζοντας το ταξίδι του, το πλοίο που μετέφερε τον ρινόκερο ναυάγησε εξαιτίας ξαφνικής καταιγίδας που ξέσπασε καθώς διέσχιζε τα στενά του Πόρτο Βενέρε, νότια της Λα Σπέτσια στην ακτή της Λιγκουρίας. Δεμένος με αλυσίδες, προκειμένου να μπορεί να τεθεί υπό έλεγχο, ο ρινόκερος ήταν ανίκανος να κολυμπήσει, με αποτέλεσμα να πνιγεί. Το κουφάρι του βρέθηκε κοντά στη Βιλφράνς και μεταφέρθηκε στη Λισαβώνα, όπου ταριχεύτηκε. Σύμφωνα με ορισμένες αναφορές, ενδέχεται να μεταφέρθηκε στη Ρώμη το Φεβρουάριο του 1516, ωστόσο σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση στην ιταλική πόλη, αν και ρινόκεροι απεικονίστηκαν σε σύγχρονους πίνακες του Τζοβάννι ντα Ούντινε και του Ραφαήλ[16][17].

Ακόμα και αν ένας ταριχευμένος ρινόκερος πράγματι μεταφέρθηκε και εκτέθηκε στη Ρώμη, η τύχη του παραμένει άγνωστη. Πιθανώς μεταφέρθηκε κατόπιν στη Φλωρεντία από τον οίκο των Μεδίκων ή καταστράφηκε κατά τη λεηλασία της Ρώμης το 1527. Αιώνες αργότερα, η ιστορία του ρινόκερου αποτέλεσε τη βάση για το μυθιστόρημα του Λόρενς Νόρφολκ The Pope's Rhinoceros (1996)[18].

Η ξυλογραφία του Ντύρερ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχέδιο του ρινόκερου με μολύβι και μελάνι, Άλμπρεχτ Ντύρερ, 1515 (Βρετανικό Μουσείο). Στη λεζάντα του σχεδίου αναγράφεται ως έτος άφιξης του θηλαστικού στη Λισαβόνα το 1513 (sic).[19]

Ο Βαλεντίμ Φερναντές, Μοραβιανός έμπορος και χαράκτης, αντίκρισε τον ρινόκερο στη Λισαβόνα και τον περιέγραψε σε επιστολή που απέστειλε σε φίλο του τον Ιούνιο του 1515, στη Νυρεμβέργη. Η πρώτη επιστολή, γραμμένη στη Γερμανική γλώσσα, δεν έχει διασωθεί, ωστόσο ένα αντίγραφο στα ιταλικά φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Φλωρεντίας[20]. Ένα δεύτερο γράμμα, άγνωστου συντάκτη, εστάλη από τη Λισαβώνα στη Νυρεμβέργη περίπου την ίδια περίοδο και περιείχε επιπρόσθετα ένα σχέδιο του ρινόκερου, έργο άγνωστου καλλιτέχνη. Ο Ντύρερ ήρθε σε επαφή με αυτή την επιστολή και χωρίς να έχει αντικρίσει ο ίδιος τον ρινόκερο φιλοτέχνησε δύο σχέδια με μολύβι και μελάνι, καθώς και μία ξυλογραφία, βασισμένη σε ένα από αυτά. [17][21].

Η γερμανική επιγραφή επί της ξυλογραφίας, σύμφωνα με την αναφορά του Πλίνιου[10] αναφέρει:

«Την πρώτη Μαΐου του έτους 1513 μ.Χ., ο ισχυρός βασιλιάς της Πορτογαλίας, Μανουέλ της Πορτογαλίας, έφερε αυτό το ζώο από την Ινδία, αποκαλούμενο ρινόκερος. Αυτή είναι μία ακριβής αναπαράσταση. Έχει το χρώμα μίας χελώνας[22]με στίγματα, και καλύπτεται σχεδόν εξολοκλήρου από παχιές φολίδες. Έχει το μέγεθος ελέφαντα, αλλά διαθέτει κοντύτερα πόδια και είναι σχεδόν άτρωτος. Έχει ένα δυνατό κέρατο που εκτείνεται από την κορυφή της μύτης του, το οποίο ακονίζει στις πέτρες. Είναι ο θανατηφόρος εχθρός του ελέφαντα. Ο ελέφαντας φοβάται τον ρινόκερο, καθώς όταν τυχαίνει να συναντηθούν, ο ρινόκερος εφορμά προτάσσοντας το κεφάλι του και σχίζει το στομάχι του ελέφαντα, ο οποίος είναι ανίκανος να αμυνθεί. Ο ρινόκερος είναι τόσο καλά εξοπλισμένος ώστε ο ελέφαντας δεν μπορεί να τον βλάψει. Λέγεται ότι ο ρινόκερος είναι γρήγορος, ασυγκράτητος και πανούργος».[23]

Οι πτυχώσεις στην επιδερμίδα του ινδικού ρινόκερου ομοιάζουν με την «πανοπλία» που φιλοτέχνησε ο Ντύρερ.

