Πάουλ Χίντεμιτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Πάουλ Χίντεμιτ το 1923

Ο Πάουλ Χίντεμιτ (16 Νοεμβρίου 1895 - 28 Δεκεμβρίου 1963) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Γερμανούς μουσικούς σύγχρονης κλασικής μουσικής του 20ου αιώνα. Ήταν συνθέτης, βιολιστής, βιολονίστας, μουσικοδιδάσκαλος, μουσικολόγος, καθώς και διευθυντής ορχήστρας.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτα χρόνια της καριέρας του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννημένος στο Χάναου της Γερμανίας ο Πάουλ Χίντεμιτ ξεκίνησε από νεαρή ηλικία μαθήματα βιολιού, ενώ στην συνέχεια εισήχθη στο Ωδείο Χόσχε της Φρανκφούρτης, όπου σπούδασε βιολί, σύνθεση και διεύθυνση ορχήστρας. Παράλληλα κέρδιζε τα προς το ζην παίζοντας βιολί σε χορούς ή σε παραστάσεις μιούζικαλ. Εργάστηκε επίσης ως διευθυντής ορχήστρας στην ορχήστρα του Μουσείου Φρανκφούρτης από το 1915 έως το 1923, ενώ επίσης από το 1914 συμμετείχε στο Κουαρτέτο εγχόρδων Ρέμπνερ παίζοντας δεύτερο βιολί κι αργότερα βιόλα. Το 1921 ίδρυσε το Κουαρτέτο Αμάρ παίζοντας βιόλα με το οποίο πραγματοποίησε περιοδείες στην Ευρώπη.

Το 1922 ο Πάουλ Χίντεμιτ άρχισε να γίνεται γνωστός στο διεθνές κοινό όταν κάποια έργα του ερμηνεύτηκαν στο Φεστιβάλ της Διεθνούς Ένωσης Σύγχρονης Μουσικής στο Σάλτσμπουργκ. Την επόμενη χρονιά, άρχισε να εργάζεται ως διοργανωτής στο Φεστιβάλ Ντοναουεσχίνγκεν, στου οποίου το πρόγραμμα συμπεριέλαβε έργα αβάν γκαρντ συνθετών, όπως ο Άντον Βέμπερν και ο Άρνολντ Σένμπεργκ. Από το 1927, δίδαξε σύνθεση στην Ανώτατη Σχολή Μουσικής του Βερολίνου.

Ο Χίντεμιτ και οι Ναζί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πάουλ Χίντεμιτ είχε μια πολύπλοκη σχέση με τους Ναζί. Κάποια μέλη του Ναζιστικού Κόμματος κατηγόρησαν την μουσική του ως εκφυλισμένη (κυρίως κάποιες πρώιμες Όπερες, όπως η Ιερά Σουζάννα (Sancta Susanna) κατηγορήθηκαν ως "σεξιστικές"). Στις 6 Δεκεμβρίου 1934, κατά την διάρκεια μιας διάλεξης στο Αθλητικό Κέντρο του Βερολίνου, ο Γερμανός Υπουργός Τύπου Γιόζεφ Γκέμπελς αποκάλεσε τον Πάουλ Χίντεμιτ δημοσίως ως "ατονικό θορυβοποιό". Κάποια άλλα μέλη του Ναζιστικού Κόμματος ωστόσο, θεώρησαν ότι ο Πάουλ Χίντεμιτ θα μπορούσε να αποτελέσει καλή περίπτωση Γερμανού συνθέτη Μοντέρνας Μουσικής. Άλλωστε ο Πάουλ Χίντεμιτ την εποχή εκείνη συνέθετε μουσική κατά βάση τονική με συχνές αναφορές στην παραδοσιακή μουσική της πατρίδας του. Ο διευθυντής ορχήστρας Βίλχελμ Φουρτβένγκλερ εξέδωσε στα 1934 ένα κείμενο υπέρ του Χίντεμιτ, στου οποίου την γραμμή υπεράσπισης χρησιμοποίησε αυτό ακριβώς ως επιχείρημα. Η διαμάχη όσον αφορά στο έργο του Πάουλ Χίντεμιτ συνεχίστηκε καθ' όλη την διάρκεια της δεκαετίας του 1930, με τον συνθέτη να βρίσκεται πότε σε ευμένεια και πότε σε δυσμένεια από το καθεστώς των Ναζί. Τελικά το 1938 λόγω και της εβραϊκής καταγωγής της γυναίκας του μετανάστευσε στην Ελβετία. Στο μεσοδιάστημα όμως, είχε ήδη εκφωνήσει έναν όρκο αφοσίωσης στον Χίτλερ, είχε δεχθεί να συνθέσει μουσική για ναζιστικές εκδηλώσεις (αν και δεν το πραγματοποίησε), είχε διευθύνει σε συναυλίες επισήμων ναζιστικών εορτασμών, κι είχε αποδεχθεί μία θέση στο Σύνολο Μουσικής Δωματίου του Ράιχ. Αυτή η περίοδος της ζωής του Πάουλ Χίντεμιτ έχει σχετικώς υποβαθμιστεί, αν όχι αποσιωπηθεί από τους ιστορικούς (όπως ο Σκέλτον ή ο Κεμπ), οι οποίοι έχουν κυρίως τονίσει τις αντι-ναζιστικές του πεποιθήσεις.

