Νεοκλασικισμός (μουσική)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο νεοκλασικισμός ήταν μουσικό ρεύμα του 20ού αιώνα, που κυριάρχησε στην Ευρώπη την περίοδο του Μεσοπολέμου. Η ιδέα πίσω από την αισθητική του νεοκλασικισμού είναι η επιστροφή στα ιδεώδη του Κλασικισμού, που περιλαμβάνουν πρότυπα όπως συμμετρία, τάξη, αυστηρότητα και οικονομία, τόσο από υλικής όσο και από συναισθηματικής σκοπιάς. Η γέννησή του διαμορφώθηκε ως αντίδραση στον αχαλίνωτο συναισθηματισμό και την έλλειψη φόρμας που κυριάρχησαν στον Υστερορομαντισμό, αλλά και απέναντι στον άναρχο πειραματισμό που έλαβε χώρα στις αρχές του αιώνα. Στη μουσική, το ρεύμα βρήκε την έκφρασή του μέσα από την επιστροφή στην χρήση του τονικού στοιχείου και των απλών ρυθμών, των εδραιωμένων μουσικών φορμών (π.χ. φόρμα σονάτας) καθώς και των καθιερωμένων οργανικών συνδυασμών (π.χ. συμφωνική ορχήστρα). Η εν λόγω επιστροφή στο παρελθόν περιέκλεισε ως ένα βαθμό και την αναγωγή σε ιδιώματα της προκλασικής εποχής, όπως την Αντίστιξη και τους χορούς που απαντώνται κανονικά στη σουίτα του 18ου αιώνα. Από τεχνικής άποψης, η αναγωγή σε ιδιώματα του 18ου αιώνα αποκλείει χρονικά την έννοια του κλασικού και γι' αυτό ενίοτε απαντάται και ο όρος Νεο-μπαρόκ.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον νεοκλασικισμό βλέπουμε μια απαξίωση της προγραμματικής μουσικής, η οποία διαμόρφωσε τον Ρομαντισμό και αντ' αυτής την εδραίωση της απόλυτης ή καθαρής μουσικής, που δεν στηρίζεται σε εξωγενείς παράγοντες, ως μέρος του θεματικού υλικού μιας σύνθεσης. Από τη διακλάδωση του νεοκλασικισμού εμφανίστηκαν δύο σχολές: η Γαλλική, με κυριότερους εκπροσώπους τον Ερίκ Σατί αλλά και τον Ρώσο Ιγκόρ Στραβίνσκι, και τη Γερμανική, που εκφράστηκε μέσα από τον Πάουλ Χίντεμιτ και τον Ιταλό Φερρούτσιο Μπουζόνι. Η αισθητική του νεοκλασικισμού δεν αποτέλεσε απόλυτη σχολή, αλλά ενέπνευσε πολλούς συνθέτες, που γενικά δεν ορίζονται ως νεοκλασικοί. Εξάλλου, κάποιοι συνθέτες του προηγούμενου αιώνα είχαν εκφράσει ψήγματα αυτής της αισθητικής στα έργα τους, όπως ο Φραντς Λιστ, ο Έντβαρντ Γκριγκ και ο Μαξ Ρέγκερ, ιδίως στο Κοντσέρτο σε παλαιό ύφος (1912). Επίσης ο Σεργκέι Προκόφιεφ θεωρείται ως προκρούστης του ρεύματος, αν και την πλήρη έκφανσή του βρίσκουμε στη δεύτερη περίοδο του Στραβίσνκι.

Στραβίνσκι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η είσοδος του Στραβίνσκι στον νεοκλασικισμό γίνεται με το μπαλέτο του "Πουλτσινέλλα", το οποίο γράφει πάνω σε θέματα του μπαρόκ συνθέτη Τζιοβάνι Μπατίστα Περγκολέζι· πλέον είναι γνωστό τα θέματα αυτά δεν ήταν του Περγκολέζι, ωστόσο ο Στραβίνσκι αναπτύσσει το νέο του ύφος και παράγει μεταξύ άλλων τα μπαλέτα "Απόλλων" και "Ορφέας", την "Συμφωνία σε Ντο", το "Οκτέτο για πνευστά" και την όπερα "The Rake's Progress" (Η προκοπή του ασώτου). Τα έργα αυτά χρωματίζονται από μια αρχαιοελληνική αύρα και εμπνέουν τους μετέπειτα συνθέτες Ντάριους Μιγιώ, Φρανσίς Πουλένκ και τον Τσέχο Μποχουσλάβ Μαρτινού, στου οποίου τα έργα αναβιώνει το μπαρόκ κοντσέρτο γκρόσσο. Η γερμανική διακλάδωση του νεοκλασικισμού, από την άλλη, εκπροσωπείται και αναπτύσσεται κυρίως από τον Χίντεμιτ, ο οποίος γράφει μουσική δωματίου, ορχηστρικά και όπερες σε ύφος αυστηρά αντιστικτικό, με έντονο το στοιχείο του χρωματισμού, όπως διαφαίνεται εντονότατα στο έργο του "Ματθαίος, ο ζωγράφος" (αναφέρεται στον ζωγράφο του 15ου αιώνα Ματίας Γκρύνεβαλντ).

