Ντομένικο Σκαρλάττι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Ντομένικο Σκαρλάττι σε ελαιογραφία του Domingo Antonio Velasco (1738)

Ο Τζουζέππε Ντομένικο Σκαρλάττι (ιτ. Giuseppe Domenico Scarlatti, 26 Οκτωβρίου 168523 Ιουλίου 1757) ήταν Ιταλός συνθέτης της εποχής μπαρόκ. Είναι γνωστός κυρίως για τις 555 σονάτες του για πληκτροφόρα, αν και -όπως ο πατέρας του Αλεσσάντρο Σκαρλάττι- έγραψε πολλά έργα διαφόρων ειδών. Το ύφος του θεωρείται προάγγελος της Κλασσικής περιόδου της μουσικής, καθώς μεταξύ άλλων έδειξε το δρόμο προς τη φόρμα σονάτας.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στη Νάπολη -του τότε Βασιλείου της Νάπολης- το 1685, χρονολογία που σημαδεύεται και από τη γέννηση του Χαίντελ αλλά και του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Ήταν το έκτο από τα δέκα παιδιά του συνθέτη και αρχιμουσικού Αλεσσάντρο Σκαρλάττι, ο οποίος και του παρέδωσε τα πρώτα του μαθήματα μουσικής. Είναι πιθανό να έκανε περαιτέρω σπουδές με τους Γκαετάνο Γκρέκο, Φραντσέσκο Γκασπαρίνι και Μπερνάρντο Πασκουίνι, οι οποίοι ενδεχομένως να επηρέασαν και το μουσικό του ύφος.

Η επαγγελματική του σταδιοδρομία αρχίζει το 1701, οπότε και γίνεται οργανίστας του Βασιλικού Παρεκκλησίου της Νάπολης. Λίγα χρόνια μετά ο πατέρας του τον στέλνει στη Βενετία για περαιτέρω σπουδές· τα ίχνη του χάνονται για μερικά χρόνια. Το 1709 αναλαμβάνει υπηρεσία στην έπαυλη της Πολωνής Βασίλισσας Μαρί Κασιμίρε, η οποία είχε εξοριστεί στη Ρώμη. Καθώς ήταν ήδη πολύ αξιόλογος τσεμπαλίστας, κυκλοφορεί ένας θρύλος όπου, σε έναν διαγωνισμό δεξιοτεχνίας στο παλάτι του Καρδιναλίου Οττομπόνι, κρίθηκε καλύτερος στο τσέμπαλο έναντι του Χαίντελ, αλλά υποδεέστερος στο εκκλησιαστικό όργανο. Εντούτοις, σε μετέπειτα χρόνια, αναφερόταν πάντα με σεβασμό για τον Γερμανό συνθέτη. Κατά τη διαμονή του στη Ρώμη συνέθεσε αρκετές όπερες για το ιδιωτικό θέατρο της Βασίλισσας Κασιμίρα. Επιπλέον, διετέλεσε μουσικός διευθυντής του Καθεδρικού του Αγίου Πέτρου από το 1715 έως το 1719. Τον ίδιο χρόνο ταξίδεψε μέχρι το Λονδίνο, όπου και διηύθηνε την όπερά του Νάρκισσος στο Βασιλικό Θέατρο.

Σύμφωνα με τον Νούντσιο Βιτσέντε Μπίκι, ο Σκαρλάττι κατέφθασε στη Λισαβώνα στος 29 Νοεμβρίου 1719, όπου και ανέλαβε τη μουσική διδασκαλία της Πορτογαλίδας πριγκίπησσας Μαρία Μαγκνταλένα Βαρβάρα. Στις 28 Ιανουαρίου 1727 φεύγει για τη Ρώμη, όπου και στις 6 Μαϊου του επόμενου έτους παντρεύεται τη Μαρία Κατερίνα Τζεντίλι. Έναν χρόνο μετά βρίσκεται στη Σεβίλλη, όπου μένει τέσσερα χρόνια και μαθαίνει φλαμένκο. Το 1733 λαμβάνει τη θέση του αρχιμουσικού στην υπηρεσία της -Βασίλισσας πλέον- Βαρβάρας στη Μαδρίτη, όπου και περνά τα υπόλοιπα 25 χρόνια της ζωής του. Μετά τον θάνατο της πρώτης του συζύγου, παντρεύεται το 1742 την Ισπανίδα Αναστασία Μασάρτι Χιμένες (Anastasia Maxarti Ximenes)· από τους δύο του γάμους απέκτησε συνολικά πέντε παιδιά.