Συνεισφορά στo Τουρκικό Εκπαιδευτικό Μουσικό Σύστημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την δεκαετία του 1930 πραγματοποίησε επισκέψεις στο Κάιρο και στην Άγκυρα ως προσκεκλημένος του Κεμάλ Ατατούρκ, όπου ανέλαβε το εγχείρημα της αναδιαμόρφωσης της Τουρκικής μουσικής εκπαίδευσης, ενώ παράλληλα κατέβαλε προσπάθειες για την ίδρυσης Τουρκικής Κρατικής Όπερας και Μπαλέτου. Στα 1935 η Τουρκική κυβέρνηση του Κεμάλ Ατατούρκ ανέθεσε στον Χίντεμιτ την αναδιοργάνωση της μουσικής εκπαίδευσης της χώρας και κυρίως την προετοιμασία του "Εκπαιδευτικού Προγράμματος Διεθνούς και Τουρκικής Πολυφωνικής Μουσικής". Η ολοκλήρωση αυτού του εγχειρήματος προσέδωσε στον συνθέτη διεθνή αναγνώριση. Η εξέλιξη αυτή φαίνεται πως είχε την υποστήριξη των Ναζί. Καθώς οι υποχρεώσεις του τον κρατούσαν στην Τουρκία, τον είχαν σε απόσταση ασφαλείας, ενώ ταυτόχρονα ο συνθέτης "προπαγάνδιζε" τη γερμανική προσέγγιση της μουσικής ιστορίας κι εκπαίδευσης στην Τουρκία.(Ο ίδιος ο Χίντεμιτ θεωρούσε τον εαυτό του ως πρεσβευτή της γερμανικής κουλτούρας). Ο Πάουλ Χίντεμιτ, αν και δεν έμεινε στην Τουρκία για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως άλλοι μετανάστες, άσκησε μεγάλη επίδραση στην καλλιτεχνική ζωή της χώρας. Το Κρατικό Ωδείο της Άγκυρας χρωστά πολλά στην συνεισφορά του Χίντεμιτ, τον οποίο οι νεαροί Τούρκοι μουσικοί θεωρούσαν ως τον μοναδικό δάσκαλό τους, γι' αυτό και τον περιέβαλαν με μεγάλο σεβασμό.

Εγκατάσταση στην Αμερική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την δεκαετία του 1930, ο Χίντεμιτ πραγματοποίησε περιοδείες στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και παρουσιάστηκε σε συναυλίες βιολιού ως σολίστ. Στη δεκαετία του 1940 ο Χίντεμιτ μετανάστευσε κι εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αμερική. Την εποχή εκείνη άρχισε να κωδικοποιεί την μουσική του γλώσσα, ενώ η διδασκαλία του και οι συνθέσεις σταδιακά επηρεάζονται από τις θεωρίες του, σύμφωνα με μουσικοκριτικούς όπως ο Έρνεστ Άνσερμετ. Ο Πάουλ Χίντεμιτ δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ. Μεταξύ των μαθητών του συμπεριλαμβάνονται αξιόλογα ονόματα, όπως ο Λούκας Φος, ο Νόρμαν Ντέλο Τζόγιο, ο Μελ Πάουελ, ο Χάρολντ Σαπέρο, ο Χανς Όττε, ο Ρουθ Σκόνθαλ και ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης Τζωρτζ Ρόι Χιλλ. Εκείνη την περίοδο ο Χίντεμιτ έδωσε επίσης μια σειρά διαλέξεων με τον τίτλο "Τσαρλς Έλιοτ Νόρτον" στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, βάσει των οποίων εκδόθηκε το 1952 το βιβλίο Ο κόσμος του συνθέτη. Ο Χίντεμιτ πήρε την αμερικανική υπηκοότητα το 1942, επέστρεψε όμως στην Ευρώπη κι εγκαταστάθηκε στην Ζυρίχη, όπου δίδαξε στο εκεί Πανεπιστήμιο. Προς το τέλος της ζωής του, άρχισε να διευθύνει περισσότερο, πραγματοποιώντας έναν μεγάλο αριθμό από ηχογραφήσεις έργων του. Το 1962 κέρδισε το βραβείο Μπαλζάν.