Ο νεοκλασικισμός βρήκε μεγάλη ανταπόκριση στην Αμερική, οπού η μουσικοπαιδαγωγός Νάντια Μπουλανζέ προώθησε τις ιδέες της κλασικής φόρμας, του ρόλου της αρμονίας και των βασικών ρυθμικών σχημάτων, κατά τον τρόπο τουλάχιστον που τα κατανοούσε στα έργα του Στραβίνσκι. Στους μαθητές της Μπουλαζέ περιλαμβάνονται οι Έλλιοτ Κάρτερ, Άαρον Κόπλαντ, Ρόϋ Χάρρις, Ντάριους Μιγιώ, Άστορ Πιατσόλα και Βέρτζιλ Τόμσον. Η δε σχολή της ατονικής μουσικής, έτσι όπως διαμορφώθηκε από τον πρωτεργάτη της Άρνολντ Σένμπεργκ, ως ένα βαθμό έδειξε τη συμμετοχή της στο νέο ρεύμα. Ήδη η χρήση των μουσικών φορμών των 19ου και 18ου αιώνων είναι εμφανής στα περισσότερα έργα του, καθώς αποτελούσαν σημεία αναφοράς για τους ακροατές, όπως διαφαίνεται κυρίως στα έργα Σερενάτα έργο 24 και Σουίτα για πιάνο έργο 25. Ο μαθητής του, Άντον Βέμπερν ανέπτυξε ακόμη περισσότερο την μανιέρα του νεοκλασικισμού, ακολουθώντας ακόμη παλαιότερες φόρμες, όπως τη μπαρόκ σουίτα, τους χορούς της οποίας χρησιμοποιεί ως δομικό στοιχείο στην όπερά του "Wozzeck" (1922).

Στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα το ρεύμα του νεοκλασικισμού είναι μάλλον περιορισμένο, ωστόσο στοιχεία του διαφαίνονται σε πολλά έργα του Μανώλη Καλομοίρη, ο οποίος στο τέταρτο μέρος της Συμφωνίας της Λεβεντιάς του αντλεί τη θεματολογία της από παραδοσιακά κάλαντα και βυζαντινούς ύμνους, τα οποία μετουσιώνει σε μια σύνθεση με σαφείς αναφορές στη φόρμα σονάτας, στη φούγκα κλπ. Το νεοκλασικό στοιχείο ενυπάρχει και σε αρκετά έργα του νεότερου συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος μέσω της ενορχήστρωσης και της χρήσης παραδοσιακών φορμών, γράφει τη δεκαετία του 1960 την Συμφωνία № 4 καθώς και πολυάριθμες μελοποιήσεις αρχαίων τραγωδιών, έργα με σαφή αναφορά στην αρχαία Ελλάδα.

Στοιχεία του νεοκλασικισμού εμφανίζονται στη μουσική πολλών άλλων συνθετών του 20ού αιώνα, αλλά ακόμη και των ημερών μας. Πλέον, η συνύφανσή του με πλήθος άλλες τεχνοτροπίες, όπως ο μινιμαλισμός, το νεοτονικό ύφος κλπ, καθιστά τον όρο ιστορικό, ενώ η χρήση του ως μανιέρα σε σχέση με άλλες γίνεται όλο και πιο δυσδιάκριτη.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Albright, Daniel (2004). Modernism and Music: An Anthology of Sources. Chicago: University of Chicago Press. ISBN 0-226-01267-0.
  • Busoni, Ferruccio (1957). The Essence of Music, and Other Papers, translated by Rosamond Ley. London: Rockliff.
  • Keillor, John (2009). "Variations for Orchestra, Op. 31". Allmusic.com website. (Accessed 4 April 2010).
  • Prokofiev, Sergey (1991). Short Autobiography, translated by Rose Prokofieva, revised and corrected by David Mather: published in Soviet Diary 1927 and Other Writings. London: Faber. ISBN 0-571-16158-8
  • Rosen, Charles (1975). Arnold Schoenberg. Modern Masters. New York: Viking Press. ISBN 0670133167 (cloth) ISBN 0670019860 (pbk). UK edition, titled simply Schoenberg. London: Boyars; Glasgow: W. Collins ISBN 0714525669 Paperback edition, under the original title, Princeton: Princeton University Press, 1981. ISBN 0-691-02706-4.
  • Samson, Jim (1977). Music in Transition: A Study of Tonal Expansion and Atonality, 1900–1920. New York: W.W. Norton & Company. ISBN 0-393-02193-9.
  • Stravinsky, Igor (1970). Poetics of Music in the Form of Six Lessons (from the Charles Eliot Norton Lectures delivered in 1939-1940). Harvard College, 1942. English translation by Arthur Knodell and Ingolf Dahl, preface by George Seferis. Cambridge: Harvard University Press. ISBN 0-674-67855-9.
  • Walsh, Stephen (2001). "Stravinsky, Igor", The New Grove Dictionary of Music and Musicians, 2nd ed., edited by Stanley Sadie and John Tyrrell. New York: Grove's Dictionaries.
  • Whittall, Arnold (1980). "Neo-classical", The New Grove Dictionary of Music and Musicians, edited by Stanley Sadie. London: Macmillan.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Neoclassicism (music) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).