Πορφυροτσικνιάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πορφυροτσικνιάς
Purple Heron near Hodal I IMG 9518.jpg
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πουλιά (Αves)
Τάξη: Πελαργόμορφα (Pelecaniformes)
Οικογένεια: Ερωδιίδες (Ardeidae)
Γένος: Ερωδιός (Ardea)
Είδος: A. purpurea
Διώνυμο
Ardea purpurea (Ερωδιός ο πορφυρός)
(Λινναίος 1766)

Ο Πορφυροτσικνιάς (Ardea purpurea - Ερωδιός ο πορφυρός) είναι ένα κοσμοπολίτικο υδρόβιο σαρκοφάγο πτηνό που ανήκει στην οικογένεια των Ερωδιίδων.

Ταξινόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πορφυροτσικνιάς ανήκει στην τάξη των Πελαργόμορφων, στην οικογένεια των Ερωδιίδων, στο γένος Ερωδιός (Ardea). Σε αυτό το είδος ανήκουν 4 υποείδη

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κεφάλι του Πορφυροτσικνιά

Πρόκειται για έναν αρκετά μεγαλόσωμο ερωδιό. Έχει μήκος 78 με 90 εκατοστά, βάρος που κυμαίνεται από τα 525 γραμμάρια μέχρι τα 1345 γραμμάρια ενώ το άνοιγμα των φτερών του είναι 120 με 150 εκατοστά, ο λαιμός του είναι ιδιαιτέρα μακρύς και συχνά των κρατάει στην θέση S, ιδιαίτερα όταν πετάει. Τα θηλυκά είναι λίγο μικρότερα από τα αρσενικά. Γενικά μοιάζει με τον Σταχτοτσικνιά, αν και είναι λίγο μικρότερος, με τον οποίο μπορεί να συγχυθεί όταν παρατηρείται από απόσταση. Από κοντά τα δύο είδη ξεχωρίζουν για τον χρωματισμό τους. Ο Πορφυροτσικνιάς είναι πιο εντυπωσιακός, η ράχη του και τα φτερά του είναι σκούρου γκρι χρώματος με πυρόξανθες ανταύγειες, ο λαιμός του είναι κοκκινωπός, στο χρώμα του χαλκού, με μαύρες ραβδώσεις στις δύο πλευρές, στο κεφάλι έχει μαύρο στέμμα και λοφίο. Το ράμφος τους είναι μακρύ και Κίτρινου χρώματος. Τα πόδια έχουν κίτρινο χρώμα που μπορεί να φτάσει μέχρι το πορτοκαλί και καταλήγουν σε ιδιαιτέρως μακριά δάχτυλα, σε σχέση με τους άλλους ερωδιούς. Οι νεαροί ερωδιοί είναι πιο ανοιχτόχρωμοι με πυρόξανθο στέμμα και κατάξανθο κάτω μέρος κοιλιάς.

Βιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάλογα με την περιοχή διαμονής του ο Πορφυροτσικνιάς έχει διαφορές στην συμπεριφορά του. Τα άτομα που ζουν στις βόρειες περιοχές της εξάπλωσής τους είναι μεταναστευτικά και διαχειμάζουν σε τροπικές περιοχές. Εκείνα που ζουν στην τροπική Αφρική και Ασία είναι επιδημητικά και κάνουν μόνο μικρές μετακινήσεις διασποράς. Οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί κάνουν την φθινοπωρινή μετανάστευση από Αύγουστο μέχρι τον Οκτώβριο, η ανοιξιάτικη μετανάστευση γίνεται τον Μάρτιο. Κατά τις μεταναστευτικές μετακινήσεις του ο Πορφυροτσικνιάς ταξιδεύει σε μικρές ομάδες αν και σε σπάνιες περιπτώσεις έχουν παρατηρηθεί ομάδες που φτάνουν μέχρι τα 400 άτομα.

Η διάρκεια ζωής του πορφυροτσικνιά μπορεί να ξεπεράσει τα 23 χρόνια.

Διατροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής του αποτελείται από μικρά ψάρια, μέχρι τα 15 εκατοστά. Λιγότερα συχνά τρέφεται με μεγαλύτερα ψάρια, αμφίβια (βατράχια και σαλαμάνδρες), έντομα (όπως ακρίδες και σκαθάρια), οστρακόδερμα (όπως καβούρια) και Μαλάκια. Πιο σπάνια μπορεί να πιάσει σαύρες, Φίδια, μικρά Πτηνά και θηλαστικά.

Πρόκειται για έναν μοναχικό κυνηγό που προτιμάει να κυνηγάει με την δύση του ηλίου και τις πρώτες πρωινές ώρες. Αν και μπορούμε να τον βρούμε να κυνηγάει σε σχετικά βαθιά νερά συνήθως προτιμάει τα ρηχά. Το είδος των νερών που δραστηριοποιείται μπορεί να είναι γλυκό, υφάλμυρο ή θαλασσινό. Δεν κυνηγάει ενεργά την λεία του αλλά προτιμάει να μένει ακίνητος κριμένος στην πυκνή βλάστηση της όχθης ή πάνω σε ένα κλαδί ενός πυκνού θάμνου, που βρίσκεται κοντά στην επιφάνεια του νερού, να πλησιάσει το θήραμα. Μόλις η λεία του βρεθεί αρκετά κοντά, με μία γρήγορη κίνηση του λαιμού του, το σκοτώνει με ένα δυνατό χτύπημα του ράμφους του.