Πέθανε στην Φραγκφούρτη από οξεία παγκρεατίτιδα.

Προς τιμήν του Χίντεμιτ διεξάγεται ετησίως ένα φεστιβάλ αφιερωμένο στη μουσική του στο Πανεπιστήμιο Ουίλιαμ Πάτερσον στο Νιου Τζέρσει.

Μουσική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πάουλ Χίντεμιτ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Γερμανούς συνθέτες του 20ου αιώνα. Τα πρώιμα έργα του διαθέτουν ένα υστερο-ρομαντικό ιδίωμα, ενώ αργότερα συνέθεσε εξπρεσιονιστικά έργα των οποίων το ύφος προσιδιάζει σε αυτό του Άρνολντ Σένμπεργκ, πριν το σειραϊκό δωδεκαφθογγικό και αντιστικτικό στυλ του 1920. Τα έργα του έχουν χαρακτηριστεί ως νεοκλασικά αν και διαφέρουν κατά πολύ από το ύφος του Ιγκόρ Στραβίνσκι του οποίου τα έργα έχουν χαρακτηριστεί με τον ίδιο όρο. Είναι πάντως γεγονός ότι ο Πάουλ Χίντεμιτ έχει επηρεαστεί περισσότερο από την αντιστικτική γλώσσα του Μπαχ και λιγότερο από την κλασσική σαφήνεια του Μότσαρτ.

Το νέο αυτό μουσικό στυλ είναι ιδιαίτερα αισθητό σε έργα Μουσικής Δωματίου του συνθέτη από το 1922 έως το 1927, όπως για παράδειγμα στο κονσέρτο του για βιόλα ντ' αμόρε ένα όργανο που είχε πέσει σε αχρηστία από την εποχή Μπαρόκ. Συνέχισε να γράφει για ασυνήθιστα όργανα όπως για παράδειγμα την Σονάτα για διπλό μπάσο το 1949. Την δεκαετία του 1930 έγραψε επίσης πολλά ορχηστρικά έργα, κερδίζοντας έτσι φήμη και σεβασμό στους μουσικούς κύκλους της [[Νέα Υόρκη|Νέας Υόρκης. Το πιο γνωστό και συχνά εκτελούμενο έργο του έως σήμερα είναι η περίφημη Όπερα Ματτίας ο Ζωγράφος (Mathis der Maler), της οποίας το λιμπρέτο είναι βασισμένο στη ζωή του Αναγεννησιακού ζωγράφου Ματίας Γκρύνεβαλντ. Το έργο αυτό συνδυάζει στοιχεία νεοκλασικισμού με στοιχεία παραδοσιακής μουσικής.

Ο Πάουλ Χίντεμιτ, όπως και ο Κουρτ Βάιλ ή ο Έρνστ Κρζένεκ έγραψε έργα που ανήκουν στην λεγόμενη Χρηστική Μουσική (Gebrauchsmusik), τα οποία ουσιαστικά μπορούν να θεωρηθούν έργα στρατευμένης τέχνης, καθώς έχουν κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο και συχνά προορίζονται για να εκτελεστούν από ερασιτέχνες. Το εγχείρημα αυτό είχε ως εμπνευστή τον Μπέρτολντ Μπρεχτ. Ένα απτό παράδειγμα της τάσης αυτής του Χίντεμιτ αποτελεί το έργο του για σόλο βιόλα και Ορχήστρα εγχόρδων με τον τίλο Πένθιμη Μουσική (Trauersmusik) το οποίο ξεκίνησε να γράφει μόλις πληροφορήθηκε τον θάνατο του βασιλιά Γεωργίου του Ε΄ και το παρουσίασε σε πρεμιέρα. Ο ίδιος βέβαια διαφωνούσε με τον όρο Χρηστική Μουσική θεωρώντας τον παραπλανητικό.

