Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το όνομα του Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ σε αραβική καλλιγραφία

Ο Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ (592 - 642) (αραβικά: أبو سليمان خالد بن الوليد بن المغيرة المخزومي), ήταν Άραβας στρατηγός των Μουσουλμάνων της εποχής του Μωάμεθ. Έμεινε γνωστός στους Άραβες με το προσωνύμιο που του έδωσε ο ίδιος ο Μωάμεθ, «Ρομφαία του Ισλάμ» (Sayf Allāh al-Maslūl, αραβικά: سيف الله المسلول). Ήταν μια από τις κορυφαίες στρατιωτικές προσωπικότητες της Ιστορίας αφού εκτός των άλλων, οι ιστορικοί υπολογίζουν – μετρώντας από τη μάχη της Ουχούντ και μετά- ότι μέσα σε 15 χρόνια, πήρε μέρος σαν ανώτατος αξιωματικός του στρατού σε 41 μάχες από τις οποίες δεν έχασε καμία. Ο ιστορικός Γκίμπον στο έργο του «Παρακμή και πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας» τον χαρακτηρίζει ως τον «πιο θαρραλέο και πιο επιτυχημένο από όλους τους Άραβες πολεμιστές».

Γεννήθηκε στη Μέκκα και ήταν μέλος της ηγετικής φυλής της πόλης, τους Κουραϊσίτες. Ο πατέρας του, ήταν ευυπόληπτος και εύπορος έμπορος της πόλης και ο γιος του συχνά τον συνόδευε στα εμπορικά του ταξίδια. Έτσι είχε την ευκαιρία να γνωρίσει όλες τις ακμάζουσες πόλεις της περιοχής και τους πολιτισμούς τους. Από νωρίς έλαβε την πολεμική εκπαίδευση που λάμβαναν τότε τα αρσενικά παιδιά της φυλής, και σύντομα ήξερε να παλεύει, να ρίχνει τόξο, να ξιφομαχεί, και να ιππεύει. Επίσης διδάχτηκε από τους παλαιότερους τις τεχνικές του πολέμου, και την ανατροφή και εκπαίδευση των πολεμικών αλόγων.

Πολέμησε εναντίον του Μωάμεθ, πιστός στη πατρική θρησκεία μέχρι και το 629. Σε ηλικία σαράντα τριών χρόνων ασπάστηκε το Ισλάμ δηλώνοντας υποταγή στον μοναδικό Θεό και τον προφήτη του, τον Μωάμεθ και έφυγε για να μείνει μόνιμα πλέον, στη Μεδίνα. Μετά από τρεις μήνες στη Μεδίνα πήρε μέρος στη πρώτη πολεμική επιχείρηση –τη μάχη του Μουτάχ - ως απλός στρατιώτης για λογαριασμό των Μουσουλμάνων πλέον. Η μάχη αυτή κατέληξε σε ήττα για τους μουσουλμάνους αλλά σε προσωπική επιτυχία του Χαλίντ, που αφού πολέμησε με θάρρος και σκότωσε πολλούς εχθρούς κατάφερε να περιορίσει το μέγεθος της ήττας. Τότε ο Μωάμεθ τον αποκάλεσε «η ρομφαία του Ισλάμ», προσωνύμιο που θα τον συνοδεύει πάντα στην αθανασία. Πολέμησε με επιτυχία κατά της φυλής του, κατά την είσοδο του Μωάμεθ στη Μέκκα, το 630.

Από τότε πολέμησε σε όλες τις σημαντικές μάχες που έδωσαν οι Μουσουλμάνοι. Όταν πέθανε ο Μωάμεθ και ανέλαβε ο Αμπού Μπακρ σαν ο πρώτος χαλίφης των μουσουλμάνων, ο Χαλίντ έγινε στρατηγός που πολέμησε κατά τους πολέμους κατά των αποστατών, και κατέκτησε το Ιράκ κερδίζοντας τη περίφημη μάχη των αλυσίδων και την Συρία.

Το τέμενος Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ στη Χομς όπου βρίσκεται και ο τάφος του

Όταν δεύτερος χαλίφης μετά το θάνατο του Αμπού Μπακρ, ανέλαβε ο Ουμάρ ιμπν αλ-Χαττάμπ, καθαίρεσε τον Χαλίντ από στρατηγό, αλλά εκείνος εξακολούθησε να προσφέρει τις υπηρεσίες του από κατώτερη θέση. Και πάλι ήταν αυτός που κατέλαβε τη Δαμασκό, την Έμεσσα -σημερινή Χομς, που νίκησε τον βυζαντινό αυτοκράτορα Ηράκλειο στη μάχη του ποταμού Γιαρμούκ, που μπήκε στην Ιερουσαλήμ, στο Χαλέπι, και την Αντιόχεια. Ήταν ο πρώτος στρατιωτικός διοικητής της Συρίας και της Παλαιστίνης που πλέον ήταν όλη στα χέρια των Αράβων, το 637. Tο φθινόπωρο του 638 παρουσιάστηκε μπροστά στον χαλίφη Ομάρ, στη Μεδίνα, κατηγορούμενος για σπατάλες, άσωτη ζωή και παραβίαση ορισμένων κανόνων του Κορανίου. Ο Ομάρ τον απέταξε από το στρατό, του κατάσχεσε όλη τη περιουσία, και ο Χαλίντ γύρισε για να περάσει τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του, σαν ιδιώτης πλέον στην Έμεσσα. Πέθανε το 642 σε ηλικία 58χρόνων από ασθένεια.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]