Παύλος Καρρέρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Παύλος Καρρέρ
Pavlos Karrer.jpg
Ο Παύλος Καρρέρ
Γέννηση 12 Μαΐου 1829
Τόπος γέννησης Ζάκυνθος
Θάνατος 7 Ιουνίου 1896 (67 ετών)
Τόπος θανάτου Ζάκυνθος
Εθνικότητα Έλληνας
Είδος Τέχνης Μουσική

Ο Παύλος Καρρέρ (Ζάκυνθος 12 Μαΐου 1829 - Ζάκυνθος 7 Ιουνίου 1896) ήταν Επτανήσιος συνθέτης σκηνικής, φωνητικής και οργανικής μουσικής.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καταγόταν από ιστορική οικογένεια της Ζακύνθου με ρίζες από την Κύπρο και τη Μάλτα. Ήταν γιος του Κωνσταντίνου Καρρέρ και της Πηγής Χαριάτη. Αδέλφια του: η Ιωάννα και ο Φρειδερίκος πολιτικός και λογοτέχνης. Σύζυγός του: η υψίφωνος Ισαβέλλα Ιατρά, πρωταγωνίστρια και ερμηνεύτρια των έργων του.

Σπούδασε μουσική στη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1850 εγκαταστάθηκε στο Μιλάνο, όπου παρουσίασε με μεγάλη επιτυχία από τη σκηνή των θεάτρων Carcano και Alla Canobbiana τα πρώτα του σκηνικά έργα (τρεις όπερες και δύο μπαλέτα). Στην ίδια πόλη συνέθεσε πολυάριθμα έργα μουσικής δωματίου.

Το 1857 επαναπατρίστηκε και έκτοτε παρέμεινε στη Ζάκυνθο έως το τέλος της ζωής του, άρρηκτα συνδεδεμένος με την πολιτιστική ζωή του νησιού.

Το 1858 μετέβη στην Αθήνα και εξετέλεσε ενώπιον του βασιλικού ζεύγους, Όθωνος και Αμαλίας, αποσπάσματα από την όπερά του Μάρκος Βότζαρης. Ωστόσο, η από σκηνής παράσταση του έργου, λόγω του αντιοθωμανικού του περιεχομένου, στάθηκε αδύνατη εκείνη την εποχή. Εν τέλει ο Μάρκος Βότζαρης πρωτοπαρουσιάστηκε στην Πάτρα το 1861 και στη συνέχεια γνώρισε αλλεπάλληλες σκηνικές διδασκαλίες στα ελληνικά θέατρα του 19ου αιώνα. Η τελευταία του, νεοκλασικιστικού ύφους, όπερα Μαραθών-Σαλαμίς ανέβηκε σε παγκόσμια πρώτη το 2003 από την Εθνική Λυρική Σκηνή.

Κατά τη διάρκεια της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας ο Καρρέρ επίσης εργάστηκε ως μουσικοδιδάσκαλος, διευθυντής ορχήστρας και συμβασιούχος ιμπρεσάριος.

Ο Παύλος Καρρέρ υπήρξε ο δημοφιλέστερος Έλληνας μουσουργός του 19ου αιώνα[εκκρεμεί παραπομπή]. Στο συνθετικό του ύφος εντοπίζονται ιταλικές επιδράσεις, κυρίως από τον Βέρντι και το όψιμο belcanto. Ωστόσο, το μουσικό του ιδίωμα διακρίνεται για το ιδιαίτερο προσωπικό του στίγμα, καθώς και για την προσπάθειά του να προσδώσει εθνικό χρωματισμό στις δημιουργίες του. Ήταν ουσιαστικά ο πρώτος Έλληνας "εθνικός" μουσουργός, ο οποίος κατέθεσε μία ολοκληρωμένη συλλογή από φωνητικά έργα με εθνικά θέματα, ελληνόγλωσσα λιμπρέτα και στίχους και μελωδίες εμπνευσμένες από τη δημοτική παράδοση, αλλά και τη νεώτερη αστικολαϊκή δημιουργία της Ελλάδας. Απεβίωσε στη Ζάκυνθο στις 7 Ιουνίου 1896.[1]

Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα:

Έργα του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπερες

  • Dante e Bice (Δάντης και Βεατρίκη) - 1852
  • Isabella d'Aspeno (Ισαβέλλα του Άσπεν) - 1853-54
  • La Rediviva (Η Νεκραναστημένη) - 1855
  • Marco Bozzari (Μάρκος Βότζαρης) - 1858-1860
  • Fior di Maria (Μαριάνθη) - 1867
  • Frossini (Η Κυρα-Φροσύνη)- 1868
  • Maria Antonietta (Μαρία Αντουανέττα) - 1873
  • Δέσπω - 1875
  • Μαραθών-Σαλαμίς - 1886-1888

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ξεπαπαδάκου Αύρα, Ο Παύλος Καρρέρ και το Μελοδραματικό του Έργο, 1829-1896, Διδακτορική Διατριβή, Ιόνιο Πανεπιστήμιο-Τμήμα Μουσικών Σπουδών, Κέρκυρα 2005.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Λεωνίδας Ζώης, Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου, τόμος Α, Αθήνα 1963
  • Καρρὲρ Παύλος, Απομνημονεύματα του Καλλιτεχνικού μου Βίου, Χειρόγραφο, Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, 1887.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]