Το πιο δημοφιλές έργο του Πάουλ Χίντεμιτ είναι οι Συμφωνικές Μεταμορφώσεις σε Θέματα του Καρλ Μαρία φον Βέμπερ το οποίο έγραψε το 1943. Το έργο αυτό είναι βασισμένο σε μελωδίες από διάφορα έργα του Καρλ Μαρία φον Βέμπερ, καθώς και στην Τουραντό του Τζιάκομο Πουτσίνι. Χαρακτηριστικό του είναι ότι μετασχηματίζει και προσαρμόζει τα θέματα που χρησιμοποιεί, έτσι ώστε σε κάθε μέρος να κυριαρχεί ένα θεματικό μοτίβο.

Ένα ακόμη διάσημο έργο του Χίντεμιτ είναι η Συμφωνία σε Σι ύφεση.

Το Μουσικό σύστημα του Χίντεμιτ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα περισσότερα έργα του ο Χίντεμιτ χρησιμοποιεί ένα μοναδικό σύστημα το οποίο αν και τονικό δεν είναι μη διατονικό. Επικεντρώνεται σε μία τονικότητα, πραγματοποιώντας μετατροπία από το ένα τονικό κέντρο στο άλλο, όπως συμβαίνει και στα περισσότερα τονικά έργα. Ωστόσο, χρησιμοποιεί τις δώδεκα νότες της δωδεκαφθογγικής κλίμακας ελεύθερα, χωρίς να βασίζεται σε μία κλίμακα διαδοχής των φθόγγων αυτών. Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της μουσικής του Πάουλ Χίντεμιτ είναι η ταξινόμηση που πραγματοποιεί σε όλα τα μουσικά διαστήματα της δωδεκαφθογγικής κλίμακας από το πιο σύμφωνο στο πιο διάφωνο. Ιεραρχεί επίσης τις συγχορδίες σε έξι κατηγορίες σύμφωνα με το ίδιο κριτήριο και ανάλογα με το αν διαθέτουν τριμητόνια ή εάν έλκονται σαφώς από ένα τονικό κέντρο. Η μουσική του Χίντεμιτ ενσωματώνει επίσης μελωδίες οι οποίες δεν είναι σαφές εάν είναι μείζονες ή ελάσσονες.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1930, ο Χίντεμιτ έγραφε το βιβλίο Θεωρίας της Μουσικής Σύστημα μουσικής σύνθεσης στο οποίο εκτίθενται λεπτομερώς το μουσικό του σύστημα και η συνθετική του τεχνική. Ο Χίντεμιτ υποστηρίζει ότι το σύστημά του αποτελούσε ένα μέσο κατανόησης κι ανάλυσης της αρμονικής δομής και άλλων μουσικών ειδών πλην της Κλασικής μουσικής, θεωρώντας ότι έχει μια εφαρμογή ευρύτερη από αυτήν της παραδοσιακής αρμονίας που δεσμεύεται από τις τονικές κλίμακες. Στο ίδιο βιβλίο ο Χίντεμιτ χρησιμοποιεί το σύστημά του ως εργαλείο ανάλυσης για έργα του Μπαχ, δικά του και του Άρνολντ Σένμπεργκ.

Το έργο του για πιάνο Λούντους Τονάλις, το οποίο έγραψε στις αρχές της δεκαετίας του 1940, αποτελεί ένα περαιτέρω παράδειγμα της διερευνητικής αξίας του μουσικού συστήματος του Χίντεμιτ. Το έργο αυτό περιλαμβάνει δώδεκα φούγκες, ανάμεσα στις οποίες παρεμβάλλονται ισάριθμα ιντερλούδια κατά τον τρόπο του Μπαχ. Σε κάθε ιντερλούδιο πραγματοποιεί μετατροπία άπό το τονικό κέντρο της προηγούμενης φούγκας, στο τονικό κέντρο της επόμενης (π.χ. από το Ντο στο Ρε). Η διαδοχή των τονικών κέντρων που ακολουθεί ο Χίντεμιτ είναι σύμφωνη με την ταξινόμηση των μουσικών διαστημάτων γύρω από το τονικό κέντρο του Ντο.

Μία παραδοσιακή προσέγγιση της Κλασικής μουσικής που ακολουθεί ο Χίντεμιτ είναι η ιδέα ότι κάθε διάφωνο διάστημα πρέπει να επιλύεται στο αντίστοιχο σύμφωνο. Η τεχνική αυτή είναι ιδιαίτερα προφανής στο έργο του Κονσέρτο για έγχορδα και Ορείχαλκο.

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Paul Hindemith της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).