Η ξυλογραφία του Ντύρερ δεν είναι απόλυτα ακριβής αναπαράσταση του ρινόκερου. Φιλοτέχνησε ένα ζώο με σκληρές «πλάκες» που καλύπτουν το σώμα του ως πανοπλία, με ένα περιλαίμιο, ένα συμπαγές προστήθιο και πριτσίνια στις συνάψεις. Επιπλέον τοποθέτησε ένα μικρό κέρατο στην πλάτη του, σχεδιάζοντας φολιδωτά πόδια και πριονωτά τμήματα στο οπίσθιο μέρος. Κανένα από αυτά τα χαρακτηριστικά δεν απαντώνται σε έναν αληθινό ρινόκερο[24][25]. Πιθανώς, για τις ανάγκες της μάχης του ρινόκερου με τον ελέφαντα, χρησιμοποιήθηκε μία πανοπλία, την οποία προσπάθησε να αποδώσει ο Ντύρερ[26]. Κατά μία άλλη εκδοχή, η «πανοπλία» του Ντύρερ ίσως αναπαριστά τις βαριές πτυχές που σχηματίζει το δέρμα του ινδικού ρινόκερου, ή αποτελεί απλούστερα παρανόηση ή προϊόν της δημιουργικής φαντασίας του Ντύρερ[27]. Ο Ντύρερ σχεδίασε ακόμα μία φολιδωτή υφή σε μεγάλη έκταση του σώματος του ρινόκερου. Η επιλογή αυτή αντανακλά πιθανώς την απόπειρά του να αποτυπώσει την τραχιά και άτριχη επιδερμίδα του ινδικού ρινόκερου, που χαρακτηρίζεται από ανωμαλίες στα πόδια και στους ώμους. Κατά μία άλλη εκδοχή, η αναπαράσταση του Ντύρερ αποτύπωσε πιθανή δερματίτιδα του ρινόκερου, που ενδέχεται να προκλήθηκε λόγω του τετράμηνου εγκλεισμού του σε πλοίο, κατά τη μεταφορά του από την Ινδία στην Πορτογαλία[28].

Σχέδιο του ρινόκερου με μολύβι και μελάνι (1515), έργο του Hans Burgkmair που φυλάσσεται στη Graphische Sammlung Albertina της Βιέννης

Μία δεύτερη ξυλογραφία δημιουργήθηκε από τον Hans Burgkmair στο Άουγκσμπουργκ, περίπου την ίδια περίοδο κατά την οποία φιλοτέχνησε ο Ντύρερ τον ρινόκερο στη Νυρεμβέργη. Ο Burgkmair αλληλογραφούσε με εμπόρους στη Λισαβόνα και στη Νυρεμβέργη, ωστόσο δεν είναι σαφές αν είχε πρόσβαση σε κάποια επιστολή ή σχέδιο όπως ο Ντύρερ ή ακόμα αν είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει το ζώο στην Πορτογαλία[29]. Η εικόνα που φιλοτέχνησε είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα, παραλείποντας τις περισσότερες ευφάνταστες προσθήκες του Ντύρερ και προσθέτοντας τις αλυσίδες που χρησιμοποιήθηκαν για τη συγκράτηση του ζώου[29]. Παρόλα αυτά, το έργο του Ντύρερ εκτόπισε εκείνο του Burgkmair σε δημοφιλία. Διασώζεται μόνο ένα αντίγραφο της ξυλογραφίας του Burgkmair, που φυλάσσεται στην Αλμπερτίνα (Graphische Sammlung Albertina) της Βιέννης, ενώ αντίθετα το πρωτότυπο έργο του Ντύρερ αντιγράφτηκε πολλές φορές. H πρώτη τυπογραφία του χρονολογείται το 1515, διαθέτοντας πέντε χαρακτηριστικές γραμμές κειμένου στην επικεφαλίδα[8], ενώ αρκετές εκτυπώσεις ακολούθησαν μετά το θάνατο του Ντύρερ, το 1528, συμπεριλαμβανομένων δύο τυπογραφιών κατά τη δεκαετία του 1540 και δύο ακόμα στα τέλη του 16ου αιώνα[30]. Μεταενέστερες τυπογραφίες περιλαμβάνουν έξι γραμμές περιγραφικού κειμένου.[8] Το αρχικό ξύλινο τεμάχιο του Ντύρερ χρησιμοποιήθηκε και αργότερα, αν και σε νεότερες εκτυπώσεις διαφαίνονται οπές από σαράκι[31].