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νεαρό άτομο

Η αναπαραγωγική περίοδος διαφέρει ανάλογα με την περιοχή διαμονής. Στις βόρειες περιοχές αναπαράγεται από Απρίλιο μέχρι Ιούνιο, στην Αφρική κατά την περίοδο των βροχών, στη βόρεια Ινδία από Ιούνιο μέχρι Οκτώβριο και στη νότια από Νοέμβριο μέχρι Μάρτιο. Φωλιάζει ή μοναχικά ή σε μικρές αποικίες, αν και σε σπάνιες περιπτώσεις έχουν παρατηρηθεί και μεγαλύτερες αποικίες. Δεν είναι σπάνιο οι φωλιές των πορφυροτσικνιάδων να βρίσκονται στα όρια των αποικιών άλλων ειδών και κυρίως των σταχτοτσικνιάδων. Η φωλιά είναι μία πλατφόρμα από χόρτα και κλαδάκια που την χτίζουν συνήθως στο έδαφος ανάμεσα στους καλαμιώνες ή σε κλαδιά μέχρι 3 μέτρα πάνω από την επιφάνεια του νερού. Σε πιο σπάνιες περιπτώσεις έχουν παρατηρηθεί και φωλιές σε μεγάλα δέντρα σε ύψος μέχρι και 25 μέτρα. Μετά την ολοκλήρωση της φωλιάς το θηλυκό μέσα σε δυο με τρεις μέρες γεννάει 2 με 8 γαλάζοπράσινα αβγά, συχνότερα 4 με 5, που θα τα κλωσήσουν και οι δύο γονείς. Οι νεοσσοί εκκολάπτονται μετά από 25 περίπου μέρες. Την φροντίδα τους την αναλαμβάνουν και οι δύο γονείς μαζί ενώ τα μικρά ανεξαρτητοποιούνται οριστικά μετά από 60 περίπου μέρες ενώ σεξουαλικά ωριμάζουν σε ηλικία ενός έτους.

Βιότοπος και γεωγραφική εξάπλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πορφυροτσικνιάς είναι ένα καθαρά υδρόβιο πτηνό. Προτιμάει βιοτόπους γλυκού νερού σε χαμηλό υψόμετρο αλλά, κυρίως στις τροπικές περιοχές, μπορούμε να τον βρούμε και σε μεγαλύτερα ύψη, στην Μαδαγασκάρη μέχρι τα 1800 μέτρα. Συχνάζει σε πλημυρισμένους καλαμιώνες γλυκού νερού, δεν περιφρονεί όμως και τις όχθες λιμνών, ποταμών, τεχνητά κανάλια, λιμνοθάλασσες, βάλτους με υφάλμυρα νερά καθώς και ορυζώνες.

Πρόκειται για έναν από τους πιο κοσμοπολίτικους ερωδιούς και η περιοχή εξάπλωσης του περιλαμβάνει την κεντρική, νότια και ανατολική Ευρώπη, την Αφρική και την Ασία μέχρι την Ινδονησία.

Στην Ελλάδα είναι καλοκαιρινός επισκέπτης, όπως και σε όλη την Ευρώπη, και φωλιάζει κυρίως στην βόρεια Ελλάδα αλλά μπορούμε να τον βρούμε σε όλους τους μεγάλους υγροβιότοπους της χώρας. Οι σημαντικότεροι τόποι κατοικίας του είναι οι Πρέσπες και το Δέλτα του Έβρου.

Απειλές και πληθυσμιακή κατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος κατατάσσεται στα είδη ελάχιστης ανησυχίας (LC) από το IUCN, λόγω την πολύ μεγάλης του εξάπλωσης και του γεγονότος ότι ο πληθυσμός του πρέπει να ξεπερνάει το μισό εκατομμύριο άτομα. Η γενική τάση είναι μειωτική ενώ κάποιοι πληθυσμοί είναι σταθεροί. Οι απειλές γι αυτό το είδος είναι συνδεδεμένες κυρίως με τις επεμβάσεις στους βιοτόπους του. Έχουν αρνητική επίδραση η διαχείριση τον υδάτων που δεν επιτρέπει την εναλλαγή στην ποσότητα του νερού και την εναπόθεση των ιζημάτων, η καταστροφή και το μάζεμα των καλαμιώνων καθώς και η εντατική γεωργία με τις μονοκαλλιέργειες και τα φυτοφάρμακα.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τα πουλιά της Ελλάδας και της Ευρώπης, Έκδοση Χρυσός τύπος. Των Roger Peterson, Guy Mountfort & P.A.D. Hollom
  • Περιγραφικό λεξικό των πουλιών της Ελλάδος, Έκδοση Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας. Του Ντίνου Απαλόδημου.
  • Τα πουλιά της Ελλάδος και της Κύπρου, Έκδοση Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία. Των Mullarney, Svensson, Zetterstroem, Grant.
  • The birds of Greece / George Handrinos, Triantaphyllos Akriotis. Έκδοση C. Helm 1997
  • del Hoyo, J.; Elliot, A.; Sargatal, J. 1992. Handbook of the Birds of the World, vol. 1: Ostrich to Ducks. Lynx Edicions, Barcelona, Spain.
  • Hancock, J.; Kushlan, J. 1984. The herons handbook. Croom Helm, London.
  • Kushlan, J.A. and Hancock, J.A. 2005 The Herons. Oxford University Press, Oxford

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]