Πολλές από τις 555 σονάτες του προέρχονται από την τελευταία αυτή περίοδο, κατά τη διάρκεια της οποίας διατηρούσε φιλικές σχέσεις και με τον συμπολίτη του και καστράτο Φαρινέλλι, ο οποίος ήταν επίσης ταγμένος στη βασιλική υπηρεσία. Σύμφωνα μάλιστα με τον έγκριτο μουσικολόγο Ραλφ Κιρκπάτρικ, "οι περισσότερες πληροφορίες για τον Σκαρλάττι προέρχονται από την αλληλογραφία του Φαρινέλλι". Ο Σκαρλάττι πέθανε σε ηλικία 71 ετών στη Μαδρίτη, όπου η οικία του, στο Calle Leganitos, είναι πλέον χαρακτηρισμένο ιστορικό μνημείο.

Μουσικολογικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελάχιστα έργα του Σκαρλάττι εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια της ζωής του· εξαίρεση περιοπής αποτελούν οι 30 Σπουδές (1738), οι οποίες διαδόθηκαν γρήγορα σε όλη την Ευρώπη και επευφημίστηκαν σφόδρα από τον κυριότερο Άγγλο μουσικοκριτικό της εποχής, τον Δρ. Τσαρλς Μπέρνεϋ. Έκτοτε, πολλές από τις ανέκδοτες σονάτες του βρήκαν τον δρόμο του τυπογραφείου, προσελκύοντας το θαυμασμό αρκετών συνθετών και μουσικών, ανάμεσα στους οποίους διακρίνονται οι Φρεντερίκ Σοπέν, Γιοχάνες Μπραμς, Μπέλα Μπάρτοκ, Ντμίτρι Σοστακόβιτς και οι πιανίστες Βλαντιμίρ Χόροβιτς, Εμίλ Γκίλελς και Αρτούρο Μπενεντέττι Μικελάντζελι.

Αξιοσημείωτη είναι η μνεία του Σοπέν, ο οποίος ως δάσκαλος πιάνου, έγραψε:

Πολλοί από τους συναδέλφους μου διδασκάλους κατακρίνουν τη μεθοδολογία μου που περιλαμβάνει έργα του Σκαρλάττι. Πραγματικά με εκπλήσσει η δυσπιστία τους, καθώς η μουσική του περιέχει πλήθος ασκήσεις δακτυλοθεσίας, ενώ διαθέτουν πνεύμα που μπορεί να συγκριθεί άνετα μ' αυτό του Μότσαρτ. Αν μάλιστα δεν είχα το φόβο της κατάκρισης από διάφορους κοντόφθαλμους, θα ερμήνευα ευχαρίστως κομμάτια του Σκαρλάττι στις συναυλίες μου. Είμαι ωστόσο σίγουρος πως η μουσική του κάποια μέρα θα σταθεί στο βάθρο που της αξίζει και θα χαίρει άκρας εκτίμησης, τόσο από μουσικούς όσο και από το κοινό.

Μορφολογικά, οι σονάτες του είναι αυτοτελή κομμάτια, κυρίως σε διμερή φόρμα και γράφτηκαν κυρίως για το τσέμπαλο και το πιανοφόρτε. Ορισμένες είναι για όργανο, ή για μικρά οργανικά σύνολα. Χαρακτηριστικό τους είναι η χρήση τολμηρών διαφωνιών, καθώς επίσης και οι μετατροπίες σε απομακρυσμένες τονικότητες. Έντονο είναι και το παραδοσιακό στοιχείο, που απαντάται στην Ιβηρική χερσόνησο: η χρήση του Φρύγιου τρόπου -που σπανίζει στη μουσική της υπόλοιπης Ευρώπης- και φιγούρες που υποδηλώνουν τη μανιέρα της κιθάρας.

Εκτός από τις σονάτες του, ο Σκαρλάττι έγραψε έναν αξιόλογο αριθμό από όπερες, καντάτες και άλλα θρησκευτικά έργα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν το Στάμπατ Μάτερ (1715) και το Σάλβε Ρετζίνα (1757), το οποίο και θεωρείται η τελευταία του σύνθεση.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελεύθερες παρτιτούρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Domenico Scarlatti της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).