Έμβλημα του Αλεξάνδρου των Μεδίκων, από το έργο του Πάολο Τζόβιο Dialogo dell'impresse militari et amorosi, 1557.

Παρά τις ανακρίβειές της, η εικόνα του ρινόκερου που φιλοτέχνησε ο Ντύρερ παρέμεινε εξαιρετικά δημοφιλής[25] και μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα θεωρείτο ακριβής αναπαράσταση του θηλαστικού. Ενδεχομένως να ήταν συνειδητή η επιλογή του να φιλοτεχνήσει μία ξυλογραφία, στη θέση μιας λεπτομερέστερης και πιο εκλεπτυσμένης χαλκογραφίας, προκειμένου να εξασφαλίσει τη δυνατότητα μαζικής παραγωγής τυπογραφιών[32]. Οι εικόνες που παράχθηκαν από την ξυλογραφία χρησιμοποιήθηκαν σε φυσιοκρατικά κείμενα, όπως η Κοσμογραφία (Cosmographiae, 1544) του Σεμπάστιαν Μύνστερ (Sebastian Münster), το Historiae Animalium (1551) του Conrad Gessner, το Histoire of Foure-footed Beastes (1607) του Edward Topsell, και άλλα. Τον Ιούνιο του 1536, ο Αλέξανδρος των Μεδίκων επέλεξε ένα ρινόκερο - εμφανώς βασισμένο στην αναπαράσταση του Ντύρερ - ως θέμα του εμβλήματός του, το οποίο περιλάμβανε τη ρήση "Non buelvo sin vencer" («Δεν θα επιστρέψω δίχως τη νίκη»)[33]. Το 1549, ένα γλυπτό που αναπαριστά ένα ρινόκερο, επίσης βασισμένο στην εικόνα του Ντύρερ, τοποθετήθηκε στη βάση ενός οβελίσκου ύψους 21 μ., σε σχέδιο του Jean Goujon, και υψώθηκε μπροστά από το ναό της Αναστάσεως, επί της οδού Σεντ Ντενί του Παρισιού, προκειμένου να τιμηθεί ο νέος βασιλιάς της Γαλλίας Ερρίκος Β'[34]. Ένα παρόμοιο ανάγλυφο έργο διακοσμεί τον καθεδρικό ναό της Πίζας. Ο ρινόκερος του Ντύρερ χρησιμοποιήθηκε σε πολυάριθμα ακόμα έργα ζωγραφικής και γλυπτικής, ενώ εξελίχθηκε επίσης σε δημοφιλές διακοσμητικό θέμα για πορσελάνες. Η απήχηση του ανακριβούς σχεδίου παρέμεινε σταθερή παρά την παρουσία ενός ινδικού ρινόκερου στη Μαδρίτη, από το 1579 έως το 1587[35], και την έκθεση ενός ζωντανού ρινόκερου στο Λονδίνο την περίοδο 1684–86, και για δεύτερη φορά μετά το 1739[36].

Πορσελάνινος ρινόκερος στο Μουσείο Πορσελάνης του Meissen, έργο βασισμένο σε γλυπτό του Γιόχαν Γκέτλιμπ Κίρχνερ, περίπου του 1730. Αντλεί στοιχεία από τον ρινόκερο του Ντύρερ, όπως μαρτυρά το χαρακτηριστικό μικρό κέρατο στην πλάτη του ζώου.

Η δεσπόζουσα θέση της εικόνας του Ντύρερ άρχισε να κλονίζεται από τα μέσα του 18ου αιώνα, όταν ολοένα περισσότεροι ρινόκεροι μεταφέρονταν στην Ευρώπη και παρουσιάζονταν στο κοινό δίνοντας τη δυνατότητα για περισσότερες και ακριβέστερες νέες αναπαραστάσεις. Το 1749, ο Ζαν Μπατίστ Ουντρί (Jean-Baptiste Oudry) φιλοτέχνησε ένα πορτρέτο, σχεδόν πραγματικών διαστάσεων, του ρινόκερου που ονομάστηκε Κλάρα και περιόδευσε για δεκαεπτά χρόνια στην Ευρώπη, ενώ περίπου το 1790, ο Τζορτζ Σταμπς (George Stubbs) ζωγράφισε επίσης ένα πορτρέτο ρινόκερου. Τα δύο έργα υπήρξαν πολύ περισσότερο ακριβή σε σύγκριση με την ξυλογραφία του Ντύρερ, αποτυπώνοντας με ρεαλιστικότερο τρόπο το παχύδερμο θηλαστικό, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στον εκτοπισμό του έργου του Ντύρερ από τη φαντασία της κοινής γνώμης. Ειδικότερα, ο πίνακας του Ουντρί αποτέλεσε πηγή για την εικονογράφηση του εγκυκλοπαιδικού έργου Φυσική Ιστορία (Histoire naturelle) του κόμη Ζωρζ-Λουί Λεκλέρ[37]. Το 1790, ο Τζέιμς Μπρους, στο ταξιδιωτικό έργο Travels to discover the source of the Nile, απέρριψε το έργο του Ντύρερ ως «θαυμάσια κακοεκτελεσμένο σε όλα τα μέρη του» και "πηγή όλων των τερατωδών μορφών» με τις οποίες έχει σχεδιαστεί ο ρινόκερος από τότε. Η εικονογράφηση ενός αφρικανικού λευκού ρινόκερου στο έργο του Μπρους, χαρακτηρίζεται παρόλα αυτά από παρόμοιες ανακρίβειες με τον ρινόκερο του Ντύρερ[38].

Rinoceronte vestido con puntillas (1956) του Σαλβαδόρ Νταλί.

Σύμφωνα με τον σημειολόγο Ουμπέρτο Έκο, οι διαβαθμίσεις και οι φολίδες που χρησιμοποίησε υπερβολικά ο Ντύρερ, αποτέλεσαν αναγκαίο στοιχείο για την αναπαράσταση του ζώου, ακόμα και για τους γνώστες της ακριβούς μορφής του, καθώς μόνο αυτά τα προτυποποιημένα γραφικά σημεία ήταν ικανά να δηλώσουν την έννοια ρινόκερος στο θεατή της εικόνας[39]. Μέχρι τα τέλη του 1930, το έργο του Ντύρερ εμφανιζόταν σε γερμανικά σχολικά εγχειρίδια ως πιστή αναπαράσταση του ρινόκερου[4]. Στη Γερμανική γλώσσα, ο ινδικός ρινόκερος ονομάζεται ακόμα Panzernashorn, δηλ. «πάνοπλος ρινόκερος». Εξακολουθεί να ασκεί ισχυρή καλλιτεχνική επίδραση, ενώ αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον Ισπανό ζωγράφο Σαλβαδόρ Νταλί όταν φιλοτέχνησε το γλυπτό Rinoceronte vestido con puntillas (1956), το οποίο εκτίθεται στο Puerto Banús της Μαρμπέλα από το 2004.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ορισμένες πηγές χρονολογούν λανθασμένα το έργο το 1513, αναπαράγοντας ένα τυπογραφικό λάθος του Ντύρερ σε ένα από τα προσχέδιά του. (βλ. Bedini, σ.121.)
  2. Clarke, κεφ. 2.
  3. Με αφορμή την άφιξη του ρινόκερου, ένας δρόμος της Μαδρίτης έλαβε την ονομασία Abada (ρινόκερος στα πορτογαλικά) [1]. [2] (ισπανικά)
  4. 4,0 4,1 Clarke, σ.20
  5. Bedini, σ.112.
  6. Clarke, σ.16.
  7. Bedini, σ.113.
  8. 8,0 8,1 8,2 História do famoso rhinocerus de Albrecht Dürer, Projecto Lambe-Lambe.
  9. Giovanni Giacomo Penni, Forma e natura e costumi de lo rinocerote (...). See Ugo Serani, Etiopicas 2 (2006) ISSN 1698-689X [3] για το πρωτότυπο κείμενο στα ιταλικά και μετάφραση στα ισπανικά
  10. 10,0 10,1 Πρωτότυπο στα λατινικά και μετάφραση στα αγγλικά του κεφ. 29, βιβλίο VIII της Φυσικής Ιστορίας του Πλίνιου.
  11. Bedini, σ.118.
  12. Άλμπρεχτ Ντύρερ, Ο Ρινόκερος, σχέδιο και ξυλογραφία, στο Βρετανικό Μουσείο
  13. Τον προηγούμενο χρόνο, ο πάπας δέχθηκε ως δώρο έναν ελέφαντα, στον οποίο δόθηκε το όνομα Χάνο.
  14. Bedini, σ.127.
  15. Το αρχιπέλαγος Φριούλ περιλαμβάνει τέσσερα κύρια νησιά. Σύμφωνα με τον Bedini, ο ρινόκερος αποβιβάστηκε πιθανότατα στο νησί Πομέγκ ή Ρατονό. Άλλα πιθανά νησιά είναι τα Ιφ και Τιμπουλέν (βλ. Bedini σ.128).
  16. Bedini, σ.132.
  17. 17,0 17,1 Gessner's Hyena and the Telephone Game, Manda Clair Jost, 2002.
  18. Βιογραφία του Νόρφολκ στο British Arts Council.
  19. Clarke, σ.181.
  20. Bedini, σ.120 και υποσημείωση 10
  21. Η ξυλογραφία φιλοτεχνήθηκε πιθανώς από ειδικό χαράκτη (Formschneyder) υπό την επίβλεψη του Ντύρερ (βλ. Quammen, σ.204)
  22. ορισμένες εκδόσεις μεταφράζουν τη λέξη Krot ως «βάτραχος», ωστόσο ο όρος Schildkrot αναφέρεται πιθανότατα στη χελώνα (βλ. Bedini, σ.121)
  23. Μετάφραση από το γερμανικό πρωτότυπο. Μία μετάφραση στα γαλλικά βρίσκεται στη διδακτορική διατριβή του Bruno Faidutti στο Πανεπιστήμιο Paris XII La licorne et le rhinocéros, κεφ. 3.2, εικόνα 10, Νοέμβριος 1996. Για μία μετάφραση της επιγραφής στην Αγγλική βλ. Clarke, σ.20.
  24. Group of History and Theory of Science - Dürer's Rhinoceros, State University of Campinas, Βραζιλία.
  25. 25,0 25,1 Dürer's Rhinoceros, Kallisti Digital Publishing, 7 Μαρτίου 2003
  26. όπως προτείνεται από τον Glynis Ridley (2004), Clara's Grand Tour: Travels with a Rhinoceros in Eighteenth-century Europe, Atlantic Monthly Press, ISBN 1-84354-010-X. Απουσιάζει σχετική αναφορά στο έργο του Bedini.
  27. Ο Ντύρερ ζούσε κοντά στη συνοικία των κατασκευαστών πανοπλιών στη Νυρεμβέργη (Schmeidegasse), ενώ ο ίδιος σχεδίαζε πανοπλίες περίπου την ίδια περίοδο. Υπό αυτό το πρίσμα, αποτελεί ενδεχομένως εξεζητημένη επιλογή του (βλ. Clarke, σ.20.).
  28. Σχόλιο πάνω σε λιθογράφημα από το έργο του Conrad Gessner Mammals, folio 131 verso, Humanities Media Interaction Project, ιστότοπος Πανεπιστημίου Keio Ιαπωνίας.
  29. 29,0 29,1 Bedini, σ.121.
  30. Clarke, σ.23.
  31. Quammen, σ.206.
  32. Quammen, σ.206
  33. Bedini, σ.192.
  34. Bedini, σ.193.
  35. Διασώζονται ορισμένες τυπογραφίες του ρινόκερου της Μαδρίτης από τον Philippe Galle (Αμβέρσα, 1586) καθώς και παράγωγα έργα.
  36. Clarke, κεφ. 2, 3.
  37. Clarke, σ.64.
  38. Alperson, Philip A, The Philosophy of the Visual Arts, Oxford University Press US, 1992, ISBN 0-19-505975-1, σ. 80
  39. Eco, Umberto, Theory of Semiotics, 1978, Indiana University Press, ISBN 253202175, σ. 205

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bedini, Silvano A. , The Pope's Elephant, 1997, Carcanet Press, Manchester, ISBN 1-85754-277-0
  • Clarke, T. H., The Rhinoceros from Dürer to Stubbs: 1515–1799, 1986, Sotheby's Publications, London, ISBN 0-85667-322-6
  • David Quammen (2000), The Boilerplate Rhino: Nature in the Eye of the Beholder, Scribner, ISBN 0-684-83728-5 (βλ. σσ.201–209, The Boilerplate Rhino, προηγουμένως δημοσιευμένο στη στήλη "Natural Acts" του περιοδικού Outside, Ιούνιος 1993)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Dürer's Rhinoceros της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).